Μεταξύ

Μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου, αποστροφής και επιστροφής, ένδειας και άδειας, φράσης και μετάφρασης, μεσολάβησαν κάποια φιλόξενα αναγνώσματα, που δεν πρέπει να περάσουν παντελώς ασχολίαστα, αν είναι να δροσίσει κάπως η πολλαπλή κάψα του φετινού καλοκαιριού. Ανάμεσά τους προέχει, και λόγω ελλαδικής επικαιρότητας, το διπλό καλοκαιρινό τεύχος (203-204) του περιοδικού ηλέξη , αφιερωμένο στα πενήντα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας, με έμφαση…

Μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου, αποστροφής και επιστροφής, ένδειας και άδειας, φράσης και μετάφρασης, μεσολάβησαν κάποια φιλόξενα αναγνώσματα, που δεν πρέπει να περάσουν παντελώς ασχολίαστα, αν είναι να δροσίσει κάπως η πολλαπλή κάψα του φετινού καλοκαιριού. Ανάμεσά τους προέχει, και λόγω ελλαδικής επικαιρότητας, το διπλό καλοκαιρινό τεύχος (203-204) του περιοδικού ηλέξη , αφιερωμένο στα πενήντα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας, με έμφαση (όχι πάντως αποκλειστική) στην «Κυπριακή Λογοτεχνία». Στην πραγματικότητα πρόκειται για ολόκληρο τόμο (285 πυκνοτυπωμένες σελίδες), με σαράντα επτά κείμενα και ισάριθμους συνεργάτες, αν μέτρησα σωστά τα αναγραφόμενα ονόματα στο εξώφυλλο. Αξιέπαινος ο συντακτικός μόχθος του Αντώνη Φωστιέρη (έκδοσηδιεύθυνση) και του Θανάση Νιάρχου (έκδοση-ιδιοκτησία του πολύχρονου περιοδικού).

Με τον όγκο του πάντως το προκείμενο τεύχος προκαλεί εξαντλητικού τύπου ανάγνωση, η οποία συχνά αποζημιώνεται, κάποτε μάλιστα με το παραπάνω. Τρία αποδεικτικά παραδείγματα. Το ένα προβάλλεται, και δικαίως, πρωτοσέλιδο: επιγράφεται «Τρία ιδιωματικά ποιήματα» (Για την ζωήν, Προς ποιητήν, Για την Καρκίαν) και υπογράφεται από τον Κώστα Μόντη· φαντάζομαι πως για τον στυλοβάτη της νεότερης κυπριακής ποίησης δεν χρειάζονται συστάσεις. Δεν είμαι όμως βέβαιος ότι το ίδιο ισχύει και για την ντοπιολαλιά των τριών ποιημάτων, τουλάχιστον για τους ελλαδικούς αναγνώστες της σήμερον και της αύριον. Μεταγράφω το πρώτο σε μονοτονικό, ελπίζοντας πως δεν θα πάει χαμένη η καίρια και ειρωνική του απόφαση:

Κατζ΄ η ζωή,καλή/ η πόρτα της εμ πάντα χαμηλή/ τούτομ ποττέ μεν το ξιχάσης/ πρέπει να σιύβκης να περάσεις. Που πάει να πει: προσοχή στη χαμηλή πόρτα της ζωής, όπου περισσότερο κινδυνεύουν οι υψικάρηνοι φιλόζωοι. Οι κοντοί την έχουν ίσως καλύτερα, αλλά ποιος τους προσέχει σήμερα;

Στην περιοχή της ελλαδικής ποίησης εντοπίζεται το δεύτερο δραστικό παράδειγμα. Πρόκειται για την «Πάφο» του Νάνου Βαλαωρίτη, με ελλείποντα όμως τα συστατικά του στοιχεία (χρόνος και τρόπος πρώτης δημοσίευσης), εκτός αν πρόκειται για αδημοσίευτο μέχρι στιγμής ποιητικό κατόρθωμα. Μιλώ για κατόρθωμα, επειδή έχω την αίσθηση πως έχουμε να κάνουμε για «δοσμένο» (που θα έλεγε ο Σεφέρης) ποίημα, με χωνεμένες και εναρμονισμένες τις σεμνές αρετές του: ήθος, ύφος, ρυθμός, μουσική, έμπνευση. Φαίνεται πως όταν έχει η Μούσα τα μεγάλα της κέφια, χαρίζει σε κάποιον καλό της (αλλά μόνον εφάπαξ) ένα ποίημα, περιμένοντας να αναγνωριστούν τα αξεπέραστα ποιητικά της γούστα. Το αντιγράφω ολόκληρο, με την υπόδειξη η ανάγνωσή του να καταλήξει ακουστική, αλλάζοντας καθ΄ οδόν τη γραφή σε προφορά και ακρόαση:

Μακρινά-μακρινά τα μοναστήρια της Πάφου/ Κι αδύνατη η μυρουδιά του βασιλικού στο παραθύρι/ Μικρήμικρή η φωνή που βγαίνει απ΄ το λαρύγγι/ Και μακρινά-μακρινά τα μοναστήρια της Πάφου Μικρό-μικρό το δάκρυ στην άκρη του ματιού/ Μικρό-μικρό το δέντρο στην άκρη του γιαλού/ Κι αδύνατη η μυρουδιά του θυμαριού/ Και μακρινά-μακρινά τα μοναστήρια της Πάφου Ησυχο το δάσος την αυγή κι η θάλασσα το μεσημέρι/ Ησυχα τα βουνά στις όχτες του Κορινθιακού/ Σταμάτησε η καρδιά σαν χαλασμένη καμπάνα/ Και μακρινά-μακρινά τα μοναστήρια της Πάφου Μακρινά-μακρινά τα μοναστήρια της Πάφου/ Η θάλασσα το μεσημέρι το δάσος την αυγή/ Η φωνή στο παραθύρι, το δέντρο στο γιαλό/ Και μακρινά-μακρινά τα μοναστήρια της Πάφου.

Δύσκολα μπορώ να φανταστώ τιμιότερο και εντιμότερο ελλαδικό αφιέρωμα στα πενηντάχρονα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που σημαδεύτηκε στο μεταξύ από την κυπριακή τραγωδία, κόβοντας στα δύο την κυπριακή γη και την κυπριακή ιστορία. Σ΄ αυτό το σολωμικό χάσμα φυτρώνει και αναπνέει, φιλόκυπρη και μελαγχολική, η μακρινή «Πάφος» του Νάνου Βαλαωρίτη.

Το τρίτο παράδειγμα, το πιο απρόσμενο του αφιερωτικού τεύχους, δεν είναι ποίημα, ανήκει όμως σε μείζονα Λευκαδίτη ποιητή: πρόκειται για πεζό κείμενο του μεγάλου Αγγελου Σικελιανού, χρονολογημένο (2.11.1931) και δημοσιευμένο στο Ελεύθερον Βήμα, υπό τον τίτλο «Η κραυγή της Κύπρου», με σολωμική προμετωπίδα: Σ΄ αυτό,εφώναζε, το χώμα, / στάσου ολόρθη Ελευθεριά! Γενναίο, μαχητικό, διαμαρτυρικό κείμενο, η εμβληματική σημασία του οποίου ενισχύεται, αν ληφθούν υπόψη και τα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενά του, ελλείποντα στην προκείμενη αναδημοσίευση. Περί αυτού όμως την άλλη Κυριακή. Στο μεταξύ οι φιλίστορες αναγνώστες ας ψάξουν τα κυπριολογικά κιτάπια τους.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk