• Αναζήτηση
  • Μην πυροβολείτε τον ντραμίστα

    Μια φορά κι έναν καιρό, μισόν αιώνα παρά 363 νύχτες πριν, τότε δηλαδή που ο Ιπτάμενος Σκωτσέζος άφηνε την τελευταία του καυτή ανάσα, μία μέρα εντελώς διαφορετική από όλες τις προηγούμενες ξημέρωνε για ένα κοκκαλιάρικο γαλανομάτικο παλληκαράκι που, παρά τα 22 του χρόνια, εξακολουθούσε να μένει ακόμα με τούς γονείς και την αδελφή του στο Νίσντεν – εκείνη δηλαδή την βορειοδυτική πλευρά της Λόνδρας με τα προκάτ κλουβιά που υπενθύμιζαν το πόσο τσάτρα – πάτρα είχε ανοικοδομηθεί η Γηραιά Αλβιώνα στα χρόνια που ακολούθησαν τον Μεγάλο Πόλεμο.

    Ο Τσάρλι, γιατί αυτό ήταν το όνομα στο οποίο άκουγε, σηκώθηκε, ξυρίστηκε και ξεκρέμασε απο την ντουλάπα, που μπορεί να υστερούσε σε περιεχόμενο αλλά έσφυζε από καλό γούστο, ένα άσπρο πουκάμισο και εκείνο το γκρι σκούρο με τη λεπτή κοκκινωπή ρίγα σταυρωτό κουστούμι, που είχε πάρει κοψοχρονιά μόλις την πρoηγούμενη Κυριακή από την αγορά του Κάμντεν μιας και όχι μόνο έμοιαζε με αυτό που φορούσε ο συνονόματος του, ο και σαν Πουλί επονομαζόμενος, Πάρκερ στο εξώφυλλο του αγαπημένου του δεκάιντσου «New Sounds In Modern Music: Volume 1» αλλά και πήγαινε τέλεια με το, επίσης δεύτερο χέρι, ζευγάρι δίχρωμα αμερικάνικα παπούτσια με τα σχεδιάκια και τις τρυπίτσες σαν κι αυτά που φορούσε ο Φρεντ Αστέρ όταν χόρευε με τη Σιντ Τσάρις που είχε χτυπήσει σε ένα παζάρι στή Κοπεγχάγη τα προπερασμένα Χριστούγεννα.

    Καθώς μάλιστα φρόντιζε να είναι πάντα στην τρίχα, συμπλήρωσε το όλο θέμα με ένα άλικο πλήν βαμβακερό φουλάρι… Αρεσαν πολύ τα φουλάρια στον Τσάρλι. Τόσο που «αν πιάσω ποτέ την καλή, φουκαρά μου Τσάρλι», πέταξε στο είδωλο στον καθέφτη καθώς έστρωνε τον κόμπο, «θα σου αγοράζω μόνον απο μετάξι!». Ηπιε γουλιά – γουλιά το ποτήρι με το γάλα που είχε ήδη φροντίσει να ζεστάνει η μαμά και σκέτο φιγουρίνι πλέον με την τριμμένη καπαρντίνα ανα χείρας και την ξεχαρβαλωμένη ομπρέλα υπό μάλης, άνοιξε την πόρτα για να βουτήξει θαρραλέα στο υγρό πρωινό πούσι.

    Ο συγκεκριμένος Τσάρλι λοιπόν μπορεί να ήταν, όπως θα μπορούσε κανείς να πει … ένας δανδής ελλιπούς ρευστότητας αλλά … μίζερος; Όχι, με τίποτα! Πόσο μάλλον τώρα που τα πράγματα στη δουλειά πήγαιναν πρίμα: οι αξιότιμοι κύριοι Τσάρλς, Χόμπσον και Γκρέι, ιδιοκτήτες της ομώνυμης διαφημιστικής φίρμας στο ατελιέ της οποίας εργαζόταν τους τελευταίους έντεκα μήνες, ήταν σε τέτοιο βαθμό ενθουσιασμένοι με τα σκαριφήματά του ώστε είχαν εκφράσει ξεκάθαρα την πρόθεση να αυξήσουν τις 14 λίρες που έδιναν κάθε Παρασκευή στην περίπτωση που εκείνος αντιμετώπιζε επιτέλους στα σοβαρά την προοπτική να κάνει καριέρα σαν γραφίστας! Βέβαια, αν ήθελε πραγματικά να διαπρέψει, θα έπρεπε να κόψει τα ξενύχτια! Και ο Τσάρλι, που δεν άντεχε τις νουθεσίες, προτιμούσε να στέλνει τις σπίθες στο πάτωμα και να ταλαιπωρεί τα λακάκια του παρά να υπερασπιστεί το ένα και μοναδικό του πάθος. Πράγματι, ήταν ντροπαλός ο Τσάρλι. Τέτοιος γεννήθηκε, τέτοιος παρέμεινε … Αλλά μπεκρής; Οχι ακόμα … Απλά να όσο ωραία ένοιωθε με τα μολύβια και τους ραπιδογράφους στα δάχτυλα, άλλο τόσο και πολύ περισσότερο ακόμα τρελαινόταν με τις μπαγκέτες στη χούφτα!

