Εμείς στηρίζουμε Τζιμ Κάρεϊ

Για την καριέρα: «Αυτό που θέλω είναι να πληρώνομαι για να τους κάνω να γελάνε και να τους κάνω να κλαίνε. Ολα είναι θέατρο». Για τις κριτικές: «Δεν με νοιάζει αν με θεωρούν υπερβολικό ηθοποιό. Νομίζω ότι όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν ακόμη και τον Βαν Γκογκ υπερβολικό ζωγράφο». Για την εμμονή: […]

Εμείς στηρίζουμε Τζιμ Κάρεϊ

Για την καριέρα: «Αυτό που θέλω είναι να πληρώνομαι για να τους κάνω να γελάνε και να τους κάνω να κλαίνε. Ολα είναι θέατρο». Για τις κριτικές: «Δεν με νοιάζει αν με θεωρούν υπερβολικό ηθοποιό. Νομίζω ότι όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν ακόμη και τον Βαν Γκογκ υπερβολικό ζωγράφο». Για την εμμονή: «Περνάω τις περισσότερες ώρες στον καθρέφτη προετοιμάζοντας κάποιον νέο ρόλο, αλλά δεν βλέπω εμένα μέσα σε αυτόν. Η κωμωδία είναι μια εμμονή. Σαν να είσαι γιατρός και να βρίσκεσαι συνεχώς σε ετοιμότητα, ακόμη και την ώρα που κοιμάσαι». Ο Τζιμ Κάρεϊ, ακόμη και αν δεν έλεγε όλα αυτά τα συγκεχυμένα μεταξύ φιλοδοξίας, υπερβολής και εμμονής, είναι φανερό – από την ένταση του προσώπου, από το χαμόγελο, από τις πράξεις του – πως δεν είναι απολύτως φυσιολογικός. Ηταν, όμως, πάντα ταγμένος σε αυτό που έκανε.

Προφητικά, σε μία από τις πρώτες συνεντεύξεις του, όσο δούλευε ακόμη ως stand-up comedian στο θρυλικό «Comedy Store» του Λος Αντζελες στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αναφερόταν σε αυτό το υπερβολικό καθήκον για το οποίο μιλούν οι εμμονικοί άνθρωποι. Μια εικοσαετία αργότερα φόρεσε ορισμένα κιλά πράσινης γούνας και ασορτί μέικ-απ για να ενσαρκώσει το ξωτικό στην κινηματογραφική υπερπαραγωγή της κλασικής χριστουγεννιάτικης ιστορίας του Δρος Σους «Ο κατεργάρης των Χριστουγέννων» (2000). Εκεί υποδύθηκε ένα πικρόχολο πλάσμα που κρυβόταν σε σπηλιές, είχε μια καρδιά «μικρότερη κατά δύο μεγέθη» και ζούσε στο χιονισμένο βουνό Κράμπιτ, βόρεια του Χούβιλ, που είναι το σπίτι των καλόκαρδων Χου. Από την κορυφή του όρους Κράμπιτ, ο κατεργάρης μπορεί να ακούσει τις θορυβώδεις προετοιμασίες των Χριστουγέννων και ενοχλημένος αποφασίζει να κλέψει τα χριστουγεννιάτικα δώρα, έτσι ώστε να αποτρέψει τον ερχομό της γιορτής. Η απόκοσμη καρικατούρα του κατεργάρη, με την πλούσια πράσινη χαίτη και την ελαφρώς «βλάσφημη» αντίδραση προς οτιδήποτε το συμβατικό, φαντάζει εφάμιλλη με εκείνη του Τζιμ Κάρεϊ, ο οποίος, ήδη από την ηλικία των δέκα ετών, ήταν ο κλόουν του σχολείου, στα οικογενειακά πάρτι όλοι γελούσαν με τις γκριμάτσες του, ενώ ο ίδιος, σίγουρος για τις ικανότητές του, είχε στείλει το βιογραφικό του στην εκπομπή «The Carol Burnett Show», προκειμένου να εργαστεί ως κωμικός.

Αν υπήρχε ήρωας κινουμένων σχεδίων που να ονομαζόταν Τζιμ Κάρεϊ θα είχε πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: ελαστικότητα στις κινήσεις, περίεργες γκριμάτσες και ένα βαθύ, υπερβολικό γέλιο. Θα μιλούσε ασυγκράτητα, χωρίς να λογαριάζει τι είναι πολιτικά ορθό ή ποια είναι τα κοινωνικά στάνταρτ. Και, για να λέμε την αλήθεια, ο Τζιμ Κάρεϊ όντως αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μια σειρά κινουμένων σχεδίων: καρτούν όπως τα «Τζόνι Μπράβο», και «Μπομπ Σφουγγαράκης» θεωρείται ότι ακολούθησαν δικές του ερμηνείες στο σινεμά, ενώ οι ρόλοι-καρικατούρες στις ταινίες «Ace Ventura: Ντετέκτιβ ζώων», «Ηλίθιος και πανηλίθιος» και «Η Μάσκα» της δεκαετίας του ’90 έδωσαν έμπνευση για τη δημιουργία των αντίστοιχων σειρών κινουμένων σχεδίων.

