Κάθε πόλη έχει τις γιορτές της, λίγες, όμως, επηρεάζουν τόσο καθοριστικά την πολιτική και την οικονομική της ταυτότητα όσο το Καρναβάλι επηρεάζει τη Βενετία. Πίσω από τα βελούδα, τις περούκες και τα λευκά πρόσωπα δεν κρύβεται μόνο μια παράδοση αιώνων, αλλά ένας μηχανισμός που έμαθε να μετατρέπει την επιθυμία σε κανόνα και την εκτόνωση σε πολιτική τεχνική. Από νωρίς το καρναβάλι δεν ήταν μια αυθόρμητη παρένθεση πριν από τη Σαρακοστή και οι κοινωνικές αποστάσεις χαλάρωναν χωρίς να καταλύονται. Η μεταμφίεση έγινε ρυθμιζόμενο δικαίωμα, άρα ζήτημα δημόσιας τάξης. Στη σημερινή του μορφή, το ίδιο γεγονός λειτουργεί ως αιχμή της πολιτιστικής οικονομίας μιας πόλης που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εικόνα της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις υποδομές και την αντοχή της.
Η ιστορία και ο συμβολισμός του Καρβαναλιού
Η πιο συχνά αναφερόμενη αφετηρία του βενετσιάνικου καρναβαλιού είναι το 1094, όταν ο δόγης Vitale Falier μνημονεύει σε επίσημο έγγραφο δημόσιες διασκεδάσεις τις εβδομάδες πριν από τη Σαρακοστή. Η δεύτερη κρίσιμη χρονολογία είναι το 1296, όταν διάταγμα της βενετικής Γερουσίας κηρύσσει αργία την ημέρα πριν από την έναρξη της Σαρακοστής. Από εκεί και έπειτα, η περίοδος των εορτασμών διευρύνεται σταδιακά και τον 15ο-16ο αιώνα το καρναβάλι διαρκεί εβδομάδες, ενίοτε και μήνες. Το πολιτικό πλαίσιο έχει σημασία.
Η Δημοκρατία της Βενετίας, μια ολιγαρχική ναυτική υπερδύναμη, διοικείται από πατρικίους κι η κοινωνική κινητικότητα είναι περιορισμένη. Η μάσκα, επιτρέπει την προσωρινή άρση της ιεραρχίας. Με αυτόν τον τρόπο, ο πολίτης μπορεί να κυκλοφορεί ανώνυμα, να σχολιάζει, να παίζει, να φλερτάρει και να διακινεί ιδέες. Εξάλλου, στην ανθρωπολογία, τα καρναβάλια θεωρούνται τελετουργίες συμβολικής αντιστροφής, κατά τις οποίες οι κοινωνικοί ρόλοι αντιστρέφονται κι οι κανόνες αναστέλλονται.

Unsplash / The New York Public Library
Από τον ύστερο Μεσαίωνα και ιδίως στην πρώιμη νεότερη εποχή, η μεταμφίεση δεν λειτουργεί μόνο ως εικαστικό μοτίβο αλλά ως «τεχνολογία κοινωνικής συμπεριφοράς». Η ανωνυμία λειτουργεί ως βαλβίδα εκτόνωσης, επιτρέποντας προσωρινά μετακινήσεις ανάμεσα σε τάξεις, ρόλους κι επιθυμίες. Για λίγες νύχτες, πλούσιοι και φτωχοί μοιράζονταν το ίδιο σκοτάδι, το ίδιο βλέμμα πίσω από τη μάσκα και την ίδια πιθανότητα να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον χωρίς εξηγήσεις. Κι ακριβώς επειδή η ανωνυμία επιτρέπει πολλά, γεννά μια παράλληλη ιστορία απαγορεύσεων. Νόμοι του 13ου και 14ου αιώνα περιορίζουν τι επιτρέπεται να κάνει κανείς φορώντας μάσκα, από φάρσες και τζόγο μέχρι «χονδροειδείς μεταμφιέσεις» και επισκέψεις σε μοναστήρια.

