Φρανκ Κάστορφ: «Η τέχνη δημιουργεί τη λαχτάρα για έναν καλύτερο κόσμο»

Μπορεί το όνομά του να έχει συνδεθεί με τις πιο πειραματικές παραστάσεις,

Μπορεί το όνομά του να έχει συνδεθεί με τις πιο πειραματικές παραστάσεις, μιας και στα 25 χρόνια της θητείας του στο ιστορικό «Θέατρο του Λαού», κατά κόσμον Φολκσμπίνε, δεν παρέλειψε να διασαλεύσει με οίστρο κάθε θεατρική σύμβαση. Απογύμνωσε τα κείμενα, έγδυσε τους ηθοποιούς, τους έβαλε να μεθύσουν, να εκσφενδονίσουν σωματικές εκκρίσεις ή να πετάξουν μπογιές στο κοινό. Ωστόσο, ο Φρανκ Κάστορφ, ο σκηνοθέτης που έριξε πολύ τσιμέντο στα θεμέλια αυτού που αποκαλούμε εν συντομία «γερμανικό θέατρο», ελάχιστες φορές απομακρύνθηκε από τα κλασικά κείμενα, ή έστω από τον πυρήνα της πλοκής τους. Ω ναι, ο Φρανκ Κάστορφ αγαπάει τους κλασικούς. «Μπορείς να κατανοήσεις το παρόν μόνο μέσα από τη γνώση του παρελθόντος και ενδεχομένως να καταφέρεις να προσεγγίσεις το μέλλον μέσα από αυτό το διπλό άλμα» εξηγεί στο BHΜΑgazino. «Στα κλασικά κείμενα εμπεριέχονται ιστορικές στιγμές οι οποίες, όταν είναι αποδεσμευμένες από την πατίνα των ερμηνειών που συσσωρεύονται συνήθως με την πάροδο του χρόνου πάνω στο έργο των συγγραφέων τους, τότε μπορούν να αποτελέσουν ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την κατανόηση του παρόντος».
Οπως ο Ντοστογιέφσκι. Ο Κάστορφ άρχισε να πραγματοποιεί σκηνικές μεταφορές των μυθιστορημάτων του από το 1999 και έκτοτε έχει ανεβάσει τους «Δαιμονισμένους», τους «Ταπεινούς και καταφρονεμένους», τον «Ηλίθιο», το «Εγκλημα και τιμωρία» και βεβαίως τον «Παίκτη» το 2011. Αυτό είναι το έργο που θα παρουσιάσει (από την καρέκλα του σκηνοθέτη και μόνο) στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου στο πλαίσιο του αφιερώματος στον ιδιαίτερο βερολινέζικο θεσμό, Φολκσμπίνε.
«Ο Ντοστογιέφσκι είναι ο απόλυτος δεξιοτέχνης της ψυχολογικής περιγραφής. Η ματιά του πάνω στη φύση της ανθρωπότητας είναι ανελέητη. Βλέπει τον άνθρωπο όπως είναι και όχι όπως ο άνθρωπος θα επιθυμούσε να βλέπει τον εαυτό του. Ο Νίτσε έλεγε ότι είναι ο μόνος ψυχολόγος από τον οποίο έχει κάτι να μάθει καθώς οι χαρακτήρες στα βιβλία του βρίσκονται πάντα στα άκρα. Επειτα, υπάρχει πάντα μια εμβριθής ιστορική και πολιτική διάσταση στα κείμενα του Ντοστογιέφσκι. Η λογοτεχνική του γλώσσα προανήγγειλε το κτηνώδες ιδίωμα του 20ού αιώνα. Οταν ο σοσιαλιστής Σιγκάλεφ λέει στους «Δαιμονισμένους» ότι ορισμένα εκατομμύρια ανθρώπων πρέπει να πεθάνουν εις το όνομα μιας καλύτερης και ενδοξότερης Ρωσίας και ότι το 90% αυτών πρέπει να δουλέψουν για το 10% είναι σαν μια εφιαλτική προβολή στο μέλλον και στην επικράτηση του σταλινισμού και του φασισμού. Ομως ακόμη και στα πολιτικά του κείμενα για την κατάσταση στα Βαλκάνια, ή την αποίκιση της Ασίας, περιγράφει την τεκτονική αρχιτεκτονική της πολιτικής η οποία, τουλάχιστον εν μέρει, ρίχνει τη σκιά της και σήμερα».
