Η Bαβέλ του νέου κόσμου δεν είναι πια υπερασπίσιμη!

Ο νέος κόσμος που ανεδύθη από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφορικών χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» προσδιορίστηκε από την απελευθέρωση του εμπορίου, των αγορών γενικά και ιδιαιτέρως της κίνησης του κεφαλαίου και την ανάπτυξη της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης.

Ο νέος κόσμος που ανεδύθη από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφορικών χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» προσδιορίστηκε από την απελευθέρωση του εμπορίου, των αγορών γενικά και ιδιαιτέρως της κίνησης του κεφαλαίου και την ανάπτυξη της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης.

Συνέπεσαν επίσης οι παραπάνω μεγάλες αλλαγές με την υπερανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών και των νέων τεχνολογιών, οι οποίες έδωσαν άλλες διαστάσεις στην ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα και γενικότερα των χρηματιστικών συναλλαγών.
Στα χρόνια που ακολούθησαν του 1989 ο κόσμος εισήλθε, λοιπόν, στη φάση της παγκοσμιοποίησης, η οποία ανέδειξε ευκαιρίες και δυνατότητες παγκοσμίως και μαζί διαμόρφωσε μοναδικές συνθήκες αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης μεταξύ σχεδόν του συνόλου χωρών. Και βεβαίως συνοδεύθηκε από επεμβάσεις, πολέμους και συγκρούσεις, οι οποίες διατηρούμενες στο χρόνο αναγέννησαν παλαιές αντιθέσεις και ανέδειξαν το θρησκευτικό και εθνικιστικό μίσος.
Κάπως έτσι φθάσαμε το 2001 στην επίθεση των δίδυμων πύργων και ακολούθως στην επέμβαση στο Αφγανιστάν και στη δεύτερη του Ιράκ.
Εν τω μεταξύ, ο κόσμος ζούσε την τρέλα της διεθνούς κερδοσκοπίας και της χρηματοπιστωτικής φούσκας, που όπως απεδείχθη με την κρίση του 2008 δεν είχε ιστορικό προηγούμενο.
Όσοι παρακολουθούν τις διεθνείς οικονομικές υποθέσεις γνωρίζουν ότι η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 κατέστρεψε τη δυνατότητα των σχετικά ελεύθερων αγορών να ανατρέψουν την ηγεμονία των κρατικό – μονοπωλιακών συνασπισμών – μια δυνατότητα που είχε αρχίσει να διαφαίνεται με τη διάδοση των φθηνών προσωπικών υπολογιστών και τον εκμηδενισμό του κόστους των τηλεπικοινωνιών κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80.
Τα πρωτογενή αίτια της κρίσης του 2008 βρίσκονται στην αδυναμία – άρνηση (όπως λέει ο Κρίτων Ζωάκος, ένας άγνωστος στο ελληνικό κοινό φιλόσοφος των αγορών) των οικονομικών σχεδιαστών της Κίνας, της Ιαπωνίας και της Ευρωζώνης – Γερμανίας να επενδύσουν τα εμπορικά τους πλεονάσματα στην οικονομική ενδυνάμωση των νοικοκυριών τους κι έτσι στην ενίσχυση των εσωτερικών καταναλωτικών αγορών τους.
Και οι τρεις αυτές οικονομικές δυνάμεις επένδυσαν τα πλεονάσματα του εξωτερικού τους εμπορίου σε εξαγορές αμερικανικών τίτλων – οι μεν Κινέζοι και Γιαπωνέζοι αγόραζαν και εξακολουθούν να αγοράζουν αμερικανικά κρατικά ομόλογα, οι δε ευρωπαίοι αγοράζουν κυρίως αμερικανικές μετοχές, πραγματοποιούν άμεσες επενδύσεις δημιουργώντας εξ αρχής παραγωγικές μονάδες στις ΗΠΑ και δευτερευόντως αγοράζουν κρατικά ομόλογα.
Έτσι η εισροή ξένων κεφαλαίων στις ΗΠΑ στη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών ήταν πολύ μεγαλύτερη από το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα. Από το 1984 έως το 2014 η συνολική εισροή κεφαλαίων στις ΗΠΑ ανήλθε σε 30 τρισ. δολλάρια, ενώ τα συσσωρευμένα εμπορικά ελλείμματα των ΗΠΑ την ίδια περίοδο έφθασαν μόλις τα 10 τρισ. δολλάρια.
Στην πραγματικότητα η ξένη ζήτηση για αμερικανικούς τίτλους αξιών ήταν και είναι τριπλάσια από το αμερικανικό εμπορικό έλλειμμα.
Με λίγα λόγια σχεδόν το σύνολο των αποταμιεύσεων των τριών μεγαλύτερων εξαγωγικών δυνάμεων του κόσμου διοχετευόταν και εξακολουθεί να διοχετεύεται στις ΗΠΑ με απολύτως ευεργετικές συνέπειες για την μόνη υπερδύναμη.
Η υπερβολική εισροή κεφαλαίων ρίχνει τα επιτόκια στην Αμερική σε σημείο που δεν συμφέρει τα αμερικανικά νοικοκυριά να αποταμιεύουν πάνω από ένα σημείο και το χειρότερο οδηγεί σε μαρασμό τις εγχώριες αγορές των μεγάλων εξαγωγικών δυνάμεων.
Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί οι μεγάλες εξαγωγικές δυνάμεις και συγκεκριμένα η Κίνα, η Ιαπωνία και η Γερμανία συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο; Τα αίτια είναι ευθέως πολιτικά. Οι πολιτικές ελίτ στην Κίνα, στην Ιαπωνία και στη Γερμανία είναι συνδεδεμένες και εξαρτημένες από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν μπορούν να κάνουν βήμα πέρα απ’ αυτά που δυστυχώς υπαγορεύουν οι μεγάλες διεθνείς Τράπεζες.
Η περαιτέρω διάνοιξη, ενίσχυση και ευημερία των εγχώριων αγορών τους είναι αδύνατη χωρίς ανακατανομή εισοδημάτων, πλουτοπαραγωγικών πόρων και πολιτικών επιρροών.
Χωρίς την άνοδο νέων πολιτικών δυνάμεων που να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μεσαίων τάξεων έναντι του κρατικό – μονοπωλιακού χρηματοπιστωτικού κατεστημένου,η ευημερία των εγχώριων αγορών τους είναι ανέφικτη.
Πριν από την κρίση του 2008 υπήρχαν στις ΗΠΑ σοβαρές δυνατότητες για την επικράτηση των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς σε βάρος των κολοσσιαίων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, η κρίση ωστόσο τους έδωσε την ευκαιρία βάσει εκβιασμών και τρομολαγνείας σε αυτούς τους χρηματοπιστωτικούς κολοσσούς να εδραιώσουν σχεδόν απόλυτα την επικυριαρχία τους πάνω στους διοικητικούς μηχανισμούς του αμερικανικού κράτους.
Βασικά η προεδρία του Ομπάμα έφθασε να είναι υποκατάστημα της Goldman Sachs και των συμμάχων της. Και μέσω αυτής σταδιακά η επιρροή του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος πέρασε στις βασικές εξαγωγικές δυνάμεις και βεβαίως στην Ευρώπη, η οποία σήμερα είναι απολύτως μπλοκαρισμένη.
Τόσες και τόσες φορές στα χρόνια της κρίσης η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τα τείχη που όρθωναν οι αυθεντικότεροι εκπρόσωποι αυτής της σχέσης εξάρτησης πολιτικής, Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, μεγάλων διεθνών Τραπεζών και διασυνδεδεμένων οίκων αξιολόγησης.
Ο Σόιμπλε, ο Ντράγκι, η Λαγκάρντ, ο Τόμσεν, οι μεγάλες διεθνείς Τράπεζες και οι οίκοι αξιολόγησης βρέθηκαν συστηματικά απέναντι στις διάφορες φάσεις της κρίσης, καθόρισαν και καθορίζουν τις εξελίξεις, είναι αυτοί που δεν επιτρέπουν τη διατάραξη των σχέσεων και των δεσμών, ούτε την αμφισβήτηση της κυρίαρχης θεολογικής άποψης για τις αγορές και την οικονομία.
Όμως οι εντάσεις που αυτή η σχέση μεταφέρει όχι μόνο στην Ελλάδα,αλλά σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη, προκαλεί μέσω της αλληλεξάρτησης των χωρών και των κοινωνιών απίστευτες συνέπειες.
Η Γερμανία που σήμερα έχει μηδενικό δημοσιονομικό έλλειμμα και εμπορικό πλεόνασμα 7% του ΑΕΠ θα μπορούσε να ασκήσει με άνεση επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, να προσφέρει ευημερία στην γερμανική κοινωνία και μαζί ανάκαμψη σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Με άνεση, χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, παρά μόνο με οφέλη για τη Γερμανία και την Ευρώπη ολόκληρη, θα μπορούσε να αυξήσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα από το 0 στο 2% του ΑΕΠ και να αλλάξει τα πράγματα ουσιαστικά.
Άντ’ αυτού η γερμανική πολιτική ελίτ προτιμά να πληρώνει λιγότερα τους παραγωγικούς εργαζόμενους, δεν αναλαμβάνει δημόσια έργα βελτίωσης των υποδομών της, ούτε ευνοεί παραγωγικές επενδύσεις, παρά μόνο το κοινωνικό κράτος περιορίζει, μη αντιλαμβανόμενη ότι τις εσωτερικές αντιθέσεις οξύνει, την ξενοφοβία ευνοεί, το αντισλαμικό κίνημα καλύπτει και ενέργειες αντεκδίκησης και τρομακτικής βίας εκτρέφει στους κόλπους.
Και το χειρότερο δεν αναγνωρίζει την αλληλεπίδραση και την αλληλεξάρτηση που δημιουργεί η εμπλοκή της στα παγκόσμια πράγματα.
Κακά τα ψέματα, η σύγχρονη παγκόσμια Βαβέλ, όσο δεν αλλάζει η πολιτική και δεν λαμβάνονται πρόνοιες υπέρ των ανθρώπων, θα δίνει συνεχώς γεγονότα βίαια και μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις θα προκαλέσει.
Η Βαβέλ του νέου κόσμου πλέον δεν είναι υπερασπίσιμη. Θέλει νέα συμφωνία αλληλοσεβασμού και σχέσεις ανθρώπινες.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.