Ευθείες προσβολές, επικλήσεις στην προεδρική αυθεντία, ρητορικούς ελιγμούς, απρεπή υπονοούμενα και συμψηφισμούς περιλάμβανε μεταξύ άλλων η κατάθεση της υπουργού Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, Παμ Μπόντι, ενώπιον της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων. Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρέθηκε ο χειρισμός των διαβόητων αρχείων Έπσταϊν, με την ίδια να μετατρέπει την ακρόαση της Τετάρτης (11/2) σε πεδίο μάχης.
Πόλεμος αντί απαντήσεων
Τυπικά η κατάθεση αφορούσε το σύνολο των δραστηριοτήτων του υπουργείου από τη στιγμή που το ανέλαβε η Μπόντι. Ουσιαστικά, εξελίχθηκε σε προσπάθειά της να αποκρούσει τη σφοδρή επίθεση βουλευτών του Δημοκρατικού Κόμματος για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε τη δημοσιοποίηση εκατομμυρίων επιπλέον εγγράφων από τις έρευνες του για τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Έπσταϊν.
Τα «βέλη» των Δημοκρατικών – αλλά και του Ρεπουμπλικανού Τόμας Μάσι – αφορούσαν δύο ζητήματα. Πρώτον, τη γνωστοποίηση των ονομάτων δεκάδων θυμάτων του Έπσταϊν, αρκετά από τα οποία δεν είχαν δημοσιοποιήσει ποτέ την ταυτότητά τους ή ήταν ανήλικα την περίοδο της κακοποίησης. Δεύτερον, την κατηγορία βουλευτών κατά του υπουργείου Δικαιοσύνης για απόκρυψη ονομάτων εμπλεκόμενων ανθρώπων, οι οποίοι αναφέρονται στα συγκεκριμένα έγγραφα και δε δικαιούνται προστασία.
Περί διαφάνειας των αρχείων Επσταϊν
Υπενθυμίζεται πως ο νόμος περί Διαφάνειας των Αρχείων Επσταϊν (EFTA), ο οποίος ψηφίστηκε από το Κογκρέσο τον Νοέμβριο του 2025, υποχρεώνει το υπουργείο Δικαιοσύνης να δημοσιοποιήσει όλα τα αρχεία που έχει στην κατοχή του. Ο ίδιος νόμος απαιτεί τη λογοκρισία στοιχείων που θα μπορούσαν να ταυτοποιήσουν τα θύματα του Επσταϊν τα οποία, σύμφωνα με το FBI, ξεπερνούν τα 1.000.
Η κυβέρνηση επικρίνεται τόσο για την υπερβολική απόκρυψη πληροφοριών στα δημοσιοποιημένα έγγραφα όσο και για την αποκάλυψη των ταυτοτήτων των θυμάτων.
Επιθέσεις αντί εξηγήσεις
Ακόμη και μετά τη δημοσιοποίηση των εγγράφων, κατόπιν εντολής του Κογκρέσου, σε μια βάση δεδομένων που επιδέχεται αναζήτηση, εξακολουθούν να υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με το αν το υπουργείο Δικαιοσύνης συνεχίζει να προστατεύει τον Τραμπ ή άλλους φίλους του Έπσταϊν, επιβάλλοντας αδικαιολόγητες αποκρύψεις πληροφοριών και ονομάτων ή αρνούμενο να διερευνήσει πιθανά στοιχεία.
Η Μπόντι έκανε σαφείς τις προθέσεις της από την αρχή. Όταν της ζητήθηκε από τη Δημοκρατική Πραμίλα Τζαγιαπάλ να ζητήσει συγνώμη από τα θύματα του καταδικασμένου παιδόφιλου, μερικά εκ των οποίων βρίσκονταν στην αίθουσα, εκείνη αρνήθηκε εγκαλώντας τη βουλευτή για θεατρινισμό. Σειρά είχε ο επίσης Δημοκρατικός Τζέιμι Ράσκιν, ο οποίος κατηγόρησε την Μπόντι για κατάχρηση χρόνου για να την ακούσει να τον αποκαλεί «ξοφλημένο δικηγόρο».
Η Δημοκρατική Ζόι Λόφγκρεν τόνισε ότι ο τρόπος με τον οποίο η υπουργός και το επιτελείο της χειρίζονται την υπόθεση καθιστά αναξιόπιστο το υπουργείο. Η Μπόντι απάντησε… διερωτώμενη πόσα χρήματα πήρε η Λόφγκρεν από τον δισεκατομμυριούχο Ριντ Χόφμαν που, εκτός από δωρητής Δημοκρατικών πολιτικών, αποδεικνύεται γνώριμος του στενού κύκλου του Έπσταϊν, του οποίου το διαβόητο ιδιωτικό νησί επισκέφθηκε το 2014.
Παθιασμένη υπεράσπιση Τραμπ
Το «μενού» της Μπόντι περιλάμβανε την παθιασμένη υπεράσπιση του Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο χαρακτήρισε «τον σπουδαιότερο πρόεδρο στην ιστορία των ΗΠΑ», ενώ απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τον αν υπάρχουν ενδείξεις παρουσίας του Τραμπ σε οποιουδήποτε είδους συγκεντρώσεις με ανήλικα κορίτσια, έκανε λόγο για «γελοιότητες, που λέγονται για να αποσπάσουν την προσοχή από τα σπουδαία επιτεύγματα της κυβέρνησης».
