Η κρίση και το ρίσκο

Σε αυτές τις επίφοβες και εν πολλοίς αβέβαιες συνθήκες η Ελλάδα οφείλει λελογισμένες και απολύτως ορθολογικές επιλογές.

Εξελισσόμενη εδώ και τέσσερις μήνες η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, συνοδευόμενη από τις κυρώσεις της Δύσης σε βάρος της Μόσχας και τα παιχνίδια Πούτιν με το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, διαμορφώνει περίπλοκες οικονομικές συνθήκες σε ολόκληρο τον κόσμο, ιδιαιτέρως στην Ευρώπη, η οποία αντιμετωπίζει και τις σοβαρότερες συνέπειες.

Βαθμιαία, παρατεινομένου του πολέμου στην Ουκρανία, τείνει να εγκατασταθεί για τα καλά στην εξαρτημένη από τα ρωσικά ενεργειακά αγαθά Γηραιά Ηπειρο και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα μια νέα πιεστική αλυσίδα οικονομικής κρίσης.

Ο πόλεμος εκτόξευσε τις τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου στα ύψη, επαύξησε κατά τρόπο εντυπωσιακό το κόστος παραγωγής του ηλεκτρικού ρεύματος και ενίσχυσε υπέρμετρα τις αναγεννημένες από την πανδημία πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζοντας τις Κεντρικές Τράπεζες να λάβουν εσπευσμένως αντιπληθωριστικά νομισματικά μέτρα, με πρώτο αυτό της αύξησης των επιτοκίων σχεδόν παντού στον δυτικό κόσμο.

Η απότομη άνοδος των επιτοκίων, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε με τη σειρά της μεγάλη διαταραχή στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου, επιτείνοντας τις αβεβαιότητες της περιόδου και αναγεννώντας ακόμη και τις ανησυχίες για επανάκαμψη μιας κρίσης χρέους. Πράγμα που επιβεβαιώθηκε την περασμένη εβδομάδα με την εκτίναξη του κόστους των ομολογιακών εκδόσεων, κρατικών και εταιρικών, σε Ιταλία και Ελλάδα, επιβάλλοντας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παρέμβει πυροσβεστικά προκειμένου να αποτρέψει τον λεγόμενο «κατακερματισμό» της αγοράς ομολόγων στην ευρωζώνη και να αποκλείσει ενδεχόμενη επανάληψη πιεστικών συνθηκών στη διαχείριση των χρεών, σαν εκείνες που επικράτησαν το 2009.

Οπως και να έχει, η μακράς διαρκείας εποχή των μηδενικών επιτοκίων «έσβησε» στην κυριολεξία μέσα σε λίγες μέρες, το χρήμα ακρίβυνε παντού και η επιφύλαξη φώλιασε ξανά στην παγκόσμια επενδυτική κοινότητα.

Αυτή η εκρηκτική αλληλουχία μεταξύ τιμών φυσικού αερίου, πετρελαίου, ηλεκτρικού ρεύματος, κόστους παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, πληθωρισμού, επιτοκίων και χρέους επιδρά καταλυτικά στις οικονομίες και πιέζει αφόρητα, ιδιαιτέρως τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Το καλύτερο βεβαίως θα ήταν να λήξει το ταχύτερο ο πόλεμος στην Ουκρανία και να υπάρξει ταχεία εξομάλυνση στις ενεργειακές αγορές. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα, απαιτείται συνδυασμένη δράση προς άμβλυνση των συνεπειών του πολέμου, καθώς οι περιορισμοί είναι πολλοί, οι δημοσιονομικοί πόροι δεν είναι ανεξάντλητοι και το γερακίσιο βλέμμα των διεθνών αγορών συνεχίζει να παρακολουθεί συστηματικά τις υπερχρεωμένες χώρες, με πρώτη ίσως την Ελλάδα, παρότι η χώρα μας φαντάζει ασφαλισμένη λόγω της διάρθρωσης του ρυθμισμένου χρέους της.

Σε αυτές τις επίφοβες και εν πολλοίς αβέβαιες συνθήκες η Ελλάδα οφείλει λελογισμένες και απολύτως ορθολογικές επιλογές. Η επιλογή καθολικών οριζόντιων δημοσιονομικών μέτρων εμπεριέχει τεράστιο κόστος για τον προϋπολογισμό και γενικώς αντενδείκνυται επειδή απλούστατα η έκθεση στον πληθωρισμό δεν είναι ίδια για όλους.

Εχει καταδειχθεί από συστηματικές έρευνες ότι τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος ξοδεύουν σχεδόν το 35% αυτού σε υπηρεσίες κοινής ωφελείας και υπηρεσίες μεταφορών. Αντιθέτως, ο αντίκτυπος για τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα περιορίζεται μόλις στο 10%.

Πράγμα που σημαίνει ότι οι επιπτώσεις της αύξησης των τιμών της ενέργειας στην κατανομή του εισοδήματος είναι σημαντικές, με τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος να αντιμετωπίζουν σχεδόν τετραπλάσια επιβάρυνση από αυτή που βιώνουν τα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος.

Οπότε η ευθύνη της όποιας κυβέρνησης πολλαπλασιάζεται. Θα χρειαστεί επίπονη προσπάθεια προκειμένου να εντοπιστούν και να ενισχυθούν τα φτωχότερα νοικοκυριά, όσα έχουν πραγματικά ανάγκη εισοδηματικής στήριξης.

Και βεβαίως στις παρούσες συνθήκες επιβάλλεται να μη χαθεί ούτε ευρώ από τους διαθέσιμους επενδυτικούς πόρους. Η κυβέρνηση οφείλει να διευκολύνει τις επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, να κατευθύνει σωστά τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, ώστε να δημιουργηθούν νέες αξίες και δι’ αυτών οι περισσότερες δυνατές θέσεις εργασίας, ώστε το αποτέλεσμά τους να διαχυθεί σε ολόκληρη την κοινωνία. Και βεβαίως ήλθε ο καιρός οι επιχειρηματίες και οι τράπεζες να αναλάβουν το απαιτούμενο ρίσκο. Αλλωστε τα επιτόκια για επενδύσεις παρά την άνοδό τους σε αυτές τις πληθωριστικές συνθήκες παραμένουν εντόνως αρνητικά. Λιμνάζουσες οι καταθέσεις στις τράπεζες απομειώνονται, δεν αποδίδουν…

 ΤΟ ΒΗΜΑ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.