Από ψυχιατρική άποψη, τα περισσότερα εξηγούνται με μια αναδρομή στα παιδικά χρόνια. Οπως ο «κατεργάρης των Χριστουγέννων» είχε μια τραυματική παιδική ηλικία, έτσι και ο Τζιμ Κάρεϊ αντιμετώπιζε προβλήματα στο σπίτι ως παιδί και γι’ αυτό χρησιμοποιούσε την κωμωδία σαν διέξοδο και φάρμακο. «Προσπαθούσα πάντοτε να κάνω τη μητέρα μου να γελάσει, επειδή ήταν άρρωστη και έπασχε από κατάθλιψη. Πολλοί κωμικοί ξεκινούν προσπαθώντας να “γιατρέψουν” την οικογένειά τους, και έτσι γίνεσαι καλός. Ο κόσμος δεν θέλει απλώς να δει κωμωδία, τη χρειάζεται. Εγώ τη χρειάζομαι περισσότερο από εκείνους, μάλιστα, και γι’ αυτό βρίσκομαι μπροστά από την κάμερα, επειδή είμαι ένας πραγματικά ανασφαλής άνθρωπος» είχε πει.

Γεννήθηκε στον Καναδά τον Ιανουάριο του 1962. Στο γυμνάσιο οι καθηγητές του του επέτρεπαν να κάνει ολιγόλεπτα κωμικά σκετσάκια για τους συμμαθητές του με την προϋπόθεση ότι δεν θα σαχλαμάριζε την υπόλοιπη ημέρα. Μετά το σχολείο δούλευε οχτάωρα σε ένα εργοστάσιο φαρμάκων για να συμβάλει στο πενιχρό οικογενειακό εισόδημα, ενώ ζούσε σε ένα τροχόσπιτο στην πόλη Σκάρμπορο, κοντά στο Τορόντο. «Αν η καριέρα μου δεν είχε διαμορφωθεί έτσι, πιθανόν να δούλευα στο Χάμιλτον του Οντάριο, στην εταιρεία ατσαλιού Ντοφάσκο. Θυμάμαι να περνάω μπροστά από το εργοστάσιο και να σκέφτομαι ότι εκεί ήταν οι “καλές” δουλειές» είχε πει σε συνέντευξή του το 2007.

Στη Β΄ Γυμνασίου εγκατέλειψε το σχολείο προκειμένου να τελειοποιήσει την τέχνη του. Και επέμεινε πολύ. «Οδηγούσα γύρω στα 80 χλμ. κάθε βράδυ προκειμένου να εμφανιστώ στο κλαμπ “Γιακ Γιακ” στο Τορόντο και μάλιστα δωρεάν. Ούτε λεφτά για βενζίνη δεν μου έδιναν. Και συνέχισα να το κάνω για πάρα, μα πάρα πολύ καιρό, μέχρι να με προσέξει ο κόσμος» είχε εξομολογηθεί σε μία από τις πρώτες συνεντεύξεις του, ενώ είχε μόλις ξεκινήσει να κάνει stand up στο θρυλικό «Comedy Store» στο Λος Αντζελες, από όπου κέρδιζε 10.000 δολάρια εβδομαδιαίως. Εκείνη την περίοδο, μάλιστα, γνώρισε και παντρεύτηκε μια σερβιτόρα, τη Μελίσα Γουόμερ, με την οποία απέκτησαν και μία κόρη, την Τζέιν. Το 2010 ο Κάρεϊ έγινε και παππούς.

Από τις εποχές του «Comedy Store» άρχισε να αναπτύσσει μια στενή σχέση με τον καθρέφτη του. Εκεί έκανε μια προγύμναση ολόκληρου του σώματος και κυρίως των μυών του προσώπου του, προκειμένου να μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει με την ευελιξία και την ελαστικότητα που επιθυμούσε, είτε επί σκηνής είτε μπροστά από την κάμερα. Αν και έκανε δοκιμαστικό για τη μακρόβια εκπομπή «Saturday Night Live» του NBC, δεν επιλέχθηκε ποτέ. Ωστόσο, μερικά χρόνια αργότερα ο φίλος και συνεργάτης του στην ταινία «Στον πλανήτη Γη τα κορίτσια είναι εύκολα», Ντέιμον Γουάιανς, του σύστησε τον αδελφό του Κίναν, που σχεδίαζε μία ανάλογη εκπομπή, επονομαζόμενη «In Living Colour», και ο Κάρεϊ ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για τα σκετσάκια της εκπομπής. Η μετάβαση του Κάρεϊ από έναν γκαφατζή της τηλεόρασης σε αστέρα της μεγάλης οθόνης έγινε σχεδόν εν μιά νυκτί, όταν το 1994 έκανε πρεμιέρα η ταινία του «Ace Ventura: Ντετέκτιβ ζώων», η οποία όμως του φόρτωσε και ένα χρυσό βατόμουρο για τον χειρότερο ανερχόμενο ηθοποιό της χρονιάς. Δεν τον ένοιαξε ιδιαίτερα.