    {{{ moto }}}

    Πράγματι, γινόταν άλλος άνθρωπος ο μονίμως στον κόσμο του Τσάρλι, όταν καθόταν πίσω από τα τύμπανα και άρχιζε να τεμαχίζει τον χρόνο πάνω στις μεμβράνες και στα πιατίνια! Με το μαλακό φυσικά, μιας και δεν είχε καμία διάθεση να θυσιάσει στο ελάχιστο την, αναντικατάστατη επί χάρτου σταθερότητα του δεξιού του καρπού! Ακόμα όμως και με τη δύναμη κρούσης του στο ρελαντί ο Τσάρλι, συν το διδακτορικό στην ιστορία της τζαζ, ήταν αρκετά πάνω απο το μέσο όρο της πιάτσας· προσόντα που είχαν πάρει χαμπάρι τόσο ο μέγας των μπλουζ σχολάρχης, και δη ελληνικής καταγωγής φαβοριτάκιας, Αλέξις Κόρνερ, στου οποίου την ομάδα επιτυχόντων Blues Incorporated είχε ενταχθεί απο τον Φλεβάρη μέχρι και τον Ιούνιο της προηγούμενης χρονιάς, όσο και εκείνοι οι τρεις αριστούχοι του αυτού ταχύρυθμου φροντιστηρίου που, κάμποσο καιρό τώρα, τον έψηναν να παρατήσει τους Blues By Six, προς όφελος, φυσικά, της δικής τους νεοσύστατης μπάντας!

    «Τι μαλαγάνες είναι αυτοί οι τύποι» συλλογίστηκε ο Τσάρλι με ένα ανάμικτο συναίσθημα ζήλιας και θαυμασμού καθώς περπατούσε χωρίς περιέργως να βιάζεται. «“Παπάδες παίζεις, μάγκα μου” ο Μπράιαν. “Λίγο ρεκτιφιέ θες, δικέ μου· άκου καλά τι γίνεται πίσω από τον Τζίμι Ριντ και δεν θα μας πιάνει κανένας!” ο Κιθ. “Τέρμα μάγκα μου, είσαι μαζί μας πια!” ο Μικ. Με τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί. Δεν γινόταν να μην ήταν τουλάχιστον από φις και τσιπς;» κατέληξε με το πρόσωπο τόσο συννεφιασμένο όσο και ο ουρανός από πάνω του. Τέτοιο κελεπούρι ήταν ο Τσάρλι και τέτοιο, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, παρέμεινε: δεν χαλούσε το χατήρι κανενός…

