Σ τα 88 της χρόνια η Ντόρις Λέσινγκ έγινε κάτοχος του Νομπέλ Λογοτεχνίας 2007. Πέρα από «επική ποιήτρια της γυναικείας υπόστασης, η οποία υπέβαλε σε λεπτομερή, παθιασμένη και αισιόδοξη εξέταση μια κουλτούρα διαιρεμένη», όπως τη χαρακτήρισε η επιτροπή, η βρετανίδα συγγραφέας είναι η γηραιότερη από τους λογοτέχνες που έχουν τιμηθεί ως σήμερα με το συγκεκριμένο βραβείο, ξεπερνώντας τον «ρέκορντμαν» Θίοντορ Μόμσεν, που είχε λάβει το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1902, σε ηλικία 85 ετών.
Πριν από τέσσερα χρόνια διαβάζαμε στο «Βήμα της Κυριακής» από τον Ντίνο Σιώτη: «Η 83χρονη Λέσινγκ δεν το βάζει κάτω.Αυτοδίδακτη και μαχόμενη συγγραφέας για τα δικαιώματα των μειονοτήτων, είτε αυτές οι μειονότητες είναι μαύροι και φτωχοί είτε γυναίκες,ζητιάνοι και πρόσφυγες, η πολυγραφότατη Λέσινγκ καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συγγραφικού έργου που περιλαμβάνει μυθιστορήματα,νουβέλες,διηγήματα,θεατρικά έργα, όπερες και δοκίμια. Από το 1950 που πρωτοεμφανίστηκε με τη συλλογή διηγημάτων “Τhe Grass is Singing” (Η χλόη τραγουδάει), η Λέσινγκ στην 50χρονη καριέρα της μας έχει πείσει ότι οι πολιτικές ουτοπίες τύπου Στάλιν φέρνουν μόνο καταστροφή. Και όπως οι βάρβαροι του Καβάφη ή ο Γκοντό του Μπέκετ, που μια ζωή τούς περιμένουμε να μας σώσουν από κάτι που δεν ξέρουμε τι είναι ακριβώς, έτσι και στο βιβλίο “Το πιο γλυκό όνειρο” της Λέσινγκ περιμένουμε τους αριστερούς να μας σώσουν από μια ουτοπία χωρίς σάρκα και οστά».
Πώς έφθασε να συμπληρώσει μια τόσο μακροχρόνια πορεία η βρετανίδα συγγραφέας; Χάρη στο ευρύ λογοτεχνικό της φάσμα, που κυμαίνεται από το ακραίο πολιτικό και το κοινωνικοπολιτικό αφήγημα ως τον μυστικισμό και την επιστημονική φαντασία. Οταν την κατηγόρησαν ότι… υποβίβαζε το ταλέντο της ασχολούμενη με την επιστημονική φαντασία, εκείνη απάντησε ότι στην επιστημονική φαντασία βρίσκει κανείς την καλύτερη κοινωνική μυθοπλασία της εποχής μας. Οταν την κατέταξαν στο φεμινιστικό ρεύμα της εποχής, εκείνη αντέτεινε ότι υποτίμησαν το κυρίως θέμα της, που ήταν το πώς μπορούμε να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από τις ψευδαισθήσεις. Πέραν τούτων, έχει γράψει μια σειρά από διηγήματα με ηρωίδες γάτες- τα αγαπημένα της ζώα. Η Ντόρις Μέι Τέιλερ, όπως είναι το πατρικό όνομα της Ντόρις Λέσινγκ, γεννήθηκε στην Περσία (σημερινό Ιράν) στις 22 Οκτωβρίου 1919. Και οι δύο γονείς της ήταν Βρετανοί: ο πατέρας της, ο οποίος είχε μείνει ανάπηρος από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εργαζόταν ως υπάλληλος της Αυτοκρατορικής Τράπεζας στην Περσία. Η μητέρα της ήταν νοσοκόμα. Το 1925 η οικογένεια μετακόμισε στη Νότια Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε) με την απατηλή υπόσχεση ότι θα πλούτιζε εκεί από την εκμετάλλευση της καλλιέργειας καλαμποκιού. Ατυχώς τα τέσσερα εκτάρια θάμνων απέτυχαν να αποφέρουν κέρδη και τα σχέδια της μητέρας της να ζήσει τη ζωή της βικτωριανής ευγενούς σε «εδάφη αγρίων» ματαιώθηκαν.
