Τα τρομερά αδέλφια που σάρωσαν τα Οσκαρ
Οσο η πολιτική ορθότητα παραμένει φόβος και τρόμος των Αμερικανών, οι αδελφοί Τζόελ και Ιθαν Κόεν θα παραμένουν στον θρόνο όπου κάθονται εδώ και 24 χρόνια. Οι βαρόνοι του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, γνωστοί και ως «Ο δικέφαλος σκηνοθέτης» γιατί κάνουν τα πάντα μαζί, επιμένουν να κλείνουν το μάτι προς τα τρωτά μιας σκοτεινής Αμερικής. Κυνικοί αλλά όχι βλάσφημοι (ή σχεδόν ποτέ), ωμοί αλλά ειλικρινείς και με το σαρκαστικό χιούμορ να βράζει στο αίμα τους, οι Κόεν καυτηριάζουν την πλευρά μιας Αμερικής που οι Αμερικανοί προτιμούν να μη θυμούνται ή να παραβλέπουν.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι ταινίες των Κόεν αφορούν τη μειοψηφία του αμερικανικού κοινού την ώρα που οι Ευρωπαίοι τις θεωρούν οάσεις μέσα στην έρημο της κονσερβοποιημένης επανάληψης. Ακόμη και ο πρόσφατος οσκαρικός θρίαμβός τους, το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους», παρ’ ότι ανήκει στις εμπορικότερες επιτυχίες των Κόεν στην Αμερική, δεν είναι αυτό που θα λέγαμε blockbuster. Με έσοδα μόλις 64 εκατ. δολάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες (όπου προβάλλεται από τον περασμένο Οκτώβριο), το «Καμιά πατρίδα» είναι η δεύτερη σε εισπράξεις ταινία από τις πέντε εφετινές υποψήφιες για το Οσκαρ καλύτερης παραγωγής. Τη θέση της κορυφής (των πέντε) κρατά η επίσης ανεξάρτητη παραγωγή «Juno» του ενός μόλις Οσκαρ. Εχει κάνει κάτι παραπάνω από 130 εκατ. δολάρια, δηλαδή παραπάνω από τα διπλάσια συγκριτικά με το «Καμιά πατρίδα».
Τα πάντα για τους Κόεν
Η μικρή προσέλευση του αμερικανικού κοινού στις ταινίες τους δεν φαίνεται να πτοεί το ηθικό τους. Γυρίζουν ακριβώς τις ταινίες που θέλουν, δεν δίνουν αναφορά πουθενά, έχουν τον πλήρη έλεγχο της παραγωγής και τον τελευταίο λόγο στο μοντάζ. Οπως ο Γούντι Αλεν, έχουν καταφέρει να επενδύουν στο όνομά τους και να αποκτούν σχεδόν τσάμπα όποιον ηθοποιό θέλουν. Ακριβοπληρωμένοι σταρ όπως ο Τζορτζ Κλούνεϊ, η Κάθριν Ζέτα-Τζόουνς, ο Νίκολας Κέιτζ, ο Τζεφ Μπρίτζες, ο Τομ Χανκς και ο Μπραντ Πιτ πίνουν νερό στο όνομά τους και δέχονται να παίξουν σε ταινίες τους αδιαφορώντας για την πτώση του συνήθως παχυλού μισθού τους. «Οταν σε καλούν οι Κόεν δεν πας για τα χρήματα» είχε πει ο Κλούνεϊ παλαιότερα στο «Βήμα» όταν τον συναντήσαμε για την πρώτη συνεργασία του με τα αδέλφια στο «Ω, αδελφέ, πού είσαι;». «Πηγαίνεις για τον ρόλο. Και το πρεστίζ. Οι Κόεν δεν φοβούνται την έκθεση, τα παίζουν όλα για όλα. Η οπτική τους είναι μοναδική και την εκφράζουν με διεστραμμένο χιούμορ. Λατρεύω την ιδέα που έχουν για την Αμερική – παράξενη, βουτηγμένη στο βιτριόλι… Το “Ω, αδελφέ, πού είσαι; ” δεν θα ήταν η πρώτη μας ταινία. Μου είχαν ζητήσει να εμφανισθώ και σε μια άλλη τους που όμως δεν προχώρησε. Λεγόταν “Suburbia Con”. Είχα μόνο δύο σκηνές εκεί, υποτίθεται ότι θα με χτυπούσαν μέχρι θανάτου με ένα φτυάρι. Θα το ‘κανα τσάμπα. Απλώς για να είμαι μέσα στην ταινία. Θα εργαζόμουν μαζί τους οπουδήποτε και οποτεδήποτε». Οντως ο Κλούνεϊ – που στα εφετινά Οσκαρ ήταν ένας από τους «αντιπάλους» των Κόεν με το «Μάικλ Κλέιτον» – πρωταγωνιστεί και στην αμέσως επόμενη ταινία τους, το «Burn After Reading», με συμπρωταγωνιστή τον Μπραντ Πιτ.
