Ο εφιάλτης της επόμενης μέρας για τη Μέρκελ

Η Ανγκελα Μέρκελ μπορεί να κέρδισε εύκολα την τέταρτη θητεία της στην Καγκελαρία, όμως αυτή προβλέπεται πιο δύσκολη απ' όλες τις προηγούμενες.

Η Ανγκελα Μέρκελ μπορεί να κέρδισε εύκολα την τέταρτη θητεία της στην Καγκελαρία, όμως αυτή προβλέπεται πιο δύσκολη απ’ όλες τις προηγούμενες. Η καγκελάριος έχει δύσκολες ισορροπίες να τηρήσει. Πρέπει να σχηματίσει μια «άβολη» κυβερνητική συμμαχία με δύο πολιτικά αντίθετα κόμματα, τους Φιλελεύθερους (FDP) και τους Πράσινους, η οποία δεν έχει ξαναδοκιμαστεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο στη χώρα. Πρέπει να κρατήσει ενωμένη τη συμμαχία των Χριστιανοδημοκρατών της (CDU) με τους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας (CSU), συμμαχία που κλυδωνίστηκε λόγω του Προσφυγικού. Πρέπει να ξανακερδίσει το 1 εκατομμύριο πρώην ψηφοφόρους της που μετακινήθηκαν προς την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). Και, τέλος, πρέπει να ηγηθεί, μαζί με τον γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, της μεταρρύθμισης στην ΕΕ, προνομιακό πεδίο για την υστεροφημία της αλλά ευαίσθητο όσον αφορά την κυβερνητική συμμαχία με το FDP.
Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό του κυβερνητικού συνασπισμού αναμένεται να διαρκέσουν μήνες, ίσως και μετά τα Χριστούγεννα. Στο διάστημα αυτό στη Γερμανία αναμένεται ένα κλίμα εσωστρέφειας με επιπτώσεις στον ηγετικό της ρόλο στα διεθνή και ευρωπαϊκά ζητήματα.
Την ερχόμενη Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου, η Μέρκελ πρόκειται να συναντηθεί με την ηγεσία του CSU σε μια προσπάθεια να βρεθεί κοινός τόπος πριν από τις διαπραγματεύσεις με τα άλλα κόμματα. Αυτές δεν θα ξεκινήσουν πριν από τις 15 Οκτωβρίου και τις τοπικές εκλογές στο κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας.
Οι Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας αφήνουν να εννοηθεί ότι επιθυμούν μια δεξιά στροφή της κυβέρνησης, επικεντρωμένη στην ασφάλεια και στον καθορισμό πλαφόν για τον αριθμό των μεταναστών. Το θέμα του πλαφόν είχε τεθεί από τους Χριστιανοκοινωνιστές και μετά την έκρηξη των προσφυγικών ροών του 2015, αλλά η Μέρκελ ήταν ανένδοτη και επιβλήθηκε στους βαυαρούς συμμάχους της τότε. Αυτή τη φορά ίσως δεν τα καταφέρει. Αλλά υπάρχουν και οι Πράσινοι που είναι κάθετα αντίθετοι προς τον καθορισμό πλαφόν.
Οι Φιλελεύθεροι έχουν τις δικές τους κόκκινες γραμμές. Επιθυμούν πιο «σφιχτή» προσφυγική πολιτική και βλέπουν με σκεπτικισμό την εμβάθυνση της ΕΕ που επιθυμεί το δίδυμο Μέρκελ – Μακρόν. Οι Πράσινοι θέλουν τα υπουργεία που σχετίζονται με την ενέργεια και το περιβάλλον. Επιθυμούν πάση θυσία να κλείσουν τα 20 ρυπογόνα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας που λειτουργούν με λιγνίτη –στο οποίο αντιτίθενται οι Φιλελεύθεροι. Επιθυμούν επίσης εγγυήσεις ότι η Γερμανία θα τηρήσει πλήρως τη συνθήκη του Παρισιού για το κλίμα. Ο ηγέτης των Πρασίνων Τζεμ Οζντεμίρ δηλώνει θετικός προς τη μεταρρύθμιση της ευρωζώνης. Αντίθετα, το βαυαρικό CSU αντιτίθεται στον ορισμό ενός υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης.
