Παθολογία της δημοκρατίας

Δέκα χρόνια μετά την οικονομική κρίση του 2008 και την ανεπαρκή πολιτικά διαχείρισή της, ο νοητός ιδεολογικός χάρτης της δυτικής κοινωνίας μοιάζει ριζικά διαφοροποιημένος. Λαϊκιστικά, ευρωσκεπτικιστικά ή αντισυστημικά ρεύματα διαπέρασαν το πολιτικό σκηνικό στη Βρετανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία.

Frederic Worms
Οι χρόνιες παθήσεις της δημοκρατίας

Μετάφραση Γιώργος Φαράκλας
Εκδόσεις Πόλις, 2018
σελ. 280, τιμή 16 ευρώ

Δέκα χρόνια μετά την οικονομική κρίση του 2008 και την ανεπαρκή πολιτικά διαχείρισή της, ο νοητός ιδεολογικός χάρτης της δυτικής κοινωνίας μοιάζει ριζικά διαφοροποιημένος. Λαϊκιστικά, ευρωσκεπτικιστικά ή αντισυστημικά ρεύματα διαπέρασαν το πολιτικό σκηνικό στη Βρετανία, στην Ισπανία, στην Ιταλία. Τα κόμματα της μεταπολεμικής σκηνής υποσκελίστηκαν στη Γαλλία από έναν νεφελώδη κεντρώο προεδρικό σχηματισμό και την κληρονόμο ενός εξτρεμιστή της Δεξιάς. Ενα ακροδεξιό κόμμα κυβερνά την Ουγγαρία. Ενας πλουτοκράτης δημαγωγός εξελέγη πρόεδρος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πειρασμός να θεωρήσει κανείς την παθολογία της δημοκρατίας σήμερα απότοκο της «Great Recession», της Μεγάλης Υφεσης, είναι έντονος –και εμφανής σε μεγάλο μέρος των αναλύσεών της. Μια τέτοια ερμηνεία ωστόσο παραμερίζει υποκείμενους παράγοντες που δρουν σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Αυτή είναι η εκτίμηση του γάλλου φιλοσόφου Φρεντερίκ Βορμς, καθηγητή της École Normale Supérieure, o οποίος στο βιβλίο «Οι χρόνιες παθήσεις της δημοκρατίας» ανάγει τα τρέχοντα προβλήματα στον χρόνο της μεσαίας διάρκειας και στο πλαίσιο των δομών του πολιτεύματος.

Η εξαφάνιση της Ιστορίας

Με το υποτιθέμενο «τέλος της Ιστορίας» το 1989 η δημοκρατία δεν τελείωσε, όπως πολλοί πρεσβεύουν, λέει ο Βορμς. Δεν νίκησε ολοκληρωτικά, ούτε και ηττήθηκε αποφασιστικά. Αντιμετωπίζει ωστόσο, όπως φάνηκε στην πορεία, μια σειρά κλονισμών, διαρκών και επαναλαμβανόμενων. Για να τους ορίσει ο γάλλος φιλόσοφος, για να τονίσει τα δομικά χαρακτηριστικά και την επίμονη παρουσία τους, δανείζεται μια έννοια από το ιατρικό λεξιλόγιο: «Βιώνουμε κάτι τελείως διαφορετικό: μια «χρόνια» δοκιμασία, αν όχι πάθηση. […] Βιώνουμε μία ή μερικές «χρόνιες» παθήσεις οι οποίες αφορούν επομένως ελαττώματα τα οποία είναι δομικά, ίσως αναπόφευκτα». Οπωσδήποτε, ο απόηχος της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν προκάλεσε τα φαινόμενα αυτά καθαυτά, συνέβαλε όμως στη δημιουργία ενός δυναμικού πεδίου για την ανάπτυξή τους: «Η Ιστορία απλώς και μόνο εξαφανίσθηκε και αντικαταστάθηκε από μιαν εκρηκτική διασπορά γεγονότων προς όλες τις κατευθύνσεις, με κάθε λογής νόημα και έναν ριζικό αποπροσανατολισμό». Προκειμένου να επιτύχουμε έναν ιστορικό αναπροσανατολισμό και να παραδεχθούμε τις παθήσεις της δημοκρατίας, σημειώνει ο Βορμς, οφείλουμε να κατανοήσουμε την ελευθερία και την ισότητα ως ημιτελείς στον μετά το 1789 βίο τους και τη δημοκρατία ως ιδέα εν πορεία.

