Ο «Ελληνας» Ιρβιν Γιάλομ

Στην Ελλάδα, μία χώρα που δεν έχει παίξει κάποιον σοβαρό ρόλο στο πεδίο της ψυχοθεραπείας, ο Γιάλομ έχει το μεγαλύτερο, αναλογικά, αναγνωστικό κοινό σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ενας ηλικιωμένος βρετανός γιατρός ζήτησε, πριν από λίγα χρόνια, ραντεβού από τον Ιρβιν Γιάλομ, τον ψυχίατρο του Πανεπιστημίου Στάνφορντ της Καλιφόρνιας και συγγραφέα του μπεστ σέλερ «Οταν έκλαψε ο Νίτσε». Ο βρετανός γιατρός ήταν απογοητευμένος από την εργένικη ζωή του και ανικανοποίητος επειδή δεν μπόρεσε να πραγματώσει τα σχέδια και τα όνειρά του. Αλλά η μεγαλύτερη πληγή του ήταν μια ιστορία που τον στοίχειωνε για μισό αιώνα. Στα φοιτητικά του χρόνια δίδασκε αγγλικά σ’ ένα σχολείο θηλέων στην Ελλάδα. Κατά την τελετή της αποφοίτησης μια μαθήτρια τον αγκάλιασε και του ψιθύρισε στο αφτί «σ’ αγαπώ». Από τότε δεν έπαψε να τη σκέφτεται και να οικτίρει τον εαυτό του που δεν τόλμησε ν’ αρπάξει την ευκαιρία που του πρόσφερε η μοίρα. Είπε την ιστορία του στον Γιάλομ. Ο ψυχίατρος έκανε ό,τι μπορούσε από τη θεραπευτική σκοπιά. Δεν του είπε όμως τη δική του ιστορία. Δέκα χρόνια πριν από αυτό το ραντεβού, ο Ιρβιν Γιάλομ υπέγραφε βιβλία του στην Αθήνα, στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας, στην οδό Σόλωνος, που δεν υπάρχει πια. Εκατοντάδες γυναίκες έκαναν ουρά, που απλώνονταν σε τρεις δρόμους. Ο Γιάλομ έγραφε αφιερώσεις σε Ευδοξίες, σε Τατιάνες και σε άλλες με πιο δύσκολα ονόματα, Ιάνθες και Νηρηίδες. Αλλά το πρόβλημα δεν ήταν η δύσκολη ορθογραφία. Μέσα στις λίγες ώρες της διαδικασίας της υπογραφής τουλάχιστον πενήντα Ελληνίδες τού ψιθύρισαν στο αφτί «σ’ αγαπώ». Το είχε πάρει επάνω του αλλά τον προσγείωσαν οι υπάλληλοι του βιβλιοπωλείου. «Οι Ελληνίδες εκφράζουν συχνά τον θαυμασμό τους με αυτά τα λόγια, αλλά δεν τα εννοούν τόσο προσωπικά όσο οι Αμερικανίδες».
Είναι παράδοξο αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα με τον Ιρβιν Γιάλομ. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο 87χρονος ψυχίατρος είναι βέβαια γνωστός στους ψυχιατρικούς, πανεπιστημιακούς κύκλους. Αλλά μέχρι εκεί. Στην Ελλάδα η δημοτικότητά του είναι μοναδική στο ευρύ κοινό. Είναι επίσης πολύ δημοφιλής στην Τουρκία, στο Ισραήλ και στο Ιράν, έτσι που ο ίδιος να αναρωτιέται αν αποτελεί κάποιο ειδικό φαινόμενο Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής. Αλλά στην Ελλάδα, μία χώρα που δεν έχει παίξει κάποιον σοβαρό ρόλο στο πεδίο της ψυχοθεραπείας, ο Γιάλομ έχει το μεγαλύτερο, αναλογικά, αναγνωστικό κοινό σε ολόκληρο τον κόσμο. Ολα τα βιβλία του, τόσο τα λογοτεχνικά όσο και τα ψυχιατρικά, γνωρίζουν τεράστια επιτυχία. Πίσω από αυτή την επιτυχία υπήρχε βεβαίως μια ευτυχής συνάντηση ανθρώπων, που είναι και αποτέλεσμα της συγκυρίας. Ενα γεύμα στο εστιατόριο Anton της Νέας Ορλεάνης με τον Γιάννη Ζέρβα, τον ψυχίατρο και μεταφραστή (μαζί με την Ευαγγελία Ανδριτσάνου) του μυθιστορήματος «Οταν έκλαψε ο Νίτσε», στις αρχές της δεκαετίας του 2000, στο πλαίσιο του συνεδρίου της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας. Και μετά μια μεγάλη αλληλογραφία με τον εκδότη της Αγρας Σταύρο Πετσόπουλο που είχε ως αποτέλεσμα τις προσκλήσεις στην Ελλάδα. «Ολα αυτά τα χρόνια έχω ερωτηθεί πολλές φορές από δημοσιογράφους σε τι οφείλεται η τόσο μεγάλη δημοτικότητά μου στην Ελλάδα και δεν μπορώ να δώσω ικανοποιητική απάντηση. Αυτό που ξέρω είναι πως, παρά το γεγονός ότι δεν μιλάω ούτε λέξη ελληνικά, στην Ελλάδα νιώθω ότι βρίσκομαι στο σπίτι μου». Νιώθει μάλιστα τόσο πολύ ότι βρίσκεται στο σπίτι του που μπορεί να εντοπίσει το ζαχαροπλαστείο όπου τον οδηγεί η μύτη του ακολουθώντας τη μυρωδιά του μπακλαβά. Είναι μια ιστορία που αφηγείται στην αυτοβιογραφία του, από την επίσκεψή του στα Γιάννενα, το 2009, μαζί με τη γυναίκα του Μέριλιν, συγγραφέα ενός πρωτότυπου βιβλίου για την «Ιστορία του γυναικείου στήθους».

