«Η δύναμη της ανακαίνισης μέσα από τη συνεργασία», το επίσημο θέμα της συνάντησης του Νταβός, πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Η «επιστροφή στην οικονομία» εισέβαλε απροσδόκητα και απρόσκλητα στη σύναξη της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ από την απότομη επιδείνωση της περασμένης εβδομάδας. «Το κλίμα ήταν μετριασμένα αισιόδοξο» είπε ο καθηγητής Κλάους Σβαμπ, γλυκαίνοντάς το όσο μπορούσε. Οχι χωρίς βάση, στο μέτρο που η κρίση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και οι προγνώσεις είναι δύσκολες.
Ακόμη περισσότερο «υπάρχει τομή ανάμεσα σε αυτούς που βρίσκονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα και σε αυτούς που βρίσκονται σε πιο γενικές βιομηχανίες» εξήγησε ο Ντάνιελ Γέργκιν, πρόεδρος του Cambridge Εnergy Research Αssociates της Μασαχουσέτης. Οι βιομήχανοι ακόμη δεν έχουν αισθανθεί την πτώση στις δουλειές τους. Ωστόσο οι απώλειες του χρηματοπιστωτικού τομέα, ιδιαίτερα των τραπεζών, είναι τεράστιες και, σύμφωνα με τις ως τώρα ανακοινώσεις τους, ξεπερνούν τα 100 δισ. δολάρια. Μόλις χθες, άλλωστε, οι αναλυτές της Βarclays Capital εκτίμησαν ότι θα χρειαστούν άλλα 143 δισ. δολάρια για να χειριστούν οι τράπεζες της απώλειες από την κρίση των subrime, από ένα συνολικό ύψος αμφίβολων ανοιγμάτων στα ενυπόθηκα υψηλού κινδύνου το οποίο μπορεί να φθάνει γύρω στα 820 δισ. δολάρια.
Η επιβράδυνση, επομένως, είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη. Το ερώτημα στο Νταβός είναι κατά πόσον μπορεί να περιοριστεί στην Αμερική και πόσο μεγάλη θα είναι η επίπτωση στον υπόλοιπο κόσμο. Στις ΗΠΑ, ακόμη και αν η βιομηχανική παραγωγή δεν το καταγράφει, σήμερα «τα προβλήματα στην αγορά των πιστώσεων επεκτείνονται στον καταναλωτικό τομέα» όπως εξήγησε ο Τζον Θέιν της Μerrill Lynch. Και «είναι πιθανό να δούμε ένα άλλο κύμα από προβλήματα στην πλευρά των καταναλωτικών δανείων» πρόσθεσε, διευρύνοντας τον αδύναμο θύλακα της οικονομίας σε όσους έχουν πιστωτικά χρέη από κάρτες και σε όσους έχουν δανειστεί για αυτοκίνητο. Ηδη το 2007 οι προσωπικές καταναλωτικές χρεοκοπίες αυξήθηκαν κατά 40%. Και ένας άλλος τραπεζίτης συμφώνησε, λέγοντας ότι «η καταναλωτική αγορά πιστώσεων θα είναι το επόμενο “ντόμινο” που θα πέσειμετά την αγορά των subrpime».
Το βάρος των ΗΠΑ στην παγκόσμια οικονομία σημαίνει ότι η επιβράδυνση είναι σίγουρη, αν και μερικοί υποστήριξαν ότι δεν είναι αναπόφευκτη. Οπως το συνηθίζουν, το εξέφρασαν με ποσοστά πιθανοτήτων: 20% πιθανότητα ύφεσης προβλέπει ο Αλεν Σινάι της Decision Εconomics, 30% ο Νάριμα Μπεχράβες της Global Ιnsight. Η ιδέα των λιγότερο απαισιόδοξων είναι ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες, ιδιαίτερα της Ασίας, θα μπορέσουν να σώσουν την παγκόσμια συγκυρία. Γιατί, π.χ., η Κίνα, σίγουρα θα υποστεί επιπτώσεις από τη μείωση της αμερικανικής ζήτησης αλλά, πρώτον, ήδη «τρέχει» με εξαιρετικούς ρυθμούς (άνω του 11%) και δεύτερον, από μόνη της συνέβαλε πέρυσι κατά 17% στην παγκόσμια ανάπτυξη. Ωστόσο σε αυτό το επιχείρημα άλλοι, όπως ο Στίβεν Ρόουτς της Μorgan Stanley Ασίας, αντέταξαν ότι δεν υπάρχει υποκατάστατο για τα 9,5 τρισ. δολάρια που δαπάνησαν πέρυσι οι αμερικανοί καταναλωτές. Οι Κινέζοι δαπάνησαν μόνο 1 τρισ. και οι Ινδοί 650 δισ. δολάρια, όπως υπολογίζει. Και επίσης «είναι αδύνατον να υπάρξει πλήρης αποσύνδεση των κύκλων» εξήγησε ο Λόυντ Μπλανκφάιν της Goldman: «Πώς μπορεί να κρατηθεί η ανάπτυξηαν η τελική πηγή της ζήτησης συρρικνώνεται;» ρώτησε ρητορικά.
Ακόμη και ο εκφραστής της πιο σκληρής πολιτικής μειώσεων των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ο διοικητής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Ντομινίκ Στρος-Καν, συμφωνώντας με τις παροτρύνσεις προς την αμερικανική κυβέρνηση του διοικητή της Fed Μπεν Μπερνάνκι , ο οποίος είχε πάνω- κάτω πει την περασμένη εβδομάδα ότι ο χειρισμός των επιτοκίων δεν αρκεί, κάλεσε και αυτός από το Νταβός τις κυβερνήσεις να κινητοποιήσουν τη δημοσιονομική τους πολιτική απέναντι στη «σοβαρή» κατάσταση. Μόνον ίσως ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν-Κλοντ Τρισέ έκρινε σκόπιμο να βρει «αναμενόμενη» και «αναγκαία» τη «διόρθωση» των αγορών και να επιμείνει στην ορθοδοξία της πληθωριστικής απειλής.
