Χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε και χωρίς περιττές τυμπανοκρουσίες η εποχή της δεύτερης γενιάς Internet, δηλαδή του ADSL 2+, ανέτειλε και στη χώρα μας λίγο προτού δύσει το 2007. Προάγγελος της εξέλιξης αυτής ήταν οι περισσότεροι εναλλακτικοί πάροχοι τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπως η Fotrhnet, η Hellas On Line, η Vivodi, η NetOne, η On Telecoms και η Tellas, οι οποίες προχωρώντας σε αναβαθμίσεις των δικών τους δικτύων κατάφεραν μέσα στον περασμένο χρόνο να ξεπεράσουν τα 8 Mbits σε ονομαστική ταχύτητα ευρυζωνικής σύνδεσης. Λίγο προτού κλείσει ο χρόνος ο ΟΤΕ, η Altec Telecoms και η Lannet προχώρησαν και αυτές σε αύξηση των ταχυτήτων και έτσι το 2008 μάς βρήκε πλέον με ευρυζωνικές συνδέσεις δεύτερης γενιάς.
Ολα τα προαναφερόμενα συνοδεύτηκαν με αναπροσαρμογή στις τιμές λιανικής, ώστε πλέον ακόμη και η μεγαλύτερη ταχύτητα των 24 Mbps να μην υπερβαίνει τα 27 ευρώ μηνιαίως, ενώ η τιμή του ασύρματου ευρυζωνικού Internet διαμορφώνεται σε ένα εύρος τιμών που δεν υπερβαίνει τα 30 ευρώ μηνιαίως, με μέγιστη διακίνηση δεδομένων τα 5 GB.
Ετσι, η συνεχής πτώση στα τιμολόγια των συνδέσεων ADSL (γρήγορου Internet), σε συνδυασμό με τις αυξημένες πλέον ανάγκες των χρηστών για συντομότερους χρόνους «κατεβάσματος» δεδομένων από το Διαδίκτυο, κάτι που απαιτεί ταχύτητα και μεγαλύτερο εύρος ζώνης (bandwidth), έχει αλλάξει άρδην τα δεδομένα στη συνολική αγορά Internet.
Ηδη το ADSL έχει γίνει αρκετά φθηνό και σημαντικός αριθμός χρηστών διαθέτει πλέον ή προσανατολίζεται να αγοράσει τουλάχιστον μία σύνδεση πάνω από τα 8 Mbits. Η σύνδεση αυτή δεν κοστίζει σήμερα πάνω από 25 ευρώ μηνιαίως κατά μέσον όρο.
Σήμερα ένας χρήστης Internet μπορεί να επιλέξει τη σύνδεσή του μέσα από πέντε κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία σύνδεσης είναι το free ή ελεύθερο Internet. Πρόκειται για σύνδεση η οποία δεν απαιτεί σύμβαση ή συνδρομή σε κάποιον παροχέα υπηρεσιών Διαδικτύου. Ο χρήστης δεν έχει παρά να συνδέσει τον υπολογιστή του με το modem και την τηλεφωνική γραμμή, να καλέσει τον αριθμό της συγκεκριμένης υπηρεσίας, να δώσει τον κωδικό και το συνθηματικό (password) και στη συνέχεια να μπει στον κυβερνοχώρο. Ο χρήστης για την υπηρεσία αυτή χρεώνεται για το διάστημα που είναι συνδεδεμένος online με αστική χρέωση, δηλαδή 0,03094 ευρώ ανά λεπτό (1,856 ευρώ την ώρα).
Η δεύτερη κατηγορία είναι η γνωστή σε όλους dial-up PSTN. Ο τρόπος αυτός σύνδεσης, όπως και ο προηγούμενος, αφορά ταχύτητα ως 56 Kbps, τη χαμηλότερη δηλαδή δυνατή ταχύτητα που μπορεί να «σηκώσει» το αμιγώς τηλεφωνικό δίκτυο. Με βάση τα τιμολόγια των παροχέων υπηρεσιών Διαδικτύου αλλά και των προσφορών που κάνουν προς τους πελάτες τους προκύπτει μια μεσοσταθμισμένη τιμή της τάξεως των 5 ευρώ μηνιαίως για τη συνδρομή στον παροχέα, στην οποία περιλαμβάνεται εκτός των άλλων δωρεάν λογαριασμός e-mail και φιλοξενία ιστοσελίδας. Στη μηνιαία πάγια αυτή τιμή προστίθεται και ο χρόνος κατά τον οποίο ο χρήστης είναι συνδεδεμένος στο Διαδίκτυο. Σύμφωνα με τη χρέωση ΕΠΑΚ που ισχύει, η μία ώρα πρόσβασης στο δίκτυο κοστίζει 0,352 ευρώ.