Το χαμόγελο του Νίτσε

Η σχέση έρωτα του Γιάλομ με τους έλληνες αναγνώστες, ή καλύτερα τις ελληνίδες αναγνώστριες, άρχισε το φθινόπωρο του 2001, όταν κυκλοφόρησε στα ελληνικά το μυθιστόρημα «Οταν έκλαψε ο Νίτσε». Το βιβλίο αυτό είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις longseller στην ελληνική εκδοτική αγορά. Το μυθιστόρημα ήταν το αποτέλεσμα μιας προσωπικής κρίσης. Το 1988 ο Γιάλομ αισθανόταν διχασμένος ανάμεσα στη ζωή του ερευνητή και δασκάλου στο Στάνφορντ και του ανθρώπου που ήθελε να ρισκάρει στην περιοχή της γραφής. Σκέφτηκε να κάνει έναν συμβιβασμό. Να γράψει ένα διδακτικό μυθιστόρημα και να μεταφέρει τους μαθητές του πίσω στον χρόνο, στη Βιέννη, στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που γεννιόταν η ψυχοθεραπεία. Επινοεί λοιπόν μια φανταστική ιστορία όπου ο Νίτσε παίζει κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη της ψυχοθεραπείας, μολονότι όλο του έργο του είναι γραμμένο πριν από την αυγή αυτής της νέας επιστήμης. Για τον Γιάλομ όμως ο Νίτσε, που έχει γράψει για παράδειγμα «όποιος έχει ένα γιατί στη ζωή, μπορεί να συμβιβαστεί με οποιοδήποτε πώς», έχει μεγάλη συνάφεια με την ψυχοθεραπεία.
Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό ακολούθησε αυτόν τον «Νίτσε» κι ό,τι άλλο εκδιδόταν με το όνομα Γιάλομ. Το αποκορύφωμα αυτής της μοναδικής δημοφιλίας ήταν τον Μάρτιο του 2009, όταν ο Ιρβιν Γιάλομ ήρθε στην Αθήνα για μια διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής με τίτλο «Με το βλέμμα στον ήλιο, ξεπερνώντας τον τρόμο του θανάτου». Ρεκόρ Γκίνες. Είχαν προσέλθει 5.000 άτομα, που από νωρίς το απόγευμα έκαναν ουρά στο πεζοδρόμιο της Βασιλίσσης Σοφίας. Μπόρεσαν να μπουν τελικά 3.000. Παντού ή ίδια μεγάλη προσέλευση, σε όλες τις εμφανίσεις και ομιλίες του Γιάλομ στο Χίλτον, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Αιγινήτειο, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο ίδιος, χαρούμενος με την αγάπη του κόσμου, θυμάται τα δώρα: μέλι, κρασί, με αποκορύφωμα ένα ιστιοφόρο μισού μέτρου φτιαγμένο από σοκολάτα, που βρήκαν με τη Μέριλιν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου τους, μετά από μια ομιλία. «Πανευτυχείς, αρχίσαμε να το μασουλάμε».

Ταξίδι στον ήλιο

Τι ρόλο παίζει το μοιραίο σ’ αυτή τη βαθιά σχέση; Τη δεκαετία του 1960 ο Γιάλομ είναι στην Αγγλία με εκπαιδευτική άδεια. Παραπονούμενος ως Καλιφορνέζος για το μούλιασμα και τη βροχή, πήγε σε ταξιδιωτικό γραφείο της Οξφόρδης και ζήτησε επειγόντως ένα κοντινό και ηλιόλουστο μέρος. Του έκλεισαν ένα ταξίδι στην Ελλάδα. «Με την Ελλάδα θα γίνετε οι καλύτεροι φίλοι» του είπαν. Μερικές μέρες στην Πελοπόννησο, στους Δελφούς και μετά στην Κρήτη. Αναρίγησε μπροστά στον τάφο του Καζαντζάκη, ανέβηκε στα βουνά, γευμάτισε σ’ ένα μοναστήρι, μπήκε στο μαγαζάκι «ενός ρυτιδιασμένου εβραίου παλαιοπώλη» στο Ηράκλειο, αφέθηκε να εξαπατηθεί από έναν έμπορο νομισμάτων και εντυπωσιάστηκε από τα ορεκτικά που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. «Η περιπέτεια αυτή ήταν η αρχή μιας σχέσης διαρκείας με την Ελλάδα».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.