Οι χρόνιες παθήσεις

Τρεις είναι οι χρόνιες κρίσεις που εντοπίζει ο συγγραφέας, εκφράσεις μιας βίας εγγενούς στις ανθρώπινες σχέσεις: ο σύγχρονος κυνισμός ως γενίκευση της καχυποψίας ή της συνωμοσίας, ο ρατσισμός και ο υπερφιλελευθερισμός. Ο κυνισμός αποτελεί ριζική αντιστροφή μιας εσωτερικής αρχής της δημοκρατίας, αυτής της κριτικής: εδώ οι σύγχρονοι κυνικοί προβαίνουν στη «ριζική χρήση της υπέρβασης εντός του δημόσιου χώρου» όχι για λόγους παρρησίας, όπως οι αρχαίοι προκάτοχοι του ονόματος, αλλά για να αμφισβητήσουν τις αρχές και τους θεσμούς της δημοκρατίας ως ουδέτερου και αντικειμενικού πλαισίου για να καρπωθούν οι ίδιοι την εξουσία. Ευνοούνται ως προς αυτό από μια παρενέργεια της παγκοσμιοποίησης: τη μεταβολή του πλαισίου του δημόσιου λόγου σε σημείο ώστε αυτό να έχει αλλάξει φύση. Το Διαδίκτυο, επισημαίνει ο Βορμς, δεν συνιστά ούτε δημόσιο ούτε θεσμικό πλαίσιο, αλλά χώρο διάδοσης φημολογίας και οικοδόμησης της καχυποψίας προς κριτικούς θεσμούς της δημοκρατίας, όπως ο Τύπος.
Ως προς τον ρατσισμό, ο γάλλος φιλόσοφος παρατηρεί ότι πρόκειται αρχικά για «αρρώστια της παράστασης του εαυτού», την υιοθέτηση μιας θεμελιακά ουσιώδους, ανιστορικής ταυτότητας, ανώτερης, απρόσβλητης –αλλά και απειλούμενης από τους «άλλους». Η «βαθιά μη παραδοχή του εγγενούς διφορούμενου όλων των όντων και εμάς των ίδιων» οδηγεί στην «ουσιοποίηση» του άλλου σύμφωνα με βιολογικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά γνωρίσματα. Στη βάση ακριβώς της ουσιοποίησης του εχθρού ο Βορμς συναρτά τη σύγχρονη αναζωπύρωση της τρομοκρατίας με τον ρατσισμό.
Ο υπερφιλελευθερισμός, από την πλευρά του, αποτελεί την αναγωγή της οικονομικής διάστασης σε καθολική αρχή ρύθμισης της κοινωνίας. Ετσι, ενώ η παγκοσμιοποίηση αποκαλύπτει τον βαθμό της ανθρώπινης αλληλεξάρτησης, εμφανή στο πρόβλημα της πλανητικής υπερθέρμανσης, ταυτόχρονα ευνοεί τη διάδραση των ανθρώπινων πράξεων χωρίς πρότερη μελέτη ή πρόνοια για τις συνέπειές τους. Καθίσταται προφανής για τον συγγραφέα η ανάγκη της δημοκρατίας ως «πολιτικής των σχέσεων», πεδίου ηθικής και δικαίου που διασφαλίζει την ελευθερία των ατόμων και ωθεί τη δημιουργική πράξη τους σε συμμετοχικούς θεσμούς.