«Νίκη-εφιάλτης για τη Μέρκελ» ήταν ο τίτλος της «Bild» την επομένη των εκλογών, ακριβώς επειδή τα μέτωπα που πρέπει να προσέξει είναι πολλά. Ακόμα και εντός του CDU, υπάρχει μια δεξιά πτέρυγα που αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την κεντρώα-φιλελεύθερη στροφή της Μέρκελ και δεν αποκλείεται να συνεχίσει τις διαρροές προς το AfD.
«Αρχίσαμε να αναλύουμε τους ψηφοφόρους που χάσαμε, ιδίως όσους μετακινήθηκαν προς το AfD, τους οποίους θέλουμε να ξανακερδίσουμε με καλές πολιτικές και αντιμετώπιση των ζητημάτων» δήλωσε η Μέρκελ.
Στα υπέρ της Μέρκελ είναι η αποδοχή του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να μετακινηθεί από το υπουργείο Οικονομικών στην προεδρία της Μπούντεσταγκ –της οποίας οι συνεδριάσεις αναμένονται επεισοδιακές, καθώς ο συμπρόεδρος το AfD Αλεξάντερ Γκάουλαντ δηλώνει ότι «θα κυνηγάει» ανελέητα την κυβέρνηση και «θα ξαναπάρει πίσω τη χώρα» από τους ξένους, ενώ το κόμμα εξέλεξε διάφορα ακροδεξιά «μπουμπούκια» ως βουλευτές.
Πολλοί αναλυτές, ιδίως Αμερικανοί αλλά και άλλοι, παρατηρούν με κακεντρέχεια ότι η Μέρκελ δεν θα κουνάει πια το δάχτυλο στις υπόλοιπες χώρες με το «ηθικό πλεονέκτημα» του ηγέτη που δεν έχει ακροδεξιούς στη Βουλή του. Αυτό ίσως δυσχεράνει τη θέση της Μέρκελ σε διεθνές επίπεδο, ακόμη και έναντι του Ντόναλντ Τραμπ. Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα την κάνει πιο προσεκτική για να μη γιγαντώσει το AfD, κυρίως εις βάρος του CDU.
Η μετακίνηση του Σόιμπλε αφήνει το πεδίο ανοιχτό για να αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών το FDP, το οποίο είναι πολύ σκληρό στα δημοσιονομικά. Ισως τον διαδεχθεί ο ηγέτης του FDP (και υπέρμαχος του Grexit) Κρίστιαν Λίντνερ ή ο αντιπρόεδρος του κόμματος Βόλφγκανγκ Κούμπικι.
Με τη μετακίνηση του Σόιμπλε, η Μέρκελ κερδίζει και σε ένα άλλο πεδίο: απομακρύνει έναν σκληρό και αμετακίνητο παίκτη από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τα άλλα κόμματα. Τέλος, η Μέρκελ έχει με το μέρος της τη γερμανική οικονομία, η οποία αναμένεται να εμφανίσει πλεονάσματα-ρεκόρ τα επόμενα δύο χρόνια.
Ακόμα και αν ο λεγόμενος συνασπισμός «Τζαμάικα», από τα χρώματα των τριών κομμάτων που τον αποτελούν και συνθέτουν τη σημαία της Τζαμάικας (το μαύρο των CDU/CSU, το κίτρινο του FDP και το πράσινο των Πρασίνων), φαντάζει ο πιο πιθανός –δεδομένου ότι τα «κουκιά» για αριστερο-κεντροαριστερό συνασπισμό δεν βγαίνουν και οποιαδήποτε συμμαχία με το AfD αποκλείεται -, τίποτε δεν είναι δεδομένο. Το SPD έσπευσε να ανακοινώσει, προτού καλά-καλά οριστικοποιηθεί το εκλογικό αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής, ότι δεν θα συμμετάσχει σε κυβερνητικό συνασπισμό αλλά θα αναλάβει τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στερώντας τον από το AfD. Προσθέτοντας στη γενικότερη αβεβαιότητα όμως, στελέχη του SPD αφήνουν να εννοηθεί τις τελευταίες ημέρες ότι αυτό δεν είναι βέβαιο.
Αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις για τον συνασπισμό «Τζαμάικα», οι δρόμοι είναι τρεις: ένας ακόμα μεγάλος συνασπισμός μεταξύ CDU/CSU και SPD (όπως στην πρώτη και στην τρίτη θητεία της Μέρκελ), μια κυβέρνηση μειοψηφίας ή πρόωρες εκλογές.
Ποιοι και γιατί ψήφισαν την Εναλλακτική για τη Γερμανία
Η δυσάρεστη έκπληξη των γερμανικών εκλογών δεν ήταν μόνο αυτή καθαυτή η είσοδος τηςΕναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στην Μπούντεσταγκ (Βουλή) αλλά και το πώς ένα κόμμα ακροδεξιό και με τόσες ανακολουθίες κατάφερε να πείσει σχεδόν 6 εκατομμύρια (για την ακρίβεια, 5,92 εκατομμύρια) ψηφοφόρους, και μάλιστα σε μια χώρα που απολαμβάνει πολλά συλλογικά αγαθά –δημοκρατία, χαμηλή ανεργία, ανάπτυξη κ.λπ. Σε τι είδους σύγχυση βρίσκεται ο ψηφοφόρος που επιλέγει ένα ξενοφοβικό κόμμα το οποίο τοποθετείται κατά των γάμων των ομοφυλοφίλων και των υιοθεσιών από ομόφυλα ζευγάρια αλλά στο οποίο συμπροεδρεύει μια ομοφυλόφιλη, η Αλις Βάιντελ, που συζεί με μια γυναίκα από τη Σρι Λάνκα με την οποία έχουν δύο παιδιά;
Στα exit polls, οι ψηφοφόροι του AfD ανέφεραν ως λόγους για την πολιτική επιλογή τους τούς μετανάστες και πρόσφυγες που κατέκλυσαν τη Γερμανία τα τελευταία δύο χρόνια, την εγκληματικότητα και την ασφάλεια, καθώς και τη διαμαρτυρία κατά των μεγάλων κομμάτων. Ωστόσο οι αναλυτές θεωρούν ότι η είσοδος για πρώτη φορά ενός ακροδεξιού κόμματος στην Μπούντεσταγκ έχει πολύ πιο βαθιές ρίζες από τις προσφυγικές ροές του 2015 και την περυσινή τρομοκρατική επίθεση σε χριστουγεννιάτικη αγορά του Βερολίνου. Ο ελέφαντας, δηλαδή, βρισκόταν στο δωμάτιο εδώ και πολύ καιρό, όμως σχεδόν κανένας δεν μιλούσε για αυτόν. Οι περισσότεροι βαυκαλίζονταν ότι η Γερμανία, λόγω του ναζιστικού παρελθόντος της, ήταν πολύ ευαίσθητη σε αυτά τα ζητήματα και δεν τα άφηνε να γιγαντωθούν.
Οι ρίζες της ανόδου του AfD βρίσκονται στην επανένωση της Γερμανίας αλλά και νωρίτερα, στην πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου το AfD έφερε τα καλύτερα ποσοστά της την περασμένη Κυριακή –12,6% σε όλη τη Γερμανία αλλά 22,5% στα ανατολικά κρατίδια. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, πολλοί αναλυτές επικρίνουν τον Χέλμουτ Κολ, πρώην καγκελάριο και αρχιτέκτονα της επανένωσης της Γερμανίας το 1990. Τον κατηγορούν ότι η επανένωση έγινε άτσαλα και βιαστικά και ότι, τελικά, η αίσθηση που έμεινε στους Ανατολικογερμανούς δεν είναι ότι επανενώθηκαν με τους Δυτικογερμανούς αλλά ότι κατακτήθηκαν από αυτούς.
