Η επιλογή Μητσοτάκη να ανοίξει τώρα θέμα Αναθεώρησης, μοιάζει πολιτικά αυτονόητη. Διότι το κλίμα για την κυβέρνηση έχει επιβαρυνθεί. Οι πολίτες που θεωρούν το θέμα διαφάνεια/διαφθορά ως το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας έχουν αυξηθεί – από 12,4% πέρυσι στο 22,8% σήμερα (Τάσεις Δεκεμβρίου MRB). Τα Τέμπη και ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν παίξει ρόλο.
Επίσης οι «αντισυστημικές» δυνάμεις που δίνουν έμφαση στην ίδια ατζέντα έχουν αθροιστικά διευρύνει την απήχηση τους συγκριτικά με το παρελθόν. Ταυτοχρόνως, η ενδοπαραταξιακή αντιπολίτευση Καραμανλή και Σαμαρά στα θέματα θεσμών παραμένει. Στο πλαίσιο αυτό, η προσπάθεια της ΝΔ να επαναπατρίσει ψηφοφόρους που είναι αναποφάσιστοι έχει δυσκολέψει.
Συνεπώς ο Πρωθυπουργός παίρνει τη σχετική πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων, για να μετακινήσει την ατζέντα: από την «κρίση των θεσμών» στις θεσμικές λύσεις.
Το ζήτημα είναι αν θα βοηθήσει η Αναθεώρηση την κυβέρνηση.
Επικοινωνιακά φαίνεται πως θα πάρει μερικές ανάσες. Για τρεις λόγους.
Πρώτον, διότι η πρόταση είναι ευρεία και αγγίζει πλήθος θεμάτων. Άρα θα απασχολήσει μέρος του πολιτικού διαλόγου έως ότου ολοκληρωθεί η πρώτη φάση από την παρούσα Βουλή.
Δεύτερον, επειδή η πρόταση Μητσοτάκη έχει σαφές ιδεολογικό στίγμα. Κεντροδεξιό και φιλελεύθερο εν προκειμένω. Από την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και τη μεγαλύτερη εμπλοκή στο άρθρο 86 που παραπέμπει στην ενίσχυση της διάκρισης των εξουσιών έως το δημοσιονομικό «φρενο», τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, την αξιολόγηση στο Δημόσιο και αρκετά ακόμα.
Στοχεύει έτσι πρωτίστως στο ακροατήριο του 41% του 2023.
Τρίτον, διότι επιδιώκει να πιέσει πολιτικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αν μπουν στο διάλογο για την Αναθεώρηση επί της ουσίας, τότε συμβάλλουν έμμεσα σε μείωση της πολιτικής έντασης – κάτι που θα συνέφερε και «συστημικά» κόμματα όπως το ΠαΣοΚ το οποίο από την ατζέντα των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ωφελήθηκε δημοσκοπικά. Αν πάλι αρνηθούν τη συζήτηση, τότε στο σύνολό τους χαρίζουν στην κυβέρνηση το επιχείρημα της «κυβερνησιμότητας» και για τις κάλπες του 2027.
Ωστόσο είναι αμφίβολο αν οι επικοινωνιακές ανάσες θα μεταφραστούν σε απτά δημοσκοπικά οφέλη. Στη Μεταπολίτευση καμία από τις αναθεωρήσεις που προηγήθηκαν (1986, 2001, 2008, 2019) δεν καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις.
Επίσης η συναίνεση που είναι απαραίτητη για να αλλάξει η ατζέντα σε πιο σταθερή βάση, είναι μάλλον ανέφικτη. Είτε λόγω των εκλογών που πλησιάζουν είτε λόγω της πολυδιάσπασης της αντιπολίτευσης – για τα περισσότερα κόμματα η όξυνση μοιάζει προϋπόθεση εκλογικής ενίσχυσης έναντι των ανταγωνιστών. Ακόμη, τα ζητήματα διαφάνειας/διαφθοράς στα οποία επιχειρεί εν μέρει να απαντήσει η κυβέρνηση, ασκούν αισθητή πολιτική πίεση, όχι τόσο επειδή λειτουργούν αυτοτελώς αλλά γιατί επικάθονται στο ζήτημα του πληθωρισμού που παραμένει το θεμελιώδες πρόβλημα.
Παράλληλα η πρόταση Μητσοτάκη εμπεριέχει κι ένα ρίσκο: ανοίγει θέμα άρσης της μονιμότητας στο Δημόσιο. Το μέτρο ίσως είναι αναγκαίο για τη βελτίωση του κράτους εφόσον συνδέεται με την αξιολόγηση. Έχει όμως και αρκετές πολιτικές παγίδες. Η στάση των δημοσίων υπαλλήλων στο ζήτημα αυτό είναι από αρνητική έως αμφίσημη. Βάσει έρευνας της Pulse (30/05/2025), στην προοπτική της άρσης, το 36% απαντά αρνητικά και το 41% «ναι υπό προϋποθέσεις» – και προφανώς χωρά πολλή συζήτηση ποιες είναι οι επιθυμητές από τους δημοσίους υπαλλήλους «προϋποθέσεις». Πολύ περισσότερο δε σε ένα περιβάλλον έντονης δυσπιστίας για την πολιτική και για ένα θέμα με ιστορική φόρτιση.
Αποτελεί επιπλέον ερωτηματικό αν μετά το ρήγμα με τους ελεύθερους επαγγελματίες και το μέτωπο με τους αγρότες, αντέχει η κυβέρνηση πολιτικά και νέο μέτωπο στον έβδομο χρόνο της θητείας της. Μια εξήγηση σχετίζεται με πιθανή υπερ-αισιόδοξη ανάγνωση των σχετικών μετρήσεων. Όπως συνέβη και με το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, με τα γνωστά αποτελέσματα. Μια άλλη εξήγηση αφορά ενδεχομένως την πολιτική υστεροφημία του Πρωθυπουργού. Αγγίζοντας ένα θέμα με ιστορική διάσταση και παρά το πολιτικό κόστος, ίσως επιθυμεί να αφήσει ένα ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα (political legacy) που να αντέξει στον χρόνο.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του ΕΑΠ.