Pexels
Η μάσκα και το θέατρο της ανωνυμίας
Οι μάσκες ήταν ανέκαθεν ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του Βενετσιάνικου Καρναβαλιού. Παραδοσιακά, οι άνθρωποι επιτρεπόταν να τις φορούν μεταξύ της γιορτής του Αγίου Στεφάνου (26 Δεκεμβρίου) και του τέλους της καρναβαλικής περιόδου τα μεσάνυχτα της Καθαράς Τρίτης. Οι κατασκευαστές μασκών (mascherari) απολάμβαναν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία, με τους δικούς τους νόμους και τη δική τους συντεχνία, με το καταστατικό τους να χρονολογείται ήδη από το 1436.
Οι πρώτες τεκμηριωμένες αναφορές στη χρήση μάσκας εμφανίζονται ήδη τον 13ο αιώνα, όμως δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολόγηση. Αυτό που μπορούμε να συναγάγουμε προκύπτει από το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Η Βενετία διέθετε μία από τις πιο αυστηρές και νομικά κατοχυρωμένες ταξικές ιεραρχίες της Ευρώπης. Η ενδυμασία, τα υφάσματα, ακόμη και τα χρώματα που μπορούσε να φορέσει κανείς ρυθμίζονταν από «νόμους πολυτελείας», οι οποίοι όριζαν με ακρίβεια τι επιτρεπόταν σε κάθε επάγγελμα και κοινωνική τάξη. Με άλλα λόγια, η κοινωνική θέση ήταν ορατή πάνω στο σώμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μάσκα λειτουργεί ως ριζική χειρονομία. Καλύπτοντας το πρόσωπο, εξουδετερώνει το πιο άμεσο στοιχείο αναγνώρισης και, σε συνδυασμό με την προσωρινή αναστολή των νόμων πολυτελείας, επιτρέπει σε κάποιον να ντυθεί πέρα από τα όρια που του επιβάλλει η τάξη του. Ένας τεχνίτης μπορεί να φορέσει μεταξωτό μανδύα, ένας έμπορος να κινηθεί χωρίς τα διακριτικά του επαγγέλματός του, μια γυναίκα να εμφανιστεί δημόσια με μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και βλέμματος.
Τα διαφορετικά είδη μάσκας
Η βενετική παράδοση των μασκών έχει το δικό της οπτικό λεξιλόγιο. Αν και υπάρχουν πολλές παραλλαγές, η πιο γνωστή μάσκα ονομάζεται «Bauta». Είναι ένα γύψινο πρόσωπο δίχως στόμα και μια μεγάλη γαμψή μύτη που θυμίζει ράμφος. Παραδοσιακά την χρησιμοποιούσαν οι κατώτερες τάξεις για να αποκρύψουν την ταυτότητά τους, έτσι ώστε όλοι να μπορούν να συμμετέχουν στις εορταστικές εκδηλώσεις. Η μάσκα αυτή συνδυάζεται συνήθως με μαύρο μανδύα και τρίκοχο. Ήταν πρακτική ακριβώς επειδή επέτρεπε σε όποιον τη φορά να μιλά, να τρώει και να πίνει, χωρίς να χρειάζεται να την αφαιρέσει.
Η moretta (ή «servetta mutta» δηλαδή μουγγή υπηρέτρια) συνδέθηκε ιστορικά με τη γυναικεία εμφάνιση και τη σιωπή, καθώς σε ορισμένες εκδοχές κρατιόταν με κουμπί ανάμεσα στα δόντια, αντί να στηρίζεται με κάποιο κορδόνι.
Η volto (ή larva) -το «ουδέτερο» λευκό πρόσωπο- έδωσε το αρχέτυπο της βενετικής ανωνυμίας που επανέρχεται διαρκώς στη φωτογραφία, τον κινηματογράφο και τη μόδα.
Αυτή η αισθητική κωδικοποίηση έκανε δύο πράγματα ταυτόχρονα. Πρώτον, έδωσε στο καρναβάλι μια σταθερή οπτική υπογραφή (ένα διακριτό braning, αν θέλετε). Δεύτερον, έδεσε τη μεταμφίεση με τον χαρακτήρα της πόλης. Η Βενετία έμαθε από νωρίς να παίζει με την εικόνα της, να την επιμελείται και να την εξάγει.