Η Λέσινγκ έχει περιγράψει την παιδική ηλικία της ως ένα άνισο μείγμα λίγης χαράς και πολύ πόνου. Ο κόσμος της φύσης, τον οποίο θα εξερευνούσε σε κάποιον βαθμό με τον αδελφό της Χάρι, ήταν μια διέξοδος από την κατά τα άλλα αξιοθρήνητη ζωή της. Η μητέρα της, κυριευμένη από την πρόθεση να μεγαλώσει μια σωστή κόρη, είχε επιβάλει αυστηρό σύστημα οργάνωσης και υγιεινής στο σπίτι. Οταν έκλεισε την Ντόρις σε ένα ρωμαιοκαθολικό μοναστήρι, εκείνη κατάφερε να δραπετεύσει. Ηταν δεκατριών χρόνων και μόλις είχε ολοκληρωθεί η εγκύκλια παιδεία της. Ωστόσο, όπως συνέβη και με άλλες γυναίκες συγγραφείς της Νότιας Αφρικής, όπως η Ολιβ Σρέινερ και η Ναντίν Γκόρντιμερ, οι οποίες δεν αποφοίτησαν από σχολεία, έτσι και η Ντόρις Λέσινγκ μετατράπηκε σε αυτοδίδακτη διανοούμενη.
Παρά τα δύσκολα και δυστυχισμένα χρόνια της παιδικής της ηλικίας, τα γραπτά της για τη ζωή στη βρετανική Αφρική ξεχειλίζουν από συμπόνια για την αποστειρωμένη ζωή των βρετανών αποικιοκρατών και το κακό χάλι των αυτοχθόνων. Η ίδια σχολίασε πρόσφατα ότι τα δυστυχισμένα παιδικά χρόνια φαίνεται πως παράγουν ευφάνταστους μυθιστοριογράφους. «Νομίζω πως αυτό είναι αλήθεια- παρ΄ ότι δεν το καταλάβαινα τότε.Αλλωστε δεν είχα στο μυαλό μου να γίνω συγγραφέας». Ωστόσο τα κιβώτια με βιβλία που κατέφθαναν από το Λονδίνο γέμιζαν τη φαντασία της με άλλους κόσμους, κόσμους στους οποίους μπορούσε, νοερά έστω, να δραπετεύει. Τα πρώιμα διαβάσματα της Λέσινγκ περιελάμβαναν Ντίκενς,Σκοτ,Στίβενσον, Κίπλινγκ, Σταντάλ, Τολστόι,Ντοστογέφσκι...
Κατά τη διάρκεια της γεμάτης ζωής της η Λέσινγκ παντρεύτηκε και χώρισε δύο φορές, αποκτώντας τρία παιδιά. Ο πρώτος της γάμος, με τον Τσαρλς Γουίσντομ, διήρκεσε από το 1939 ως το 1943. Ο δεύτερος σύζυγός της- από το 1945 ως το 1949- ήταν ο Γκόντφριντ Λέσινγκ, ο οποίος αργότερα τοποθετήθηκε πρεσβευτής της Ανατολικής Γερμανίας στην Ουγκάντα. Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Το χορτάρι τραγουδάει», δημοσιεύθηκε στο Λονδίνο το 1949, με τη συγγραφέα να έχει ήδη μετακομίσει στην ηπειρωτική Ευρώπη. Αξιοσημείωτο είναι ότι αρνήθηκε τον τίτλο της Dame, ενώ αποδέχθηκε να γίνει Κυρία των Τιμών. Το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 2007 είναι ο τελευταίος- και μεγαλύτερος- κρίκος στη μακρά αλυσίδα λογοτεχνικών βραβείων που έχουν απονεμηθεί στην Ντόρις Λέσινγκ. Ενώ ψώνιζε η Ακαδημία τη βράβευε «Τ ης τηλεφωνούσα,αλλά δεν απαντούσε.Προφανώς δεν καθόταν πάνω από το τηλέφωνο περιμένοντας πότε θα την πάρω» είπε σε δημοσιογράφο του Αssociated Ρress ο Χόρας Ενγκνταλ, μόνιμος γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας. Χρειάστηκε να περάσουν περίπου δύο ώρες μετά την επίσημη ανακοίνωση του ονόματός της για να ενημερωθεί η Λέσινγκ σχετικά με την τιμή της βράβευσής της. Οπως μαθεύτηκε, ενώ η Ακαδημία της τηλεφωνούσε, εκείνη… ψώνιζε. Οταν επέστρεψε στο σπίτι της με την πλαστική σακούλα ανά χείρας (φωτογραφία), η Λέσινγκ βρήκε τους δημοσιογράφους συγκεντρωμένους στο κατώφλι της, έξω από το σπίτι της στο Βόρειο Λονδίνο. «Εχω κερδίσει όλα τα βραβεία στην Ευρώπη,κάθε αναθεματισμένο βραβείο,οπότε τώρα είμαι περιχαρής που τα έχω όλα.Είναι φλος ρουαγιάλ!» είπε. Αργότερα η Λέσινγκ διηγήθηκε μια ιστορία για έναν αξιωματούχο που συνδέεται με τα Νομπέλ, ο οποίος πήγε κάποτε σε «ένα πολύ πολύ επίσημο δείπνο» στη Σουηδία και της είπε ότι ποτέ δεν θα κέρδιζε το βραβείο. «Τον φαντάζεστε τον θρασύτατο;» είπε η συγγραφέας. «Και εγώ τι μπορούσα να του πω;Αχ,τι κρίμα,γιατί δεν σας αρέσω;».
Ο κ. Ενγκνταλ είπε πως η δουλειά της Λέσινγκ έχει ασκήσει ιδιαίτερη επιρροή σε άλλους συγγραφείς και στο ευρύτερο πεδίο της λογοτεχνίας. «Υπήρξε αντικείμενο συζήτησης από την Ακαδημία εδώ και αρκετό καιρό,και τώρα η στιγμή ήταν κατάλληλη.Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή ήταν μια από τις πιο προσεγμένες αποφάσεις στην ιστορία του βραβείου Νομπέλ» δήλωσε στο πρακτορείο Ρόιτερς μετά την ανακοίνωση του ονόματος της Λέσινγκ. «Εξερεύνησε μια νέα περιοχή εμπειριών που παλαιότερα δεν ήταν ιδιαίτερα αποδεκτή στη λογοτεχνία.Μέρος αυτών αφορά,για παράδειγμα,τη γυναικεία σεξουαλικότητα».
Οι ακαδημαϊκοί και οι συγγραφείς εκφράστηκαν θετικά για την επιλογή της Λέσινγκ. «Είναι μια μεγάλη φυσιογνωμία, σαφώς και το άξιζε» δήλωσε ο συγγραφέας Ουμπέρτο Εκο από την Εκθεση Βιβλίου στη Φραγκφούρτη. Η Τζέιν Φρίντμαν , επικεφαλής του εκδοτικού οίκου της Λέσινγκ ΗarperCollins, αποκάλεσε το Νομπέλ αυτό «απόλυτη έκπληξη».
ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
«Οι γιαγιάδες: τέσσερις ιστορίες», μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτη, 2007 «Η καλή τρομοκράτισσα», μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδόσεις Οδυσσέας, 2007 «Ο Μπεν στον κόσμο», μετάφραση Ρένα Χάμχουτ, εκδόσεις Καστανιώτη, 2002 «Μάρα και Νταν: μια περιπέτεια», εκδόσεις Λιβάνη, 2002 «Το πέμπτο παιδί», μετάφραση Αλέκος Μανωλίδης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2002 «Ο απεσταλμένος στον πλανήτη 8», μετάφραση Γιάννης Καραδήμος, εκδόσεις Κέδρος, 1999 «Ενας άντρας και δυο γυναίκες», μετάφραση Αλέκος Μανωλίδης, εκδόσεις Λιβάνη, 1997 «Αγάπη ξανά», μετάφραση Αρης Σφακιανάκης, εκδόσεις Λιβάνη, 1996 «Αναμνήσεις ενός επιζώντος», μετάφραση Μαίρη Κιτσοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, 1996 «Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι», μετάφραση Καίτη Οικονόμου, εκδόσεις Καστανιώτη, 1991 «Προμήνυμα καταιγίδας», μετάφραση Φανή Πανταζή, εκδόσεις Οδυσσέας, 1987 «Σικάστα», μετάφραση Γιάννης Σπανδωνής, εκδόσεις Κάκτος, 1983
