Τζωρτζίνα Λιώση: «Ο έρωτας που καταρρίπτει τα όρια, μπορεί να υπάρξει και σήμερα»

Για την παράσταση που παίζεται με επιτυχία στο Δώμα του Θέατρου του Νέου Κόσμου, με αφετηρία την πένα της Σώτης Τριανταφύλλου και όχημα τη σκηνοθεσία της Αρκαδίας Ψάλτη πραγματευόμενη τη μετανάστευση και τον έρωτα, μιλάει στο ΒΗΜΑ η πρωταγωνίστρια Τζωρτζίνα Λιώση.

Τζωρτζίνα Λιώση: «Ο έρωτας που καταρρίπτει τα όρια, μπορεί να υπάρξει και σήμερα»

Στη Χίο του 1913 η Ελέγκω παίρνει για πρώτη φορά στα χέρια της, έπειτα από οκτώμισι μήνες, το πρώτο γράμμα από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της, Δημοσθένη. «Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό», της γράφει. «Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά», απαντά εκείνη.

Δεν χρειάζονται παρά μόνο δυο καρέκλες για να ζωντανέψει στη σκηνή ένας έρωτας δι’ αλληλογραφίας ανάμεσα στην Χίο και το βροχερό βιομηχανικό Πίτσμπουργκ. Η Αρκαδία Ψάλτη, Χιώτισσα στην καταγωγή, μεταφέρει με τρυφερότητα στη θεατρική σκηνή το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου «Πιτσιμπούργο», όπου δυο νέοι άνθρωποι ξεδιπλώνουν μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική και μέσα από αυτή τη ζωή μιας ολόκληρης εποχής.

Η Τζωρτζίνα Λιώση συμπρωταγωνιστεί στην παράσταση με τον Σταμάτη Μπάκνη, καλό της φίλο με τον οποίο μοιράζεται τώρα το όνειρο μιας κοινής σκηνικής παρουσίας. Καθώς το θεατρικό έργο παίζεται από τον Οκτώβριο με επιτυχία και συνεχίζει την πορεία του, μας βάζει στον μικρόκοσμό του, στη μετανάστευση ως προσωπικό και συλλογικό τραύμα και σε έναν έρωτα εξ αποστάσεως που επιμένει κόντρα στον χρόνο και την απόσταση.

Το Πιτσιμπούργκο αφηγείται έναν έρωτα εξ αποστάσεως στις αρχές του 20ού αιώνα, με φόντο τη μετανάστευση από τη Χίο στην Αμερική. Παρότι μιλά για μια άλλη εποχή, μοιάζει να αγγίζει έντονα και το σήμερα. Πώς βιώνεις την εμπειρία αυτού του θεατρικού έργου, μετά από μήνες παραστάσεων;

Νομίζω ότι αυτός είναι και ο λόγος που η παράσταση έχει αγκαλιαστεί από ανθρώπους όλων των ηλικιών. Παρότι η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές του 1900, υπάρχουν πολλά στοιχεία που συνομιλούν άμεσα με το σήμερα: ο ξεριζωμός, η ανάγκη για ένα καλύτερο μέλλον, οι κοινωνίες που καλούνται να διαχειριστούν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα. Οι ήρωές μας αποχωρίζονται για να επιβιώσουν, αλλά τελικά αυτός ο αποχωρισμός γίνεται μια κόλαση, γιατί ο καθένας σηκώνει μόνος του ένα ασήκωτο βάρος. Και όλα αυτά τα συγκρατεί και τα ενώνει η αγάπη τους.

Σταμάτης Μπάκνης και Τζωρτζίνα Λιώση @Ελίνα Γιουνανλή

Ποια στοιχεία του έργου σε αγγίζουν περισσότερο προσωπικά και ποια βλέπεις να συγκινούν έντονα τους θεατές;

Η μοναξιά. Η βαθιά μοναξιά που βιώνουν και οι δύο ήρωες, παρότι περιβάλλονται από ανθρώπους. Ο Δημοσθένης βρίσκεται σε μια βιομηχανική πόλη, μέσα στη φασαρία και τον κόσμο, και η Αλέκα στο χωριό της, με φίλους και οικογένεια. Κι όμως, και οι δύο είναι μόνοι. Αυτή η αίσθηση ότι η ζωή τρέχει κι εσύ μένεις στάσιμος, ότι χρειάζεσαι μια αγκαλιά ή τον άνθρωπό σου και δεν είναι εκεί, είναι κάτι που νομίζω όλοι αναγνωρίζουμε – η μοναξιά αποτυπώνεται μέσα μας. Η Σώτη Τριανταφύλλου το έχει δώσει με έναν πολύ γλαφυρό τρόπο και αυτό συγκινεί έντονα το κοινό.