Ο Χρυσός Αιώνας του Βενετσιάνικου Καρναβαλιού
Τον 18ο αιώνα το καρναβάλι συμπίπτει με μια παράδοξη ιστορική συνθήκη. Η Βενετία δεν είναι πια η αδιαφιλονίκητη ναυτική υπερδύναμη των προηγούμενων αιώνων, αλλά παραμένει εξαιρετικά ισχυρή σε επίπεδο πολιτισμού. Το καρναβάλι ήταν ήδη μέρος της διεθνούς έλξης της πόλης για τους ταξιδιώτες του Grand Tour, μαζί με θέατρα, όπερες και την κοσμική ζωή. Οι δημόσιες γιορτές, τα ακροβατικά θεάματα, οι πομπές, ο τζόγος και οι μεταμφιέσεις φτιάχνουν μια «σεζόν» που προσελκύει την ευρωπαϊκή αριστοκρατία και τους εύπορους ταξιδιώτες.
Σ’ αυτό το περιβάλλον εγγράφεται και το καζίνο Ridotto, ο περίφημος θεσμός τυχερών παιχνιδιών που η Βενετία κάποια στιγμή θα θεωρήσει υπερβολικό και θα περιορίσει. Η Commedia dell’arte, με τους αρχετυπικούς χαρακτήρες της, ενσωματώνεται οργανικά στο κλίμα της περιόδου. Σε αυτό το περιβάλλον κινείται και ο Τζιάκομο Καζανόβα, ο οποίος περιγράφει στα απομνημονεύματά του σκηνές καρναβαλιού όπου η ανωνυμία διευκολύνει ερωτικές αλλά και πολιτικές συναντήσεις.

Pexels
Την ίδια περίοδο καθιερώνεται και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα δρώμενα του σύγχρονου καρναβαλιού: το Volo dell’Angelo («Η Πτήση του Αγγέλου»). Ένα πρόσωπο (σήμερα συνήθως η «Maria» που έχει επιλεγεί από διαγωνισμό του καρναβαλιού) κατεβαίνει αιωρούμενο με συρματόσχοινο από το καμπαναριό του Αγίου Μάρκου έως την Πλατεία, μπροστά σε χιλιάδες θεατές. Η διαδρομή είναι προσχεδιασμένη, οι μηχανισμοί ασφαλείας ελέγχονται εξονυχιστικά και το γεγονός σηματοδοτεί επίσημα την κορύφωση των εκδηλώσεων.
Η ρίζα του εθίμου τοποθετείται στον 16ο αιώνα, όταν ένας Τούρκος ακροβάτης περπάτησε πάνω σε τεντωμένο σκοινί από το πλοίο του έως το καμπαναριό του Αγίου Μάρκου, εντυπωσιάζοντας το πλήθος. Το κατόρθωμα επαναλήφθηκε από άλλους ακροβάτες τα επόμενα χρόνια και ενσωματώθηκε σταδιακά στο τελετουργικό του καρναβαλιού. Η Βενετία, που ανέκαθεν επένδυε στη δημόσια εικόνα της, υιοθέτησε το δρώμενο και το κατέστησε θεσμικό σημείο του προγράμματος. Η παράδοση, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε χωρίς κόστος. Το 1759 μια τέτοια «πτήση» κατέληξε σε τραγικό δυστύχημα, όταν ο ακροβάτης έπεσε στο κενό. Μετά το περιστατικό, οι αρχές αντικατέστησαν τον εναέριο «άγγελο» με ένα ξύλινο ομοίωμα περιστεριού, το λεγόμενο Volo della Colombina.
Το 1797, με την πτώση της Δημοκρατίας και την είσοδο των στρατευμάτων του Ναπολέοντα, η πολιτική τάξη που στήριζε το καρναβάλι καταρρέει. Οι γαλλικές και κατόπιν οι αυστριακές αρχές περιορίζουν δραστικά τις εορταστικές εκδηλώσεις. Η μάσκα, σύμβολο μιας παλαιάς ολιγαρχίας, χάνει τη λειτουργικότητά της και το καρναβάλι περιπίπτει σε μακρά αδράνεια. Για σχεδόν δύο αιώνες, η παράδοση επιβιώνει αποσπασματικά. Η Βενετία μετατρέπεται σε ρομαντικό σκηνικό για περιηγητές και λογοτέχνες όπως ο Γκαίτε κι ο Λόρδος Βύρωνας αλλά το οργανωμένο καρναβάλι, με τη θεσμική του μορφή, έχει εκλείψει.