Ο«Παίκτης» που θα δούμε στην Αθήνα είναι σε μεγάλο βαθμό ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο. Ο συγγραφέας το έγραψε αφότου είχε επιστρέψει έπειτα από χρόνια εξορίας σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στη Σιβηρία και είχε ταξιδέψει στη Γερμανία για να γλιτώσει από τους πιστωτές του. Στην πορεία έχασε στα χαρτιά όλα τα χρήματά του και τα δικαιώματα των βιβλίων του με αποτέλεσμα να υπογράψει ένα βιαστικό συμβόλαιο για τον «Παίκτη» προκειμένου να εισπράξει την προκαταβολή από τον εκδότη του. «Πρόκειται για το λογοτεχνικό μανιφέστο μιας εξάρτησης» έγραφε ο σκηνοθέτης όταν πρωτοανέβασε το έργο το 2011. «Είναι ένα εξαιρετικά δυναμικό πυροτέχνημα για τη στασιμότητα και την ακινησία» συμπλήρωνε καθώς άπλωνε τη διάρκειά του στις τέσσερις ώρες και σαράντα λεπτά, λες και ήθελε να βυθίσει τους θεατές του στην ίδια υπνωτιστική απραξία. Ωστόσο, κατά γενική ομολογία, περνούν σαν νερό, καθώς το εντυπωσιακό περιστρεφόμενο σκηνικό, οι κάμερες και τα μπουμ επί σκηνής, σε συνδυασμό βεβαίως με τις υπέροχες ερμηνείες των ηθοποιών καθιστούν την εμπειρία «αξεπέραστη», «αξέχαστη».
Ο Κάστορφ μπόλιασε το σύμπαν του Ντοστογιέφσκι –ο οποίος όταν μετοίκησε στη Γερμανία «ήταν «ο άλλος», ο Ανατολικός, ο σλαβόφιλος» –στη σημερινή κοινωνία και στα αδιέξοδά της. «Ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι ακροβατεί ανάμεσα στο «Ολα ή τίποτα» στο «είτε ή» στο «όλα στο μηδέν, μηδέν, μηδέν». Και όντως το μηδέν εμφανίζεται αρκετά συχνά. Ο άνδρας που παίζει μεταμορφώνεται και ο ίδιος σε μηδενικό μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό. Στον τζόγο, ακριβώς όπως και σε κάθε εξάρτηση, ο χρόνος διαλύεται, γίνεται ρευστός. Με τον «Παίκτη» ο Ντοστογιέφσκι καταθέτει ένα υπαρξιακό statement για την κοινωνική συμπεριφορά η οποία εξισώνεται με τις ενέργειες ενός παίκτη υπό ασταθείς συνθήκες. Αυτή η επιλογή εμπεριέχει έντονες πολιτικές αποχρώσεις. Αλλωστε, ο Ντοστογιέφσκι έγραφε με το μυαλό του στον Πόλεμο της Κριμαίας (1853-1856) και υπερασπιζόμενος τη χειραφέτηση των Σλάβων στα Βαλκάνια. Γιατί η θεμελιώδης αναζήτηση ενός καλλιτέχνη είναι πάντα πολιτικής φύσης».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κάστορφ το επαναλαμβάνει ξανά και ξανά. Στο θέατρό του το αποδεικνύει σε κάθε περίσταση. Οταν φέρ’ ειπείν παρουσίασε την όπερα του Βάγκνερ «Το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν» στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ το 2013, τοποθέτησε την πλοκή σε βενζινάδικα και μοτέλ με τους χαρακτήρες να μοιάζουν βγαλμένοι από ταινία του Ταραντίνο, μια οπτική-σχόλιο για τις βαρβαρότητες που διαπράττονται εις το όνομα της εξόρυξης πετρελαίου. Ποιος είναι, λοιπόν, ο Φρανκ Κάστορφ; Ενας ανίερος ρομαντικός που έχει βαλθεί να αλλάξει τον κόσμο με το ανελέητο χιούμορ του και την trash λάμψη της μαζικής κουλτούρας που αγαπά να μισεί στις παραστάσεις του;
«Η τέχνη δεν μπορεί να μετακινήσει βουνά ή δέντρα, δεν μπορεί να γεννήσει παιδιά. Το μόνο που μπορεί να κάνει η τέχνη είναι να δημιουργήσει τη λαχτάρα για έναν άλλο, καλύτερο κόσμο. Και αυτή η λαχτάρα έχει επαναστατικό χαρακτήρα. Η τέχνη θα έλεγα ότι μάλλον δεν έχει σκοπό, η τέχνη πρέπει να είναι ελεύθερη. Παρ’ όλα αυτά, έχει ένα καθήκον, τουλάχιστον όπως το βλέπω εγώ. Και αυτό το καθήκον ξεκινά με τον πρώτο ήχο της μουσικής που ακούς, την πρώτη ματιά που ρίχνεις σε έναν πίνακα, το πρώτο παραμύθι που ακούς όταν είσαι παιδί».