    «Αργά για δάκρυα, κακομοίρη Τσάρλι» μουρμούρισε τουρτουρίζοντας προτού χωθεί στο λαγούμι της σηραγγούπολης… Οντως, στο τσεπάκι τα είχε ο άτιμος και τα έβγαζε για ψύλλου πήδημα· είχε όμως μάθει πια να ζει με αυτό. «Τώρα που μπήκες στο χορό, θα χορέψεις … Αλλωστε εσύ δεν είσαι αυτός που μας λες οτι τα ριδμ εν μπλούζ έχουν φάση και θες να ‘σαι μέσα; Και σκασίλα σου πια για το τι θα πει ο μπαμπάς!» σκέφτηκε και προετοιμάστηκε για μια ακόμα υπόγεια περιδίνηση: επτά στάσεις στην γκρίζα γραμμή, αλλαγή στήν οδο Μπέικερ, ένας ακόμα σταθμός στην καφέ, προτού βγει ξανά στην επιφάνεια της Οξφορν Σέρκους και το τραβήξει ποδαράτο μέχρι το κατώφλι της εταιρείας στην οδο Ρίτζεντ. Ήδη δεν έβλεπε την ώρα να σχολάσει. Το βράδυ θα ανέβαινε για πρώτη φορά στη σκηνή με αυτούς που οι κολλητοί του τζαζάκιες αποκαλούσαν «συμμορία από φρικαρισμένους μαλιάδες»: τους Μπράιαν, Κιθ και Μικ δηλαδή συν δυο ακόμα, τον Ιαν και τον Μπιλ – κοντολογίς τους, με απόστροφο πρός το παρόν, Rollin’ Stones!

    Κάπως έτσι, και χειρότερα ίσως, θα πρέπει να ένοιωσε ο 69χρονος πλέον, αλλά πάντα υπερευαίσθητος Τσάρλι Γουότς όταν διάβασε πρό τριμήνου στο περιοδικό… «Rolling Stone» το τι ξεστόμισε ο, πολύ εύστοχα χαρακτηρισμένος ως ο λιγότερο νοσταλγικός όλων, Τζάγκερ σε ερώτηση για το τι μέλλει γενέσθαι εντός του 2012 για τα 50στα γενέθλια της μεγαλύτερης ροκ εν ρολ μπάντας του πλανήτη: «Οι Rolling Stones είναι σήμερα ένα αρκετά διαφορετικό συγκρότημα από εκείνο που φτιάχτηκε πριν από μισό αιώνα. Εξακολουθεί βέβαια να έχει το ίδιο όνομα αλλά όχι και τα ίδια μέλη, μιας και μόνον ο Κιθ και εγώ έχουμε απομείνει απο όσους το φτιάξαμε το ’62. Προσπάθησα να βρώ πότε ο Τσάρλι έπαιξε για πρώτη φορά μαζί μας αλλά δεν τα κατάφερα».

    «Τα έχει πάρει με τον Κιθ για όσα του σέρνει στην αυτοβιογραφία του και την “λέει” σε εμένα, ρε γαμώτο» θα είπε στην επί 48 συναπτά έτη σύζυγο του Σίρλεϊ. «Εντάξει, είναι γνωστό το ότι δεν ήμουν μαζί τους απο την αρχή. Το κάνει όμως επίτηδες ο μπαμπέσης, διότι ξέρει πολύ καλά ότι στεναχωριέμαι όποτε μου το χτυπάει». Και σίγουρα θα πρόσθεσε: «Μια ζωή θεατρίνος αυτός ο Μικ. Πού “έψαξε”, μωρέ, ο μασκαράς; Τόσο ο Μπιλ όσο και ο Κιθ το γράφουν ξεκάθαρα στα βιβλία τους: 14 Ιανουαρίου του ’63! Βέβαια δεν συμφωνούν στο κλαμπ. Ο ένας αναφέρει το “Flamingo”, ο άλλος το “Ealing”. Πιστεύω πάντως ότι το σωστό – γιατί ούτε εγώ θυμάμαι – είναι αυτό που λέει ο Μπιλ, αφού εκείνος κρατούσε το αρχείο… Ξέρεις, άλλωστε, πώς είναι με τον Κιθ: ποτέ δεν θυμάται ακριβώς το πώς και το που έγιναν πολλά πράγματα και ας καυχιέται για το αντίθετο».

    Γεγονός πέρα για πέρα αληθινό. Αυτό όμως είναι ενα εντελώς διαφορετικό παραμύθι για κάποια άλλη φορά …

    * Ο Νίκος Πετρουλάκης αγοράζει, ακούει και παίζει δίσκους. Κάθε τρίτη Τρίτη του μήνα όμως, διηγείται και δυο-τρία πράγματα που γνωρίζει γι’ αυτούς και εκείνους που τους φτιάχνουν…

    * Το κείμενο του Νίκου Πετρουλάκη δημοσιεύεται Πέμπτη, λόγω της απεργίας των δημοσιογράφων την Τρίτη και Τετάρτη 17-18 Ιανουαρίου.

    BHMAgazino
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk