Στιγμές Nouvelle Vague

Καθώς συμπληρώνονται 50 χρόνια από την πρεμιέρα της εμβληματικής ταινίας «Με κομμένη την ανάσα» του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, μια φωτογραφική έκθεση έρχεται να φωτίσει πτυχές της νουβέλ βαγκ που ίσως να είχαμε ξεχάσει. Και να μας δώσει αφορμή να αναψηλαφήσουμε τα χαρακτηριστικά ενός κινήματος που θέλησε να αλλάξει τον κινηματογράφο.

Στιγμές Nouvelle Vague

Καθώς συμπληρώνονται 50 χρόνια από την πρεμιέρα της εμβληματικής ταινίας «Με κομμένη την ανάσα» του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, μια φωτογραφική έκθεση έρχεται να φωτίσει πτυχές της νουβέλ βαγκ που ίσως να είχαμε ξεχάσει. Και να μας δώσει αφορμή να αναψηλαφήσουμε τα χαρακτηριστικά ενός κινήματος που θέλησε να αλλάξει τον κινηματογράφο.

Στην πραγματικότητα, το μοναδικό πράγμα που εμείς της νουβέλ βαγκ είχαμε κοινό ήταν τα φλιπεράκια» θα έλεγε πολλά χρόνια μετά τη γέννηση του κινηματογραφικού κινήματος που άλλαξε την ιστορία του σινεμά ένας από τους γονείς του, ο Φρανσουά Τρυφό. Ενός κινήματος, που εφέτος γιορτάζει τα 50 χρόνια του με ποικίλους τρόπους, εις εκ των οποίων η καταπληκτική έκθεση των φωτογραφιών του 90χρονου σήμερα φωτογράφου Ρεϊμόν Κοσετιέ στην Γκαλερί Τζέιμς Χάιμαν του Λονδίνου, που εγκαινιάζεται την προσεχή Τετάρτη 14 Ιουλίου και θα διαρκέσει ως τα τέλη Αυγούστου. Ξεφεύγοντας από τη λογική της συνηθισμένης φωτογράφισης πλατό, ο Κοσετιέ, ο οποίος προσελήφθη από τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ για την ταινία «Με κομμένη την ανάσα» και δούλεψε επίσης δίπλα στον Ζακ Ντεμί («Λόλα»), στον Τρυφό («Ζιλ και Ζιμ» κ.ά.) και στον Ζακ Ροζιέ («Αντίο Φιλιππίνες»), έδωσε αριστουργήματα της φωτογραφικής τέχνης που αποτύπωσαν την πεμπτουσία της νουβέλ βαγκ. «Η δύναμη των φωτογραφιών του Κοσετιέ δεν πηγάζει μόνο από τον εξαιρετικό χαρακτήρα των αστεριών που φωτογράφιζε, ούτε μόνο από το καλλιτεχνικό εκτόπισμα των σκηνοθετών για τους οποίους δούλεψε, αλλά από το γεγονός ότι εκείνος, πριν από οποιονδήποτε άλλον, ήξερε πώς να αιχμαλωτίσει το αίσθημα που θα γινόταν γνωστό ως “νουβέλ βαγκ”» αναφέρεται στον κατάλογο της έκθεσης. Και πολύ σωστά.

Και ο Τρυφό όμως είχε δίκιο. Εχουμε στο μυαλό μας τους σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ ως μια συμπαγή ομάδα και ήταν όντως ομάδα, μια σπουδαία ομάδα. Μόνο που τα μέλη της είχαν διαφορετικές καταβολές το ένα σε σχέση με το άλλο, εμπνέονταν από διαφορετικά πράγματα και ως δημιουργικές μονάδες δεν είχαν ταύτιση.

Είχαν όμως κοινά χαρακτηριστικά και αυτά έπαιξαν ρόλο στην ανάπτυξη του Νέου Κύματος. Ανάμεσά τους η θεωρητική δουλειά του περιοδικού «Cahiers du Cinema», από το οποίο ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους ως κριτικοί κινηματογράφου ο Κλοντ Σαμπρόλ, ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ, ο Ερίκ Ρομέρ και βεβαίως ο Φρανσουά Τρυφό. Εκεί, στα «Cahiers», η νιότη ήταν σκληρή και αφοριστική. Στο στόχαστρο των νεαρών δαιμόνων της κριτικής βρέθηκε το «σινεμά του μπαμπά» («cinemadupapa»), όπως ήταν το παρατσούκλι που χρησιμοποιούσαν για τον εμπορικό κινηματογράφο της Γαλλίας διαγράφοντας παλιούς εκπροσώπους του όπως ο Αντρέ Καγιάτ, ο Αντρέ Ινεμπέλ, ο Ανρί Ζορζ Κλουζό και ο Κλοντ Οτάν Λαρά.