Unsplash
1979: Το Καρναβάλι επιστρέφει
Η σύγχρονη αναγέννηση ξεκινά το 1979, όταν το ιταλικό κράτος και οι τοπικοί φορείς επαναφέρουν το καρναβάλι στο προσκήνιο, με ρητό στόχο την ανάδειξη της ιστορίας και του πολιτισμού της Βενετίας και την τόνωση του χειμερινού τουρισμού. Έκτοτε, περίπου 3 εκατομμύρια επισκέπτες έρχονται στη Βενετία κάθε χρόνο για το Καρναβάλι. Το καρναβάλι γίνεται «άγκυρα» μιας πολιτικής που χρησιμοποιεί την παράδοση ως μοχλό οικονομικής ζωής, και ταυτόχρονα αναζωογονεί τεχνικές όπως η κατασκευή μασκών και κοστουμιών που είχαν επιβιώσει, αλλά όχι σε μαζική κλίμακα.
Η αναβίωση δε στόχευε σε μια απλή αναπαράσταση του 18ου αιώνα. Αντιθέτως, η πόλη επένδυε στη σκηνοθεσία του δρώμενου με θεματικές χρονιές, επίσημο πρόγραμμα, «κεντρικές εικόνες» για τα μέσα ενημέρωσης, διαγωνισμούς μασκών, και μια ισορροπία ανάμεσα στη λαϊκή πρόσβαση (πλατείες, δημόσια δρώμενα) και την υψηλού κόστους ιδιωτική εμπειρία (χοροί σε παλάτσα, δείπνα και ιδιωτικές περφόρμανς). Στην πράξη, η Βενετία έφτιαξε ένα διπλό προϊόν: δωρεάν ή χαμηλού κόστους θέαμα για πολλούς, και επιμελημένη αποκλειστικότητα για λίγους.

Pexels
Από τον μύθο του παρελθόντος στο VIP σύστημα του σήμερα
Στη σημερινή Βενετία, κεντρικό ρόλο παίζουν οι ιδιωτικοί χοροί σε ιστορικά παλάτσο. Έτσι, ενώ το καρναβάλι παραμένει δημόσιο γεγονός στην Πλατεία του Αγίου Μάρκου, όμως ένα παράλληλο, κλειστό σύμπαν εκδηλώσεων διαμορφώνει τη σύγχρονη του φήμη. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης είναι το Il Ballo del Doge.
Ξεκινησε το 1994 από τη σχεδιάστρια και δημιουργό εκδηλώσεων Antonia Sautter και, από τότε, έχει εξελιχθεί σε μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες —και ακριβές— βραδιές του καρναβαλιού. Δεν πρόκειται για έναν απλό μασκέ χορό, αλλά για σκηνοθετημένη παραγωγή με ετήσια θεματική αφήγηση, η οποία αλλάζει κάθε χρόνο και οργανώνει τα πάντα γύρω της: τα κοστούμια, τα σκηνικά, τη μουσική, τη δραματουργία της βραδιάς.
Η επίσημη παρουσίαση του θεσμού αποδίδει τη γέννησή του στη δημιουργική έρευνα της Sautter πάνω στο ιστορικό κοστούμι και σε μια συνεργασία της με τον Terry Jones των Monty Python, στο πλαίσιο ντοκιμαντέρ του BBC αφιερωμένου στα κοστούμια. Από αυτή τη συνάντηση έρευνας και τηλεοπτικής αφήγησης προέκυψε η ιδέα ενός ζωντανού γεγονότος που θα έδινε στα κοστούμια ιστορική και σκηνική υπόσταση· μια ιδέα που γρήγορα μετατράπηκε σε σταθερό «σήμα» του σύγχρονου καρναβαλιού.
Η διοργάνωση φιλοξενείται σε ιστορικό παλάτσο στον Μεγάλο Δίαυλο και λειτουργεί με όρους μεγάλης παράστασης. Εκατοντάδες χειροποίητα κοστούμια υψηλής αισθητικής, πολυάριθμος θίασος καλλιτεχνών (ακροβάτες, χορευτές, μουσικοί) και μια χορογραφημένη ροή δρώμενων συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου ο καλεσμένος γίνεται μέρος της σκηνής. Η εμπειρία σχεδιάζεται ως ολοκληρωμένο αφήγημα, από την είσοδο έως την τελική πράξη, με τρόπο που θυμίζει θεατρική υπερπαραγωγή περισσότερο παρά ιδιωτική δεξίωση. Στο Ballo del Doge έχουν παρευρεθεί διεθνείς αστέρες όπως ο David Bowie, ο Antonio Banderas, ο Zucchero Fornaciari, η Bebe Vio και η Alberta Ferretti.
Η σημασία του καρναβαλιού στην πόλη που παλεύει με την ίδια της τη φήμη
Η βενετσιάνικη μάσκα και το καρναβάλι υπήρξαν σταθερό οπτικό και αφηγηματικό μοτίβο για τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία. Ο Luchino Visconti, στην «Αίσθηση», αξιοποιεί το σκηνικό της όπερας και της εορταστικής ατμόσφαιρας για να τοποθετήσει μέσα του μια ιστορία πολιτικής παρακμής και ερωτικής αυταπάτης. Η Βενετία λειτουργεί ως χώρος όπου το ιδιωτικό πάθος και η δημόσια ιστορία τέμνονται.
Ο Federico Fellini, με τον «Καζανόβα», ανακατασκευάζει μια τεχνητή, σχεδόν παραισθητική Βενετία, μετατρέποντας το καρναβαλικό στοιχείο σε σχόλιο πάνω στην επιθυμία και τη ματαιότητα.
Στο «Μάτια ερμητικά κλειστά» του Stanley Kubrick, η μασκέ τελετουργία (αν και δεν τοποθετείται γεωγραφικά στη Βενετία) αντλεί ευθέως από την εικονογραφία της βενετσιάνικης μάσκας για να υποδηλώσει μυστικότητα, αποκλεισμό, παιχνίδια των πολιτικών ελίτ κι ερωτική απειλή.
Αντίστοιχα, το «Αμαντέους» του Miloš Forman, παρότι διαδραματίζεται στη Βιέννη, χρησιμοποιεί μασκέ σκηνές και κοστούμια που παραπέμπουν στην ιταλική, και ειδικά τη βενετσιάνικη, παράδοση, ενισχύοντας την αίσθηση θεατρικότητας και ίντριγκας.
Ο Marco Bellocchio, στο «Σάββατο των Μαγισσών», αξιοποιεί το καρναβαλικό υπόστρωμα ως πεδίο όπου το λαϊκό τελετουργικό συναντά το υπερβατικό και το πολιτικό. Και ήδη από τον 19ο αιώνα, ο Edgar Allan Poe επιλέγει να τοποθετήσει το διήγημά του «Το βαρέλι του Αμοντιγιάδο» στη Ιταλία, εν μέσω καρναβαλιού, όπου η μεταμφίεση και η σύγχυση της γιορτής προσφέρουν το ιδανικό περιβάλλον για μια ιστορία εξαπάτησης και εκδίκησης.
Το Καρναβάλι της Βενετίας παραμένει κορυφαία ατραξιόν, ωστόσο, το πλαίσιο έχει μεταβληθεί δραστικά. Ο μαζικός τουρισμός πολλαπλασιάζει την πίεση σε μια πόλη με περιορισμένες υποδομές και διαρκή δημογραφική συρρίκνωση. Η λιμνοθάλασσα βρίσκεται αντιμέτωπη με κλιματικές προκλήσεις, από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας έως τα φαινόμενα acqua alta. Κάθε επιτυχημένη διοργάνωση του καρναβαλιού συνεπάγεται λεπτομερή σχεδιασμό ασφάλειας, ελέγχου ροών και προστασίας του ιστορικού ιστού. Η επιτυχία δεν μετριέται μόνο σε αριθμούς επισκεπτών, αλλά και στη δυνατότητα της πόλης να αντέξει το ίδιο της το θέαμα.
Υπό αυτή την έννοια, το καρναβάλι λειτουργεί ως ετήσια δοκιμασία ισορροπίας. Από τη μία, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της βενετικής αυτοπαρουσίασης στον κόσμο. Από την άλλη, θέτει το ερώτημα κατά πόσον η Βενετία μπορεί να διατηρήσει τον χαρακτήρα μιας ζωντανής πόλης με κατοίκους, κοινωνική ζωή και βιώσιμη λειτουργία, ενώ ταυτόχρονα παραμένει μια παγκόσμια σκηνή που προσελκύει αδιάκοπα το διεθνές βλέμμα.