Η ανεργία ήταν σχεδόν μηδενική στην πρώην Ανατολική Γερμανία αλλά εκτοξεύθηκε στο 20% έξι χρόνια μετά την επανένωση. Τα εργοστάσια και οι υπηρεσίες της Ανατολικής Γερμανίας δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν εκείνα της Δυτικής και κατέρρευσαν. Πολλοί Ανατολικογερμανοί –εκείνοι που διέθεταν τα περισσότερα προσόντα –μετακόμισαν στη Δυτική Γερμανία αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, αφήνοντας πίσω τους ανθρώπους πιο περιθωριοποιημένους και πιο επιρρεπείς να πειστούν από λαϊκιστικά ακροδεξιά κόμματα.
Επιπλέον, η μονοκομματική παράδοση της κομμουνιστικής Ανατολικής Γερμανίας, η έλλειψη ανεκτικότητας προς τη διαφορετική άποψη και η σχεδόν πλήρης απουσία ξένων αποτέλεσαν ένα υπόβαθρο στο οποίο μπορούν εύκολα να πιάσουν ρίζες ακροδεξιά κόμματα. Δεν είναι τυχαίο που το 2006 οι υπηρεσίες ασφαλείας της Γερμανίας προειδοποίησαν ότι η Σαξονία, το ανατολικό κρατίδιο που συνορεύει με την Πολωνία και την Τσεχία, ήταν η πρωτεύουσα της Ακροδεξιάς στη Γερμανία με 75 ακροδεξιούς ανά 1.000 κατοίκους (ενώ ο μέσος όρος στην υπόλοιπη χώρα ήταν 47 στους 1.000).
Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που στις εκλογές της περασμένης Κυριακής το AfD έφερε το καλύτερο ποσοστό της στη Σαξονία (27%), όπου αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, ξεπερνώντας το CDU της Μέρκελ. Η ειρωνεία είναι ότι οι περιοχές στις οποίες έφερε τα υψηλότερα ποσοστά της το AfD είναι εκείνες που έχουν τους λιγότερους πρόσφυγες και μετανάστες. Το υψηλότερο ποσοστό (46,2%) το έφερε στην κωμόπολη Ράτμανσντορφ της Σαξονίας, η οποία έχει σχεδόν 1.000 κατοίκους και, σύμφωνα με την αυστηρή πολιτική ποσοστώσεων της Γερμανίας, που στέλνει αναλογικά πρόσφυγες και μετανάστες σε όλες τις γωνιές της χώρας, υποδέχθηκε λιγότερους από 10 αιτούντες άσυλο!
Ναζιστικά κόμματα στο πρόσφατο παρελθόν έφερναν τα καλύτερα αποτελέσματά τους στην πρώην Ανατολική Γερμανία, όπως το νεοναζιστικό NPD που εξελέγη στην τοπική Βουλή της Σαξονίας το 2004 και το 2009. Το ακροδεξιό κίνημα PEGIDA (Ευρωπαίοι Πατριώτες κατά της Ισλαμοποίησης της Δύσης) διοργανώνει μαζικές εβδομαδιαίες διαδηλώσεις στη Δρέσδη από το 2014. Το AfD πάτησε πάνω σε αυτό το υπόβαθρο και έχτισε τη δύναμή του.
Το ότι η πρώην Ανατολική Γερμανία έχει πλέον οικονομική ανάπτυξη και δεν υπολείπεται της υπόλοιπης Γερμανίας –τη Σαξονία την αποκαλούν σήμερα «Σίλικον Σαξονία» λόγω της ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών –δεν στρέφει τους ψηφοφόρους προς τα παραδοσιακά κόμματα. Αντίθετα, τους κάνει να ανησυχούν μήπως χάσουν αυτά που κατέκτησαν, να φοβούνται ότι αλλοιώνεται η γερμανική ταυτότητα και να αντιμετωπίζουν τις περιοχές της πρώην Δυτικής Γερμανίας με υψηλό ποσοστό ξένων ως παραδείγματα προς αποφυγή.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.