Από την πρώτη κιόλας ταινία τους, το «Μόνο αίμα» (1984), ένα νοσηρό νεονουάρ ερωτικής απιστίας και αποτρόπαιων φόνων, τα τρομερά αδέλφια από τη Μινεσότα έθεσαν ξεκάθαρα τους όρους τους: στον κόσμο των Κόεν δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, καλοί και κακοί. Δεν υπάρχουν καν κλασικοί πρωταγωνιστές. Υπάρχουν καθημερινοί άνθρωποι που πέφτουν θύματα των αδυναμιών τους. Στο «Μπάρτον Φινκ» ένας ιδεαλιστής θεατρικός συγγραφέας συνθλίβεται στα γρανάζια του Χόλιγουντ. Οι γκάνγκστερ της ποτοαπαγόρευσης στο «Πέρασμα του Μίλερ» πάσχουν από… κουταμάρα. Στο «Φάργκο» ένας καταχρεωμένος οικογενειάρχης στρέφεται αδέξια προς το έγκλημα και τα κάνει μούσκεμα, ενώ στον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» ένα ρεμάλι των seventies αναλαμβάνει άθελά του καθήκοντα ιδιωτικού ντετέκτιβ εξαιτίας μιας περίεργης συνωνυμίας. Οι ήρωες των Κόεν καθρεφτίζουν μια κοινωνία λιγότερο έξυπνη, λιγότερο όμορφη, λιγότερο καθαρή και λιγότερο ισχυρή από όσο θα ήθελε να είναι. Σε αυτούς τους ήρωες αποτυπώνονται η πονηριά και η ευφυΐα τους.
Η γιαγιά και η νέγρα
Μεγαλώνοντας στα περίχωρα της Μινεάπολης τη δεκαετία του ’60 ο Τζόελ και ο κατά τρία χρόνια μικρότερός του Ιθαν (53 και 50 ετών αντιστοίχως σήμερα), γιοι οικονομολόγου, δεν είχαν και πολλά να κάνουν. Ζητούσαν λοιπόν από τη ρωσίδα γιαγιά τους να τους αφηγείται ιστορίες. Αληθινές ιστορίες. Αγαπημένη τους εκείνη σύμφωνα με την οποία η γιαγιά είχε έρθει αντιμέτωπη με μια θηριώδη νέγρα κλέφτρα την εποχή που ζούσε στη Νέα Υόρκη. «Η νέγρα είχε ανεβεί 12 πατώματα για να ζητήσει λίγο νερό» αναφέρει στον πρόλογο της έκδοσης του σεναρίου του «Φάργκο» ο βασικός γραφιάς του ντουέτου, ο Ιθαν Κόεν, ο οποίος έχει επίσης εκδώσει μια καταπληκτική ανθολογία διηγημάτων, τις «Πύλες της Εδέμ». «Οταν η γιαγιά την είδε να κλέβει άρπαξε το χέρι που κρατούσε το πορτοφόλι, ενώ την ίδια στιγμή δεχόταν το χαστούκι της νέγρας από το άλλο χέρι. Τα γυαλιά της γιαγιάς πετάχτηκαν μακριά και έγιναν θρύψαλα, εκείνη όμως πεισμωμένα παρέμενε όρθια. Εχωσε τα νύχια στη σάρκα της νέγρας, εκείνη ούρλιαξε, πέταξε το πορτοφόλι και τινάχθηκε έξω από το σπίτι». Η γιαγιά τούς είχε πει την ιστορία τόσο πολλές φορές που τελικά απέκτησε μυθικές διαστάσεις στο μυαλό των αδελφών. «Η “Γιαγιά και η νέγρα” είναι ένα θέμα που θα μπορούσε να εμπνεύσει μεγάλους καλλιτέχνες» σύμφωνα με τον Ιθαν.
Η αλήθεια και το ψέμα
Με τα χρόνια, όμως, κάνοντας μια ανασκόπηση της ιστορίας, οι Κόεν άρχισαν να εντοπίζουν μωροπίστευτα στοιχεία της. «Σπάνε αλήθεια τα γυαλιά σε θρύψαλα όταν πέφτουν στο πάτωμα;» αναρωτιέται ο Ιθαν. «Ξέρουμε πολλούς κουρασμένους, πεινασμένους και διψασμένους ανθρώπους να ανεβαίνουν 12 πατώματα για να ζητήσουν λίγο νερό; Και ύστερα, πώς ακριβώς “τινάχθηκε” η νέγρα; Αρχισε να κατεβαίνει τα δώδεκα πατώματα κρατώντας τα βουνίσια στήθη της ή μήπως περίμενε με αγωνία να ανέβει το… ασανσέρ;».
