O ψάλτης και κρασοπατέρας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ένα σπάνιο πορτρέτο του σπουδαίου λογοτέχνη μέσα από αφηγήσεις εκείνων που τον έζησαν

Στις 4 Μαρτίου του 1851 γεννιέται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, o εμβληματικός λογοτέχνης που, αν και έχουν μεσολαβήσει πάνω από 170 χρόνια από τη γέννησή του, η διαχρονικότητα του έργου του παραμένει αξεπέραστη.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αν και έχαιρε πολύ μεγάλης αναγνώρισης και σεβασμού από τους σύγχρονούς του, ουδέποτε επέδειξε το παραμικρό ίχνος αλαζονίας. Κάθε άλλο προκαλούσε εντύπωση η παροιμιώδης ταπεινότητά του.

Οι αφηγήσεις που ακολουθούν, από ανθρώπους που είχαν την τύχη να τον συναναστραφούν μάς δίνουν ένα σπάνιο προτρέτο του.

Γράφει ο πεζογράφος και εκδότης του περιοδικού Νουμάς, Δημήτριος Ταγκόπουλος στο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 27ης Μαρτίου 1922.

«ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ», 24.4.1927, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Κρασοπατέρας

«Τον είχα ανταμώσει ένα βράδυ, μ’ ένα φίλο μου, σε μια ταβέρνα του Ψυρή. Περνούσαμε απ’ έξω και μας φώναξε να μας κεράσει. Ο φίλος μου, που είχε μεγαλύτερη σχέση με το ρετσινάτο παρά με τα γράμματα, καταγοητεύθηκε από τη γνωριμία του.

– Πίνε στα γερά, κρασοπατέρα! Τούλεγε κάθε λίγο και λιγάκι.

Κ’ επάνω στο κρασί, δεν ξαίρω πώς του ήρθε – ίσως γιατί τον είδε έτσι κακοντυμένο κι’ αξούριστο- κινούμενος από ένα αίσθημα αυτόματο κι αναμικτό, αίσθημα θαυμασμού προς το γερό κρασοπότη και συμπόνιας προς τον κακομοιριασμένο άνθρωπο, έβγαλε μια χούφτα δεκάρες από την τσέπη του και του τις έδωσε:

– Πάρ’ τες, φουκάρα! του είπε.

»Κι’ ο Παπαδιαμάντης επήρε τις δεκάρες χαμογελώντας και τις άφησε πάνω στο τραπέζι!…

– Τις πίνουμε κι αυτές! Είπε κ’ έτσι έγινε.

»Ήπιαμε κι’ αυτές, ήπιαμε κι άλλες, κι’ όταν χωρισθήκαμε, κατά τα μεσάνυχτα

– Γνώρισα το Βάκχο απόψε!…Τον αληθινό Βάκχο! Έλεγε. Ήπιε έναν περίδρομο κρασί κι’ ούτε ζαλίστηκε καθόλου!…Μωρέ, τ’ είν’ αυτός!..

»Δεν του είπα τ’ είν’ αυτός! Περιττόν. Τ’ άγια τοις κυσί… (σ.σ. ιεροσυλία) Κι’ ο κυρ Αλέξαντρος όμως, όπως δα και τα συνήθιζε, φρόντιζε να μη του ξεφύγει καμμιά λέξι που να δίνει υποψία πως είνε και τίποτ’ άλλο κι όχι μονάχα γερός κρασοπότης».

Οι ολονυκτίες

Ο λόγιος Γιάγκος Αργυρόπουλος γράφει στην έκδοση «Η Κυριακή του Ελευθέρου Βήματος» για τη μεγάλη αγάπη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη για την ψαλτική

«Ευρέθηκα στο παράμερο εκκλησάκι του προφήτου Ελισσαίου, παρά τον παλαιό Στρατώνα. (…) Αυτό υπήρξε ο προσφιλέστερος τόπος μεταρσιώσεως και αληθινής κατανύξεως της μεγάλης εκείνης ψυχής, του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.

