Πήραν το όνοµά τους από έναν πίνακα ζωγραφικής: επιγράφεται «Deux Hommes» και φέρει την υπογραφή του ρώσου Pavel Philonov. νονός, ο τότε επισκέπτης του Μουσείου Ποµπιντού στο Παρίσι και εις εκ των δύο του επαγγελµατικού διδύµου κ. Γρηγόρης Τριανταφύλλου. Ο έτερος, ο κ. ∆ηµήτρης αλεξάκης, υιοθέτησε το βαφτιστικό µε ενθουσιασµό. Ουδείς ήθελε να γίνει γνωστός αποκαλύπτοντας το πρόσωπό του, ήταν βέβαιοι ότι στην πορεία η δουλειά τους θα έκανε τη διαφορά. από το 1994 ως και σήµερα η ελληνικότητα, το φως, η δοµική συµµετρία και οι αντιθέσεις στον συνδυασµό των υλικών έχουν συνθέσει αναγνωρίσιµη ταυτότητα, αποδεικνύοντας ότι αν κάποιος ήθελε να στοιχηµατίσει τη δεκαετία του ’80 σε µελλοντικά αστέρια της µόδας, έπρεπε να ποντάρει σε outsiders.
Κανείς από τους συµφοιτητές τους στη Σχολή Βελουδάκη δεν προέβλεψε τη µετέπειτα πορεία τους. Η τάση ήθελε τους νεοφώτιστους της µόδας fashion victims, να προσοµοιώνουν καθετί ξενόφερτο, αδιαφορώντας για το προσωπικό στυλ. Οι µηχανισµοί που τους έκαναν φίλους δεν ήταν µόνο αισθητικοί, επιµένουν. Ηταν πρωτίστως ηθικοί: επικοινωνία µέσα από το χιούµορ, ίδιες αξίες, παρεµφερή όνειρα, κοινή καταγωγική ρίζα – από τη Βόρεια Ελλάδα. Και µια αντίληψη για το ωραίο που υπερέβαινε τα όρια του κοσµικού.
Στο πέρασµα του χρόνου ο Γρηγόρης δεν αντέχει την εµµονή του ∆ηµήτρη στη λεπτοµέρεια, µολονότι αναγνωρίζει ότι από µία και µόνο πτυχή του συνόλου µπορεί να γίνει η διαφορά, ακόµη και να δηµιουργηθεί µια νέα, ολόκληρη σειρά. Τον τρελαίνει η ιδέα ότι «η συλλογή µπορεί να κολλήσει, να βασανιστεί χωρίς λόγο» . Ο ίδιος είναι δωρικός σε όψη, κινήσεις, λόγο.
Ξέρει ότι σε όλα θα βρεθεί λύση, φιλτράρει, προσπαθεί να αντιστρέψει καθετί αρνητικό. Η φιγούρα του στηρίζει το οικοδόµηµα.
Ο ∆ηµήτρης έρχεται να το στολίσει, µε πληθωρικότητα, ένταση, χίλιες κουβέντες· και αίσθηµα αγανάκτησης όταν ο «άλλος» δεν µπορεί να ενθουσιαστεί µε τίποτε. «Εγώ ξυπνάω µέσα στη νύχτα και σκέφτοµαι τούτο, εκείνο, το άλλο, δεν βλέπω την ώρα να έλθει το πρωί για να του το ανακοινώσω.
Τρελαίνοµαι όταν τον βλέπω απαθή, να µην αντιδρά µόλις το ακούει…».
Τον ρόλο πάντως του «κακού» της υπόθεσης, αυτού που λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, χωρίς να αυτοαναφλέγεται, έχει αναλάβει ο Γρηγόρης, αποτρέποντας ενίοτε τον ∆ηµήτρη από συρράξεις: µια από αυτές όταν πελάτισσα τους κατηγόρησε ουσιαστικά για απάτη, αµφισβητώντας ότι το ύφασµα του ρούχου που παρέλαβε ήταν αυτό που είχε εγκρίνει σε µορφή δείγµατος. Αµφότεροι τονίζουν ότι η σύγκρουσή τους αφορά το πού βρίσκεται κάθε φορά το µέτρο. ∆εδοµένου µάλιστα ότι ο ∆ηµήτρης δυσκολεύεται να αποχωριστεί ρούχα που έχει σχεδιάσει, να «πετάξει» κοµµάτια για να φτιαχτεί µια συλλογή, µπορούν όλοι να καταλάβουν γιατί ακόµη και ο Jean Jacques Picard τον αποκαλεί «testa dura» ( «ξεροκέφαλο» ).
Οπου Picard, o ιδιοκτήτης της οµώνυµης εταιρείας που παρέχει συµβουλευτικές υπηρεσίες σε θέµατα µόδας, µε έδρα το Παρίσι. Ο άνθρωπος αυτός – συµβουλάτορας επίσης του Riccardo Tisci , καλλιτεχνικού διευθυντή του οίκου Givenchy, αλλά και πάλαι ποτέ συνεταίρος του Christian Lacroix – έκανε στους Deux Hommes το µεγαλύτερο δυνατό κοµπλιµέντο. «Μη δουλέψετε για άλλους οίκους, ξεκαθαρίστε όσο µπορείτε το δικό σας DNA, κάντε σαφέστερη την ταυτότητά σας, π.χ. το στοιχείο της ελληνικότητας, αποσαφηνίστε τη σχέση σας µε την haute couture» τους είπε. Και τον άκουσαν, επιχειρώντας αυτοκριτική και βελτιώσεις, για πέντε ολόκληρες σεζόν.