Οι θεατές στις παραστάσεις του δεν έχουν πάντα την ίδια άποψη. Για παράδειγμα, το γιουχάισμα που υπέστη στο τέλος του «Δαχτυλιδιού» στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ ήταν άνευ προηγουμένου. Ισως το κοινό του συγκεκριμένου φεστιβάλ να ήταν συντηρητικό, ίσως και ο ίδιος να είχε υπερβάλει εαυτόν προσπαθώντας να αποδομήσει το κλασικό έργο. Πάντως, σε όλους έκανε εντύπωση ότι όσο ο κόσμος εξέφραζε την αποδοκιμασία του στο τέλος της παράστασης, εκείνος καθόταν επί σκηνής με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο, σαν να έλεγε: «Ελάτε τώρα, μπορείτε ακόμη περισσότερο». Στο κάτω κάτω ήταν συνηθισμένος. Δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν εγκαταλείψει τις αίθουσες όπου παίζονται παραστάσεις του απηυδισμένοι από τις ακρότητες επί σκηνής. «Μια παράσταση είναι επιτυχημένη όταν είναι επιδραστική. Επίδραση, άλλωστε, σημαίνει πάνω απ’ όλα τον διάλογο, γιατί κάτι συζητιέται. Μια αμφιλεγόμενη παραγωγή συχνά έχει περισσότερη αξία από μια άλλη που επιδοκιμάζεται πανηγυρικά από όλους» θα σχολιάσει.
Μήπως, όμως, είχε έρθει η αρχή του τέλους; Ο Τύπος άρχισε να γράφει ότι ο ρηξικέλευθος του χθες είχε γίνει αναπόφευκτα ο mainstream του σήμερα εξαιτίας του πεπερασμένου των ευρημάτων αλλά και των δεκάδων αντιγραφών του πρωτότυπου ύφους του από νεότερους σκηνοθέτες. Μήπως το κοινό είχε κουραστεί από την πρόκληση και τις εμμονές του σκηνοθέτη και ίσως η καινοτομία θα αφορούσε πλέον ένα αληθινά κλασικό ανέβασμα; Το επίκεντρο των θεατρικών αναταράξεων μετατοπίστηκε ενδεχομένως αλλού, αν όχι μακριά από το Βερολίνο, ίσως σε απόσταση από την ιστορική Φολκσμπίνε, η οποία, από όταν ιδρύθηκε το 1890 από μια εργατική επιτροπή ως θέατρο ρεπερτορίου για τον λαό με φθηνό εισιτήριο, έχει βρεθεί επανειλημμένα στην αιχμή της πρωτοπορίας. «Δεν το γνωρίζω. Ενδεχομένως θα μπορούσατε να μου υποδείξετε εσείς πού βρίσκεται η πρωτοπορία σήμερα» θα απαντήσει με μια κάποια βλοσυρότητα όταν θα ερωτηθεί πού πιστεύει ότι χτυπάει η καρδιά του ευρωπαϊκού θεάτρου σήμερα.
Πάντως, την άνοιξη του 2015 ανακοινώθηκε από την πολιτική ηγεσία του Βερολίνου ότι τη χρονιά που μας πέρασε δεν θα ανανεωνόταν η θητεία του και ότι θα υπήρχε αντικαταστάτης του στο τιμόνι της Φολκσμπίνε. Δεν είναι άλλος από τον βέλγο επιμελητή Κρις Ντέρκον, ο οποίος επιλέχθηκε για να αναπροσαρμόσει το θέατρο στα νέα δεδομένα και τις κατευθύνσεις της τέχνης, ας μην ξεχνάμε ότι το brand του ιστορικού θεάτρου είναι μια ρόδα που κινείται επάνω σε ανθρώπινα πόδια.