»Ο γίγας της ελληνικής διηγηματογραφίας όχι μόνο εκκλησιάζετο εκεί, αλλά και ο ίδιος έψαλλε από αγάπη και λατρεία, από ιερό πόθο, κατά τας μακράς αγρυπνίας, η οποίες εγίνοντο από τότε εις το παλαιό αυτό εκκλησάκι. (…)

»Πίσω από τη Σχολή των Ευελπίδων, καθώς αφηγείται ο παπά- Αντώνης, στην εκκλησία της μεταμορφώσεως του Σωτήρος, εγίνοντο τότε οι οι αγρύπνιες, σαν σήμερα, από τους μοναχούς του Αγίου Όρους, τον Μεθόδιο και τον Αγάπιο.

»Τις ακολουθίες εκείνες παρακολουθούσαν οι διόσκουροι της ελληνικής διηγηματογραφίας, ο Παπαδιαμάντης, και ο Μωραϊτίδης. Αργότερα, συνεχίζονται στον προφήτη Ελισσαίο. (…)

»Τον ρωτούμε πάλι για τον Παπαδιαμάντη.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟN ΒΗΜΑ», 8.1.1928, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Πώς έψελνε

» – Πώς εψαλλε; Είχε καλή φωνή;

«Να σας πω. Σπουδαία φωνή δεν είχε. Αλλά τι τα θέλεις, είχε πολύ αίσθημα. Έψαλλε με κατάνυξι. Τα ήξερε δε όλα απέξω. Δεν του διέφευγε τίποτε. Απολύτως. Μια ματιά έρριχνε στο βιβλίο κ’ ύστερα πιά, δεν είχε ανάγκη. Περίφημα, ιδώς, έψαλλε τους ιαμβικούς κανόνας των δεσποτικών εορτών, κατά τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνεια.

Ένα βράδυ, να σου πω, ετρόμαξα. Εκεί που έψαλλε ο Παπαδιαμάντης άρχισε να πηδάη. Έκανε χειρονομίες και εκινείτο ολόκληρος ως να εχόρευε. Ομολογώ, πως φοβήθηκα. Ο Μωραϊτδίης όμως, σπεύδει να με καθησυχάση, τη στιγμή που ήμουν έτοιμος να πλησιάσω τον κυρ Αλέξανδρο, για να τον σταματήσω.

Άφησέ τον, μου λέγει, ο Μωραϊτίδης. Αυτή τη στιγμή είναι μεταρσιωμένος ο Παπαδιαμάντης. Έχει ενθουσιασθή.

Μην τον ενοχλής»
(…)

» – Δεν μου λες, δέσποτα, ήταν τακτικός στις ολονυκτίες ο Παπαδιαμάντης.

«Πρώτος ερχόταν και τελευταίος έφευγε. Μάλιστα θυμούμαι, κάποιο βράδυ, οι πριγκήπισσες Ελένη και Αλίκη, προς τιμήν του έδιναν μια εσπερίδα στην Εταιρία των Φίλων του Λαού. Το ίδιο βράδυ εμείς είχαμε ολονυκτία.- Δε θα πας στην εσπερίδα, του λέγω; ‘Βρε, κουτός είσαι; Παπαντώνη, μού λέγει, που θα πάω εγώ να γίνω γελοίος. Να φορέσω φράκο…’. 

Με τα χρήματα εκείνα που εισεπράχθησαν από την εσπερίδα, ο Παπαδιαμαντής, επάντρεψε μια αδελφή του, μάς προσθέτει ο σεβάσμιος συνομιλητής μας. Να σας πω κ’ εν άλλο χαρακτηριστικό του Αλέξανδρου. Κάποτε, του βγάλαμε δίσκο στην εκκλησία. Το πρωί, καθώς έβγαινε, τα εμοίρασε όλα στους φτωχούς…»

»Στο σημείο αυτό σταματά η συζήτησίς μας, γιατί η ώρα έχει περάσει και πρέπει ν’ αρχίση ο εσπερινός.

»Έτσι, στο περιβάλλον αυτό που βρισκόμεθα, με τα λόγια του παππά, που ζη ακέρηος στο νου μας, ο ασκητικός Παπαδιαμάντης, εκεί προς τους ψάλτες, σβήνουν όλα, και θαρρώ πως βλέπω μόνο τη μορφή του, Ιερατική, επιβλητική, ασκητική. Τα φωτεινά του μάτια λάμπουν…».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.