«Αυτοδιαχειριζόµενοι, αυτοχρηµατοδοτούµενοι» , όπως προσδιορίζονται, δεν ήταν εύκολο να ανοίξουν τα φτερά τους στο εξωτερικό. Το Μιλάνο έγινε η έδρα κατασκευής των ρούχων τους, χαρίζοντάς τους την ετικέτα «Made in Italy» – διαβατήριο για µπουτίκ στη Μόσχα, στο Παρίσι, στην Κύπρο. Η ελληνική Εβδοµάδα Μόδας την τελευταία πενταετία έπαιξε καταλυτικό ρόλο, καθώς τους έκανε γνωστούς σε δηµοσιογράφους ξένων ΜΜΕ και σε παραγγελίες που δεν είχαν καν φανταστεί.
«Στη Ρωσία καταγράφονται και οι καλύτερες πωλήσεις» κόβουν – ράβουν στον λόγο και οι δύο. «Ισως γιατί η αγορά χαρακτηρίζεται από εύρος επιλογών και είναι λιγότερο µπλαζέ από την Ευρώπη. Μας έχουν προτείνει επανειληµµένως να επιµείνουµε στην Ιταλία, καθώς δεν υπάρχει σοβαρή avantgarde, δεν είναι όµως καθόλου εύκολο. Οι χώρες που έχουν διακεκριµένη µόδα διατηρούν και ισχυρούς µηχανισµούς αυτοπροστασίας.
Στη Γαλλία επέτρεψαν αρχικώς στους Ιάπωνες να εµφανιστούν, τώρα έχουν επιστρέψει στη λογική που θέλει το εγχώριο superbe! Για όλους αυτούς η µόδα είναι εθνικό προϊόν, αποτελεί κρατική υπόθεση – και πολύ καλά κάνουν. Το ξέρετε ότι όταν η επιχείρηση του Gianfranco Ferre δεν “περπατούσε” ανέλαβε τα ηνία η ιταλική κυβέρνηση µε σχεδιαστές τους οποίους πλήρωνε ως δηµοσίους υπαλλήλους; Στόχος τους ήταν εξαρχής να καταστήσουν τον οίκο και πάλι δυνατό, για να βρουν ισχυρό επενδυτή να τον µεταβιβάσουν. Ακόµη και στις ΗΠΑ επιβάλλουν νέα ονόµατα, µε το ζόρι.
Στη δική µας χώρα δεν υπάρχει επενδυτική πρόθεση, τα πράγµατα είναι πολύ διαφορετικά».
Οι Ελληνίδες τούς δυσκολεύουν τη ζωή, έχουν εξελιχθεί σε «έξυπνες καταναλώτριες », τους βάζουν επιπλέον όρια, τιµές χαµηλότερες και συντοµότερους χρόνους.
« Ο Γρηγόρης µε κατηγορεί ότι λέω πολλά στις πελάτισσες, αλλά επιµένω ότι εµείς τους ανοίξαµε τα µάτια!» λέει ο κ. Αλεξάκης. «Το µόνο καλό είναι ότι µε τα χρόνια έλκουµε κόσµο µε τον οποίο µπορούµε να συνεννοηθούµε».
Η Νομική Αθηνών δεν κατάφερε να κερδίσει τον Γρηγόρη, ούτε η Μαράσλειος Παιδαγωγική Ακαδημία τον Δημήτρη. Παρά το γεγονός ότι ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους, το ρούχο δεν έπαψε ποτέ να τους ασκεί ισχυρότερη έλξη.
Σαν να τους μετάγγισαν όμως δομή στη σκέψη, εύρος γνώσεων. Και μαζί και μόνοι, ψάχνουν για ιδέες, σε μουσειακές εκθέσεις, στο Διαδίκτυο, σε βιβλία ιστορικά, σε κινηματογραφικές ταινίες και μουσικές όλων των ειδών. Απόλαυσαν ιδιαίτερα την έκθεση για τη Μαντάμ Γκρε, στο Μουσείο Μπουρντέλ στο Παρίσι, την αρχαιοπρέπεια, τα πλισέ, τα ντραπέ, τον χειρισμό του ρούχου.
«Στην Ελλάδα ο σχεδιαστής είναι παρεξηγημένο προϊόν» λέει ο Γρηγόρης. «Πρέπει να κάνεις γενέθλια σε συγκεκριμένα μαγαζιά για να θεωρηθείς επαγγελματίας…». Κανείς τους δεν δείχνει να συμπαθεί τα τερτίπια του σιναφιού, είναι εξάλλου ενδεικτικός ο τρόπος που επιλέγουν να κάνουν διακοπές: ο Δημήτρης ταξιδεύει σε βορειότερες πόλεις, όπως η Κοπεγχάγη και το Βερολίνο, ο Γρηγόρης ψάχνει ήσυχα νησιά και παραλίες για να διαβάσει τα βιβλία του. «Οταν κατεβάζουμε ρολά, φροντίζουμε να μην έχουμε καμία επαφή. Πώς αλλιώς θα είχε νόημα η λέξη “διακοπές”;».
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