Κρίση και θεραπεία

Υπάρχει οπωσδήποτε για τον Βορμς μια πύκνωση των φαινομένων που οφείλει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν. Ο συνδυασμός των χρόνιων παθήσεων συνιστά κίνδυνο γενικής κρίσης. Συγκρίνοντας την «εποχή της τυραννίας» που είχε διαγνώσει ο γάλλος φιλόσοφος Ελί Αλεβί τη δεκαετία του ’30 με τις δικές μας περιστάσεις, ο Βορμς διαπιστώνει επικίνδυνες συγκλίσεις «σε μια διεκδίκηση του «λαού» κατά των θεσμών και του κράτους, πράγμα που εξηγεί και την επιτυχία του «λαϊκισμού», τόσο ως πράγματος όσο και ως λέξης». Σε αντίθεση όμως με την τότε κρίση, «οι αντίπαλοι της δημοκρατίας σήμερα δεν θέλουν να την αντικαταστήσουν με τον ολοκληρωτισμό, αλλά να τη μεταβάλουν σε τυραννία από μέσα». Ως ρητό παράδειγμα κατονομάζει τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στήριξε την προεκλογική του εκστρατεία ακριβώς πάνω στο τρίπτυχο καχυποψίας, ρατσισμού και υπερφιλελευθερισμού. Και αν η ανησυχία οφείλει να επιταθεί, αυτό προκύπτει από τη «συνέργεια σχημάτων και ρευμάτων» σε πολύ διαφορετικές χώρες: «Η νέα «εποχή της τυραννίας» που ζούμε αναμειγνύει τα ίδια συστατικά στις Ηνωμένες Πολιτείες του νέου προέδρου, στη Ρωσία του Πούτιν ή σε μια Κίνα που είναι συνάμα το άκρον άωτον του υπερφιλελευθερισμού και του παλαιάς κοπής ολοκληρωτισμού».
Ο στοχασμός του Φρεντερίκ Βορμς είναι απλός και κατανοητός, η διάγνωσή του οξυδερκής και διεισδυτική. Ως προς την αγωγή, ο Βορμς αρνείται υπόρρητα την ουτοπία κάνοντας λόγο για αγώνα, αντιστάσεις και μεταμόρφωση του πολιτεύματος όπως το ζούμε. Αυτό είναι σύμφωνο με τη θέση του ότι οι παθήσεις της δημοκρατίας είναι χρόνιες –άρα δεν είναι παροδικές. Παραπέμποντας στους κριτικούς θεσμούς του Τύπου και της εκπαίδευσης για την αναχαίτιση της καχυποψίας και της συνωμοσιολογίας, την οικοδόμηση μιας ταυτότητας επί των πράξεων («της υπέρβασης, της συσπείρωσης, της ειρήνης μεταξύ πολιτών») και όχι επί της ουσίας ή στη θεσμική απάντηση στο ακραίο διά της θεσμοθέτησης τολμηρών μέτρων αυτοκριτικής της κοινωνίας («θεσμοθέτηση του ακραίου») για την καταπολέμηση του ρατσισμού, όπως και στη σημασία των διεθνών θεσμών και της «πολιτικής των σχέσεων» για τη συγκράτηση του υπερφιλελευθερισμού, παρέχει έναν οδικό χάρτη για ένα μακρύ ταξίδι. Το σημαντικότερο στο δοκίμιο του Βορμς, ωστόσο, είναι πράγματι η επισήμανση του Ροζέ-Πολ Ντρουά στη «Le Monde»: «Υπενθυμίζει εξαρχής ότι αυτές οι παθολογίες είναι εγγενείς στις ανθρώπινες σχέσεις και ότι μόνο η δημοκρατία είναι ικανή όχι να τις «θεραπεύσει», όσο μάλλον να τις περιφράξει και ίσως να τις περιστείλει».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.