Οταν θα ερωτηθεί σχετικά, ο Φρανκ Κάστορφ θα διευκρινίσει ωστόσο ότι δεν θέλει να σχολιάσει ούτε να αναφερθεί με τον οιονδήποτε τρόπο στον αντικαταστάτη του. Γνωρίζει πολύ καλά την ομόφωνη παραδοχή των ειδικών περί θεάτρου ότι μετά τους σκηνοθέτες Ερβιν Πισκάτορ και Μπένο Μπεσόν, οι οποίοι άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στη «Λαϊκή Σκηνή» Φολκσμπίνε τις δεκαετίες του ’20 και του ’70 αντίστοιχα, εκείνος ήταν που έκανε το θέατρο της πλατείας Ρόζα Λούξεμπουργκ του Βερολίνου το πιο επιτυχημένο και βεβαίως και το πιο αμφιλεγόμενο στη Γερμανία. Ο ίδιος κρατάει, όπως θα πει, την ανάμνηση «του να είσαι περιστοιχισμένος από και συνοδοιπόρος με τόσους υπέροχους ανθρώπους με τους οποίους είχα την ευκαιρία να δουλέψω. Οπως είχε πει κάποτε ο Χάινερ Μίλερ: «Θέατρο μπορείς να κάνεις μόνο με φίλους». Δεν είναι λίγες οι φορές που σκέφτομαι τα λόγια του».
Το θέατρο για τον Ανατολικογερμανό Κάστορφ ήταν ανέκαθεν μια τέτοια υπόθεση. Γεννημένος το 1951, αφότου εκπαιδεύτηκε ως σιδηροδρομικός υπάλληλος άρχισε να σκηνοθετεί σε Ανατολικό και Δυτικό Βερολίνο. Απ’ όταν ανέλαβε τη Φολκσμπίνε το 1992 συγκέντρωσε γύρω του «φίλους» που ένιωθε ότι μπορούσαν να εκφράσουν το καλλιτεχνικό του όραμα, πιστούς συνεργάτες με τους οποίους δούλεψαν για χρόνια μαζί. Συνήθως ήταν ηθοποιοί που οι άλλοι σκηνοθέτες απέρριπταν γιατί τους έβρισκαν «πολύ αλκοολικούς» ή «πολύ ψυχοπαθείς», όμως εκείνος διέκρινε ότι έφερναν μια αυθεντική τρέλα στο σανίδι, παρόμοια ενδεχομένως με τη δική του, όπως είχε καταγραφεί και στον φάκελό του στα αρχεία της παλιάς, κραταιάς Στάζι.
Το θέατρο ήταν για τον Κάστορφ μια αγαστή συνύπαρξη ομοϊδεατών, γιατί όχι και ερωμένων του, τέως, νυν ή και υποψηφίων. Γιατί ο ερωτισμός και η σεξουαλικότητα που αποπνέουν οι ηθοποιοί του, άλλο ένα χαρακτηριστικό του ιδιώματός του που έχει γίνει συνώνυμο και με τη Φολκσμπίνε, δεν είναι ζήτημα υποκριτικής ικανότητας αλλά στάση ζωής. Είναι το λεγόμενο «Castorf feeling» και είτε σου αρέσει είτε το απορρίπτεις δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις τη χαρακτηριστική σαγηνευτική οσμή του.
Μένει να δούμε αν θα καταφέρει να την αποτινάξει ο Κρις Ντέρκον, ο οποίος ως αντικαταστάτης έχει βρει μπροστά του ένα τείχος εχθρότητας από τους παλιούς συνεργάτες του Κάστορφ. Στον πρόσφατο «Φάουστ» της Φολκσμπίνε, για παράδειγμα, υπάρχει ένας ηθοποιός που τον υποδύεται ενώ οι υπόλοιποι τον περιλούζουν με μπίρες και τον κατηγορούν ως έμπορο της τέχνης. Κρις Ντέρκον, καλωσόρισες στο γερμανικό θέατρο. l
«Ο παίκτης»: Πειραιώς 260, Χώρος Δ, στις 19 και 20 Ιουνίου. Στο πλαίσιο του αφιερώματος στη Φολκσμπίνε, που διαρκεί έως τις 24 Ιουνίου, θα παρουσιαστούν, μεταξύ άλλων, παραστάσεις των Ρενέ Πόλες και Χέρμπερτ Φριτς.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 18 Ιουνίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.