«Λέμε σήμερα ότι «δεν υπάρχουν πια οι έρωτες που καταρρίπτουν αποστάσεις», όμως πιστεύω πολύ ότι αν κάποιος είναι πραγματικά ο άνθρωπός σου, η αγάπη δεν σβήνει.»

Το έργο μοιάζει να λειτουργεί και ως ένας φόρος τιμής στις γυναίκες εκείνης της εποχής.

Σίγουρα. Βλέπουμε μια γυναίκα που δεν περιμένει απλώς παθητικά. Δουλεύει ασταμάτητα, μόνη της, μέσα στο κρύο, στο ξεροβόρι, με τη φτώχεια να την πιέζει και το σπίτι της να καταρρέει. Και το πιο συγκλονιστικό είναι ότι η επικοινωνία με τον άνθρωπό της μπορεί να απέχει και τρεις μήνες. Αυτό σήμερα μας φαίνεται σχεδόν αδιανόητο.

Πράγματι, ο έρωτας εξ αποστάσεως μοιάζει σήμερα σχεδόν ακατόρθωτος. Πώς βλέπεις αυτή τη σχέση;

Τον θαυμάζω. Είναι βαθιά συγκινητικός. Χωρίς φωνή, χωρίς εικόνα, χωρίς άμεση επαφή. Ούτε να ακούσει ο ένας τη φωνή του άλλου δεν γινόταν, οπότε αυτή η βαθιά αγάπη δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Λέμε σήμερα ότι «δεν υπάρχουν πια οι έρωτες που καταρρίπτουν αποστάσεις», όμως πιστεύω πολύ ότι αν κάποιος είναι πραγματικά ο άνθρωπός σου, η αγάπη δεν σβήνει. Μπορεί να έχουμε αλλάξει εποχές, αλλά αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Καμιά απόσταση δεν μπορεί να καταρρίψει την ειλικρινή αγάπη.

Η Αρκαδία Ψάλτη σε μια συνέντευξή της αναφέρει ότι οι σημερινές σχέσεις είναι ιδιαίτερα κατηγοριοποιημένες, μπαίνουν σε «καλούπια» και αποκτούν ψυχαναλυτικά χαρακτηριστικά.

Εγώ διαφωνώ έτσι κι αλλιώς με τα άκρα. Πιστεύω ότι για κάποιο λόγο εξελιχθήκαμε και πάμε παρακάτω. Και καλό είναι να συνεχίσουμε να εξελισσόμαστε. Στο έργο παρουσιάζεται η καλή εκδοχή δύο ανθρώπων που παντρεύτηκαν από έρωτα. Συνέβαιναν τότε και δυσβάσταχτα πράγματα, όπως όταν παντρεύονταν δύο άνθρωποι που δεν γνωρίζονταν, που ήταν ανήλικοι ή που ένας από τους δυο ήταν ανήλικος, συνήθως η γυναίκα. Οπότε καλό είναι να προχωράμε προς τα εμπρός.

«Είμαι παρελθοντολάγνα – το είπα ξανά πρόσφατα. Αλλά καμιά μας δεν θα ήθελε πραγματικά να μεγαλώνει ως γυναίκα τη δεκαετία του ’50. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Καλώς προχωράμε, καλώς εξελισσόμαστε.»

Και ίσως να εξιδανικεύουμε λιγότερο το παρελθόν;

Ναι, και εγώ η ίδια το κάνω. Είμαι παρελθοντολάγνα – το είπα ξανά πρόσφατα – ακόμα και ως προς τις δικές μου αναμνήσεις, τα πράγματα που έχω ζήσει εγώ η ίδια, όχι μόνο ως προς την ιδανική συνθήκη μιας περασμένης εποχής. Αλλά καμιά μας δεν θα ήθελε πραγματικά να μεγαλώνει ως γυναίκα τη δεκαετία του ’50. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Καλώς προχωράμε, καλώς εξελισσόμαστε. Αυτό δεν αναιρεί ότι ένας έρωτας που καταρρίπτει τα όρια, τον τόπο και τον χρόνο, μπορεί να υπάρξει και σήμερα.

Οι Σταμάτης Μπάκνης και Τζωρτζίνα Λιώση στο «Πιτσιμπούργο». @Ελίνα Γιουνανλή

Η γλώσσα του έργου, με τη χιώτικη ντοπιολαλιά, σε δυσκόλεψε;

Είχα τεράστια βοήθεια. Οι συνεργάτες μου – η Αρκαδία και ο Σταμάτης – είναι Χιώτες και η Σώτη Τριανταφύλλου έχει δουλέψει τη γλώσσα με τρομερή ακρίβεια. Οι ίδιοι οι Χιώτες λένε πως θα μπορούσε να είναι «Χιώτισσα από γιαγιά». Το μόνο που χρειαζόταν από εμένα ήταν να καταλάβω πολύ καλά τι λέω. Το κείμενο είναι τόσο καλογραμμένο που δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

Η εμπειρία της μετανάστευσης προϋπάρχει στο δικό σου παρελθόν, στην οικογένειά σου;

Ναι. Από την πλευρά της μητέρας μου υπάρχει καταγωγή από τη Σμύρνη. Έχω ακούσει πολλές ιστορίες από τη γιαγιά μου. Αλλά πιστεύω πως όλοι, μέχρι και τη δική μου γενιά, έχουμε ακούσει τέτοιες αφηγήσεις. Είναι μια πολύ πρόσφατη ιστορία και, ακόμη κι αν δεν τη ζεις άμεσα, σε αγγίζει.

Η παράσταση βασίζεται στη λιτότητα, με ελάχιστα σκηνικά. Πόσο απαιτητική είναι αυτή η συνθήκη;

Δεν μπορώ καν να πω ότι υπάρχουν σκηνικά με την κλασική έννοια. Υπάρχουν μικρά αντικείμενα στον χώρο. Αυτό μας έδωσε τεράστια ελευθερία. Με το κείμενο και τη σκηνοθεσία, δημιουργούμε τον χώρο, τον χρόνο και τον τόπο με το σώμα και τον λόγο. Μέσα σε αυτή τη λιτότητα βρήκα έναν μεγάλο πλούτο έκφρασης.

Πώς βιώνεις την επαφή με το κοινό;

Το κοινό είναι σχεδόν σαν τρίτος ηθοποιός. Κάθε παράσταση διαφέρει, γιατί βασιζόμαστε στους θεατές. Όταν συνδεόμαστε μαζί τους, όταν μας απαντούν, συμφωνούν ή διαφωνούν, παίρνουμε προσοχή και την αγκαλιά που δίνουν στο έργο, φεύγουμε για το σπίτι μας με μια αίσθηση ηρεμίας και πληρότητας. Αυτό εμάς μας κάνει να χαμογελάμε και να πηγαίνουμε στο σπίτι μας ήρεμα.

Τι ετοιμάζεις μετά το «Πιτσιμπούργκο»;

Θα ήθελα πρώτα να πω ότι με χαροποιεί πολύ που παίζω στην παράσταση με τον Σταμάτη, τον καλύτερο μου φίλο. Επιδιώκαμε χρόνια μια συνεργασία και τώρα νιώθω ευλογία που τα καταφέραμε. Για την ώρα θα συνεχίσουμε με την παράσταση, που έχει αγαπηθεί πολύ. Παράλληλα συμμετέχω στη σειρά «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι» και ξεκινάμε γυρίσματα για τη δεύτερη σεζόν του «Φόνοι στο καμπαναριό», όπου μπαίνω ως νέο μέλος.

INFO «Πιτσιμπούργκο», Θέατρο του Νέου Κόσμου – Δώμα, Παραστάσεις: Δευτ. έως Παρ. 17:00 – 22:00, Σάββατο και Κυριακή 16:00-22:00

Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση «Πιτσιμπούργκο» από το inTickets.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version