Η τρίτη κατηγορία πρόσβασης, η λύση του ISDN, διαφοροποιείται από την προηγούμενη ως προς την ταχύτητα και λιγότερο ως προς την τιμή. Η διαδικασία σύνδεσης είναι ίδια, δηλαδή dial-up με συνδρομή. Το πάγιο μηνιαίο κόστος συνδρομής ISDN ανέρχεται μεσοσταθμικά σε 7 ευρώ μηνιαίως για σύνδεση με ταχύτητα 64 Kbps. Η χρονοχρέωση είναι ακριβώς ίδια με την PSTN, δηλαδή 0,352 ευρώ ανά ώρα.
Η τέταρτη κατηγορία σύνδεσης είναι η ADSL. Ο συνδρομητής της υπηρεσίας αυτής δεν έχει χρονοχρέωση, αφού με ένα ADSL modem (για ταχύτητα ως 8 Mbits) ή router (δρομολογητή για παραπάνω ταχύτητες) είναι συνέχεια συνδεδεμένος στο Διαδίκτυο. Το μέσο μηνιαίο κόστος για γραμμή και σύνδεση ADSL ταχύτητας από 1 Mbit ως 24 Mbits κυμαίνεται σε ένα εύρος από 15,25 ως 23,5 ευρώ μηνιαίως.
Η πέμπτη κατηγορία πρόσβασης, λίγο ακριβότερη από τις κλασικές ευρυζωνικές, είναι αυτή του ασύρματου ευρυζωνικού Internet που παρέχεται και από τα τρία δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, ταχύτητας ως 3,6 Mbits, με ανώτατο «πλαφόν» διακίνησης δεδομένων τα 5 GB μηνιαίως, με μηνιαίο κόστος από 26 ως 30 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα προκύπτει ότι η σύνδεση free Internet δεν συμφέρει πλέον σε καμία περίπτωση, δεδομένου ότι προσφέρει τη χαμηλότερη ταχύτητα πρόσβασης και κοστίζει πιο ακριβά από ό,τι οι υπόλοιπες λύσεις.
Στην περίπτωση των περιστασιακών και αραιών χρηστών, αυτών δηλαδή που έχουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο ως και 20 ώρες μηνιαίως, σε απόλυτους αριθμούς, συμφέρει ακόμη η πρόσβαση με γραμμή PSTN και ISDN. Αν όμως αναλογιστούμε τη διαφορά ταχύτητας μεταξύ των δύο αυτών ταχυτήτων και της χαμηλότερης ADSL, 1 Mbit (η δεύτερη περίπου εικοσαπλάσια της πρώτης), αλλά και την ποιότητα της γραμμής ADSL και ταυτόχρονα την οριακή διαφορά μηνιαίου κόστους, τότε μάλλον θα συνέφερε τουλάχιστον ως προς τον χρόνο πρόσβασης η ADSL.
Φθάνοντας στην κατηγορία της μέσης χρήσης, δηλαδή των 30 ωρών, βλέπουμε ότι το μηνιαίο κόστος της γραμμής ADSL είναι οριακά πλέον ακριβότερο και από την PSTN και την ISDN σύνδεση.
Στην κατηγορία των συστηματικών χρηστών, αυτών δηλαδή που χρησιμοποιούν το Internet για ενημέρωση, ψυχαγωγία, ακόμη και ως βοήθημα στο σπίτι για την εργασία τους και «μπαίνουν» κατ’ ελάχιστον 50 ώρες τον μήνα, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Οι «αργές» συνδέσεις είναι ακριβότερες της ADSL 1 Mbit και οριακά, πλέον, φθηνότερες του ADSL 24 Mbits.
Αν και ο αριθμός των 100 ωρών στο Internet τον μήνα μπορεί να φανεί υπερβολικός για κάποιους, υπάρχει μια κατηγορία χρηστών που το «καταφέρνει». Αν και η κατηγορία αυτή δεν είναι ενδεικτική, εν τούτοις μας δίνει μια προβολή τού κατά πόσο συμφέρει η υπηρεσία με την τιμολόγηση flat-rate έναντι της χρονοχρέωσης. Ετσι, για χρήστες που «μπαίνουν» κατά μέσο όρο στο Διαδίκτυο από τρεiς ως τρεισήμισι ώρες την ημέρα, η υψηλότερη ταχύτητα ADSL τους δίνει τη λύση που θέλουν.