«Πρέπει να ομολογήσω ότι προσαρμόστηκα πολύ καλά στα επτά εκατομμύρια δολάρια του πρώτου ρόλου μου, αφού πριν δεν είχα ούτε να φάω. Εχω παρατηρήσει, ωστόσο, ότι πλέον γελάω διαφορετικά στα πάρτι, τόσο δυνατά, ώστε να με ακούσει ακόμη και ο τελευταίος άνθρωπος στο δωμάτιο. Ετσι γελούν οι πλούσιοι» είχε πει με τον γνωστό σαρκασμό του το 1994 στην εκπομπή του Ντείβιντ Λέτερμαν. Μάλιστα, το κασέ του ανέβηκε ακόμη περισσότερο, και συγκεκριμένα στα 20 εκατομμύρια δολάρια, όταν δέχτηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Ο κολλιτσίδας» του Μπεν Στίλερ, ενώ το 1998 ήταν η πρώτη φορά που ερμήνευσε έναν σοβαρό ρόλο, αυτόν του Τρούμαν Μπέρμπανκ στη δραματική ταινία «Ζωντανή Μετάδοση: The Truman Show». Παρ’ όλο που η ταινία ήταν μια ομολογουμένως κριτική και εισπρακτική επιτυχία, αποσπώντας τρεις υποψηφιότητες για βραβείο Οσκαρ, η Ακαδημία σνόμπαρε τον πρωταγωνιστή Τζιμ Κάρεϊ, όπως άλλωστε κάνει μέχρι σήμερα. «Το να είσαι υποψήφιος είναι από μόνο του τιμητικό… Α, όχι;» είχε πει στο κόκκινο χαλί των Οσκαρ εκείνη τη χρονιά. Σαρκασμός.

Το 2004 πρωταγωνίστησε στη ρομαντική ταινία επιστημονικής φαντασίας «Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού» με την Κέιτ Γουίνσλετ, σε σενάριο του Τσάρλι Κάουφμαν. Εκεί, το καρτούν Τζιμ Κάρεϊ υποχώρησε δίνοντας τη θέση του σε έναν δραματικό ήρωα βυθισμένο στην ερωτική απόγνωση. Σίγουρα η πραγματική του ζωή τού έδωσε αρκετή τροφή για έμπνευση καθώς – όπως συμβαίνει με αρκετούς κωμικούς – ο Κάρεϊ πάσχει από χρόνια κατάθλιψη και ήταν εθισμένος στο Prozac και σε άλλα αντικαταθλιπτικά για χρόνια. «Είναι σαν να ζεις σε ένα χαμηλό επίπεδο απογοήτευσης όπου είσαι απλώς εντάξει. Μπορείς απλώς να χαμογελάσεις στο γραφείο. Σπάνια πίνω καφέ, δεν κάνω ναρκωτικά ούτε πίνω αλκοόλ. Προσπαθώ να γεμίσω τα… κενά μου με πνευματικές ασχολίες. Είμαι βουδιστής, είμαι χριστιανός, είμαι μουσουλμάνος είμαι ό,τι θες είμαι. Ολα έχουν να κάνουν με το ίδιο πράγμα». Την ίδια χρονιά έγινε αμερικανός πολίτης, ενώ έναν χρόνο αργότερα, και αφού τελείωσε η σχέση του με την ηθοποιό Ρενέ Ζελβέγκερ, άρχισε να βγαίνει με την κωμικό, μοντέλο και πρώην κουνελάκι του «Playboy» Τζένι Μακ Κάρθι. Μάλιστα, την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, το 2009, εκείνη ναύλωσε ένα ελικόπτερο προκειμένου να γράψει στον αέρα πόσο πολύ τον αγαπούσε. Τον Απρίλιο του 2010, ωστόσο, το ζευγάρι χώρισε, επειδή, σύμφωνα με την Μακ Κάρθι, «δεν ήθελα να είμαι απλώς η φιλενάδα ενός διάσημου».

Σήμερα ο Τζιμ Κάρεϊ πηγαίνει βόλτες με το αεροπλάνο του ενώ περνάει πολλές ώρες στην αίθουσα διαλογισμού που έχει χτίσει στο σπίτι του. Εκεί βρίσκεται η δική του «σπηλιά», όπου νιώθει περισσότερο ελεύθερος και μπορεί να βγάλει τη μάσκα του καρτούν και να είναι απλώς ο εαυτός του. «Συνηθίζω να κοιμάμαι αργά, όχι επειδή ξενυχτάω σε πάρτι, αλλά γιατί είναι η μοναδική ώρα της ημέρας που μπορώ να είμαι μόνος μου, χωρίς να χρειάζεται να υποκρίνομαι» είχε δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξή του. 

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version