Αυτός ο συνδυασμός αλήθειας – ψέματος, πραγματικού – φανταστικού, διαμόρφωσε τη σκέψη, τη φαντασία και εν τέλει τον χαρακτήρα των δύο αδελφών, ανάβοντας ταυτοχρόνως τη σπίθα της επιθυμίας τους να λένε ιστορίες και ενίοτε να προκαλούν στον κόσμο ερωτήματα: τι είναι αλήθεια και τι όχι;
Ηταν ή όχι αληθινή η ιστορία του «Φάργκο» όπως λεγόταν στην εποχή της ταινίας; «Απεικονίζει την αφαιρετική πεδιάδα των παιδικών μας χρόνων» απαντά ο Ιθαν, «μια ψυχρή, σαρωμένη από τον άνεμο τούντρα που θυμίζει Σιβηρία, μόνο που εδώ βρίσκεις παραρτήματα της Φορντ και εστιατόρια του Χάρντι. Προσπαθεί να είναι τοπικό και ταυτόχρονα υποκρίνεται ότι είναι αληθινό». Τρέχα γύρευε.
Αφού λένε ότι δεν διάβασαν ποτέ την «Οδύσσεια» του Ομήρου (παρά μόνο σε κλασικά εικονογραφημένα), τότε πώς το «Ω, αδελφέ, πού είσαι;» απέσπασε υποψηφιότητα για το Οσκαρ… διασκευασμένου σεναρίου; Ελα ντε!
Γιατί όλα αυτά τα χρόνια υπέγραφαν χωριστά τη σκηνοθεσία και την παραγωγή ενώ ήταν ολοφάνερο πως ό,τι κάνουν στις ταινίες τους το κάνουν μαζί; Ποιος ξέρει…
Γιατί ως μοντέρ υπογράφουν με το ψευδώνυμο Ρόντερικ Τζέινς; Μακάρι να ‘ξερα.
Είναι αδύνατον να καταλάβεις τι τρέχει στο μυαλό των Κόεν, πόσο μάλλον – πιστέψτε με! – κουβεντιάζοντας μαζί τους.
Και ίσως, τελικά, να είναι καλύτερα έτσι.
Κλεφτρόνια με γούστο
Η ιδέα να γυρίσουν για πρώτη φορά ταινία τούς κατέβηκε ένα καλοκαίρι του ’60 ενώ έτρωγαν το πρωινό τους. Εκαναν οικονομίες για να αγοράσουν μια κάμερα Super 8. Για να τα καταφέρουν κούρεψαν αμέτρητες εκτάσεις χορτάρι. Συγκέντρωσαν τα χρήματα και γύρισαν τελικά την ταινία, ένα παιχνίδι «οικογενειακής κατανάλωσης», το οποίο τελικά έμελλε να διαμορφώσει τον μετέπειτα κινηματογραφικό κόσμο τους.
«Αυτό που κάνουμε σήμερα δεν διαφέρει από εκείνο που κάναμε τότε» είπε στην απονομή των εφετινών Οσκαρ ο Τζόελ Κόεν παραλαμβάνοντας το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας. Αφού φοίτησαν στο κολέγιο Simon’s Rock στο Γκρέιτ Μπάρινγκτον της Μινεσότα, οι Κόεν παρακολούθησαν ένα πρόγραμμα κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Τα μαθήματα ελάχιστα τους βοήθησαν. Από τη στιγμή που έπιασαν για πρώτη φορά κάμερα ως επαγγελματίες με το «Μόνο αίμα» οι Κόεν ανακηρύχθηκαν τα νέα πρόσωπα της αμερικανικής κινηματογραφίας… «κλέβοντας κυρίως τους παλαιότερους», όπως έχει κατ’ επανάληψη πει ο Ιθαν Κόεν αναφερόμενος στα «δάνεια» που έχουν πάρει (και αξιοποιήσει με μοναδικό τρόπο) από τον Πρέστον Στέρτζες, τον Φρανκ Κάπρα, τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, τον Ντάσιελ Χάμετ και πάει λέγοντας.
Η ταινία «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» θα προβάλλεται στις αίθουσες από την ερχόμενη Πέμπτη, 6 Μαρτίου.