Την ίδια ώρα όμως τα παιδιά του Νέου Κύματος θαύμαζαν την ανεξάρτητη πορεία των επίσης παλαιότερων Γάλλων Ζαν Ρενουάρ, Ζακ Τατί, Ρομπέρ Μπρεσόν και Ζαν Κοκτό. Εκτιμούσαν τον ιταλικό νεορεαλισμό της δεκαετίας του 1950 (αγαπημένος τους ήταν ο Ρομπέρτο Ροσελίνι). Λάτρευαν τον Αλφρεντ Χίτσκοκ και ανακάλυπταν εκ νέου τον κλασικό αμερικανικό κινηματογράφο σκηνοθετών, όπως ο Τζον Φορντ, ο Χάουαρντ Χοκς, ο Ραούλ Γουόλς και ο Μάικλ Κερτίζ.

Τρανταχτό παράδειγμα της διαφορετικής φιλοσοφίας των σκηνοθετών της νουβέλ βαγκ αποτελούν οι εμβληματικοί ηγέτες του Νέου Κύματος, ο Τρυφό και ο Γκοντάρ. Τα «400 χτυπήματα», η ιστορία του 13χρονου Αντουάν (Ζαν Πιερ Λεό) που προσπαθεί να το σκάσει από το αναμορφωτήριο όπου έχει καταλήξει, είναι ένας «λερωμένος» καθρέφτης της προεφηβείας του σκηνοθέτη. Το 1945 ο ίδιος ο Τρυφό βρισκόταν στην ηλικία του Αντουάν και όπως αργότερα εξομολογήθηκε: «Ημουν ανυπόμονος να μεγαλώσω, να μπορώ να κάνω όλα τα απαγορευμένα πράγματα, χωρίς κανείς να με τιμωρεί…». Ο Τρυφό δεν ταύτιζε τους δικούς του γονείς με τους σκληρούς γονείς του Αντουάν αλλά, σύμφωνα με τον μελετητή του Καρλ Χάνσερ Φέρλανγκ, η αλήθεια ήταν διαφορετική: Στα 16 ο Τρυφό εισήχθη σε ίδρυμα για «δύσκολα» παιδιά, απ’ όπου τον έσωσε ο Αντρέ Μπαζέν, συνεκδότης των «CahiersduCinema», ο οποίος τον έπεισε να ασχοληθεί με τον προγραμματισμό προβολών. Μέσω αυτού ο Τρυφό γνώρισε την παρέα του μελλοντικού Νέου Κύματος (σ.σ.: τα «400 χτυπήματα» είναι αφιερωμένα στον Μπαζέν).

Αντιθέτως, ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ, που γεννήθηκε στο Παρίσι στις 3 Δεκεμβρίου του 1930, ήταν γόνος μεγαλοαστικής γαλλοελβετικής οικογένειας. Ο γιατρός πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης κλινικής και η μητέρα του προερχόταν από οικογένεια εύπορων ελβετών τραπεζιτών. Ο Γκοντάρ απέκτησε την ελβετική υπηκοότητα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το 1949 βρισκόταν στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης σπουδάζοντας εθνολογία. Οπως έχει συμβεί με πολλούς καλλιτέχνες, τα πανεπιστημιακά χρόνια ήταν και για τον Γκοντάρ τα χρόνια των μεγάλων αποφάσεων. Ο κινηματογράφος άρχισε να του κεντρίζει το ενδιαφέρον και οι επισκέψεις στα cine clubs του Καρτιέ Λατέν ή στην Ταινιοθήκη του Παρισιού ήταν περισσότερες από εκείνες με την τάξη του. Ετσι επήλθε η γνωριμία του με τον Φρανσουά Τρυφό, τον Ζακ Ριβέτ, τον Ερίκ Ρομέρ και βεβαίως τον Αντρέ Μπαζέν.

Στην περίπτωση των Γκοντάρ – Τρυφό όμως υπήρξε μια μεγάλη, μυστηριώδης διαμάχη, στην οποία ρίχνει φως το ντοκυμαντέρ «Lesdeuxdelavague» («Οι δύο του κύματος») του Εμανουέλ Λοράν.

Κάπως έτσι όμως, στη δύση της δεκαετίας του 1950, γεννήθηκε η νουβέλ βαγκ, αν και το παράξενο είναι ότι ακόμη δεν μπορούμε να πούμε πότε ακριβώς αρχίζει και πότε ακριβώς τελειώνει. Πολλοί θεωρούν πρώτη ταινία του Νέου Κύματος το «PointeCourt» της Ανιές Βαρντά, άλλοι το «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» του Ροζέ Βαντίμ, δύο ταινίες του 1956. Η πρώτη όμως πέρασε εντελώς απαρατήρητη, ενώ η δεύτερη έκανε τόσο πολύ θόρυβο λόγω της Μπριζίτ Μπαρντό, που αναπόφευκτα φαινόταν ξένο σώμα δίπλα στις μεταγενέστερες ταινίες του Νέου Κύματος.

Η ειρωνεία είναι ότι με την «Περιφρόνηση» (1963) του Γκοντάρ, μία επταετία αργότερα, η Μπαρντό θα γινόταν μία από τις μούσες της νουβέλ βαγκ (η Αννα Καρίνα ήταν μια άλλη), όπως ο Ζαν Πολ Μπελμοντό έγινε το απόλυτο παλικάρι της με το «Με κομμένη την ανάσα» και τον «Τρελό Πιερό», επίσης του Γκοντάρ (που παρεμπιπτόντως θα επαναπροβάλλεται την ερχόμενη εβδομάδα στις θερινές αίθουσες της Αθήνας).

Στο θολό τοπίο της αφετηρίας υπάρχει επίσης η περίπτωση του Λουί Μαλ που γύρισε το «Ασανσέρ για δολοφόνους» το 1958, την ίδια δηλαδή χρονιά που ο Κλοντ Σαμπρόλ γύρισε τον «Ωραίο Σέργιο». Η αλήθεια όμως είναι ότι μόνο όταν εμφανίστηκε η διπλή επιτυχία των «400 χτυπημάτων» και του «Χιροσίμα, αγάπη μου», η οποία ακολουθήθηκε από το «Με κομμένη την ανάσα», κριτικοί και κοινό άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι κάτι ριζικά άλλαζε στον γαλλικό κινηματογράφο και ότι η Γαλλία γινόταν το κέντρο της κινηματογραφικής ανανέωσης.

Μετά τον Μάη του ’68 τα παιδιά είχαν πια μεγαλώσει, η αθωότητα είχε χαθεί, οι δρόμοι είχαν χωρίσει. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι εκπρόσωποι της νουβέλ βαγκ υποχώρησαν σε συμβάσεις ή ανακάλυψαν αυτό που στην πραγματικότητα ήταν. Οχι βέβαια ο Γκοντάρ. Αρκεί να ρίξεις μια ματιά στην τελευταία ταινία του, «Filmsocialism», και θα δεις ότι ο άνθρωπος παραμένει αμετανόητος!

Αλλά οι τελευταίες ταινίες του Τρυφό έμοιαζαν περισσότερο με τις ταινίες που ο ίδιος είχε απορρίψει νεότερος. Το θέμα είναι ότι το Νέο Κύμα άφησε πίσω του πλούσια κληρονομιά και κυρίως άσκησε τεράστια επιρροή στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Ψήγματά του δεν έχουν σταματήσει να εμφανίζονται σε αμερικανικές ταινίες, είτε εκείνης περίπου της εποχής («Μπόνι και Κλάιντ» του Αρθουρ Πεν) είτε σε μεταγενέστερες («Pulpfiction» του Κουέντιν Ταραντίνο).

Το Νέο Κύμα θέσπισε μια πρωτόγνωρη, επαναστατική κινηματογράφηση. Η κάμερα βρέθηκε για πρώτη φορά κυρίως στο χέρι και η κίνησή της ήταν αδιάκοπη, με μεγάλης διάρκειας πλάνα, γυρίσματα σε εξωτερικούς χώρους, φυσικό φωτισμό και αυτοσχεδιασμούς στους διαλόγους. Και για πρώτη φορά τα πρόσωπα που άρχισαν να αναδεικνύονται δεν ήταν μόνο ηθοποιοί, αλλά και σκηνοθέτες όπως και τεχνικοί που συνέβαλαν στην απελευθέρωση της κινηματογραφικής γλώσσας από τα δεσμά της.

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 508, σελ. 42-47, 11/07/2010.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version