Aπό την πολεμική διάθεση της Μπόντι δεν ξέφυγε ούτε ο Ρεπουμπλικανός Μάσι, τον οποίο χαρακτήρισε «υποκριτή».
«Μέθοδος Μπόντι»
Τι εξηγεί άραγε αυτή την πρωτοφανή τακτική έναντι εκλεγμένων βουλευτών; «Η Μπόντι δεν ήρθε να δώσει απαντήσεις, ήρθε με σκοπό να διασωθεί από την δοκιμασία της ακρόασης» επισημαίνει ο αναλυτής του CNN, Άαρον Μπλέικ, κάνοντας λόγο για «ριψοκίνδυνη επιλογή».
Πράγματι, με τη συζήτηση να μονοπωλείται από τις αποκαλύψεις γύρω από το σκάνδαλο Έπσταϊν, η προσπάθεια της υπουργού να αναδείξει θετικά νέα για σημαντική μείωση της εγκληματικότητας έπεσε στο κενό.
Παρόμοια τύχη είχε η τοποθέτηση του Ρεπουμπλικανού επικεφαλής της Επιτροπής Δικαιοσύνης, Τζιμ Τζόρνταν, που αναφέρθηκε στην αύξηση των απελάσεων και την κατακόρυφη μείωση των μεταναστευτικών ροών.
Ένας παράγοντας αφορά το ταμπεραμέντο της Μπόντι, η οποία στο πρόσφατο παρελθόν δεν έχει διστάσει να επιτεθεί φραστικά σε δικαστή που ακύρωσε απελάσεις μεταναστών. Οι πρακτικές της Μπόντι – όπως και του Τραμπ – έχουν επικριθεί από τον Αμερικανικό Δικηγορικό Σύλλογο (ΑΒΑ) και την Ένωση Ομοσπονδιακών Δικαστών (FJA) για υπονόμευση του κράτους δικαίου.
Η τακτική του αντιπερισπασμού
Υπάρχει και η ερμηνεία του αντιπερισπασμού, αφού η ακρόαση έλαβε χώρα λίγες ώρες αφότου ομοσπονδιακό δικαστήριο αρνήθηκε να κινήσει νομικές διαδικασίες έναντι έξι Δημοκρατικών βουλευτών που προ μηνών είχαν καλέσει τους στρατιώτες των ΗΠΑ να μην υπακούσουν σε τυχόν «παράνομες εντολές». Η προτροπή των Δημοκρατικών βουλευτών, εν μέσω των νομικά αμφιλεγόμενων και θανατηφόρων επιθέσεων του αμερικανικού στρατού σε σκάφη στην Καραϊβική αλλά και της ανάπτυξης της Εθνοφρουράς σε μεγαλουπόλεις των ΗΠΑ, είχε εκληφθεί από τον Τραμπ ως πράξη προδοσίας, γεγονός που καθιστά την δικαστική απόφαση ήττα του προέδρου.
Μπόντι αλλά Τραμπ
Όπως και να ‘χει, η εμφάνιση της Μπόντι ακολουθεί την πάγια μέθοδο του Τραμπ, διατυπωμένη ήδη ως αρχή στο βιβλίο του «Trump: The Art of the Deal». «Ο κόσμος είναι ένα χάος. Απαιτείται σκληρότητα. Επίθεση, επίθεση, επίθεση» έγραφε -δια χειρός Tόνι Σβαρτς- σε μια ατάκα που αργότερα θα συνόψιζε τον κώδικα συμπεριφοράς μιας κυβέρνησης που αμύνεται διαρκώς επιτιθέμενη.
Μπόντι και Χάρις
Η 60χρονη υπουργός Δικαιοσύνης έχει βίο σχετικά παράλληλο με την 61χρονη Κάμαλα Χάρις, πρώην αντιπρόεδρο του Τζο Μπάιντεν. Και οι δύο σπούδασαν νομικά (η Χάρις σε καλύτερα πανεπιστήμια από τη Μπόντι), και οι δύο εξελέγησαν υπουργός Δικαιοσύνης στην τοπική κυβέρνηση της πολιτείας καταγωγής τους – η Μπόντι στη Φλόριντα και η Χάρις στην Καλιφόρνια, αμφότερες το 2010 και επανελεξελέγησαν το 2014. Και οι δύο ήταν οι πρώτες γυναίκες στην πολιτεία τους που εξελέγησαν στο αξίωμα αυτό.
Το 2020, η Μπόντι ήταν ανάμεσα στους δικηγόρους που υπερασπίστηκαν τον Τραμπ κατά την παραπομπή του στο Κογκρέσο με το ερώτημα της καθαίρεσης. Το 2024 ανέλαβε επικεφαλής του νομικού τμήματος του America First Policy Institute που προωθεί τον τραμπισμό. Λίγους μήνες αργότερα, ανέλαβε υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση της δεύτερης θητείας Τραμπ.
