Και στη μέση η φάλαινα…
Μια γκρίζα φάλαινα στο κέντρο της σκηνής με το στόμα ανοιχτό, την ουρά ανασηκωμένη και έναν σταυρό καρφωμένο στο μέτωπό της. Γλυπτό, τάφος, τράπεζα, κρυψώνα, εξέδρα, ανάκλιντρο, το αινιγματικό κήτος βρίσκεται μονίμως στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και της δράσης. Και όπως αποδεικνύεται, αποτελεί το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς καθώς γύρω της περιστρέφονται αέναα τα κεντρικά πρόσωπα: ο Μορίς, θεατρικός συγγραφέας που ονειρεύεται δάφνες και δόξα, η θρήσκα ερωμένη του με το εξώγαμο παιδί τους, ο επιστήθιος φίλος του, ζωγράφος Αντόλφ και η δική του ερωμένη, άγγελος καταστροφής, η μοιραία Ενριέτ.
Σταδιακά οι σχέσεις περιπλέκονται και εισέρχονται στη σφαίρα του παραλόγου. Τι ακριβώς συνέβη τη βραδιά της πρεμιέρας του θεατρικού έργου του Μορίς; Ποιος ευθύνεται για τον θάνατο της μικρής Μαριόν; Γιατί η αστυνομία υποψιάζεται τον ταλαντούχο συγγραφέα; Ποιο ένοχο μυστικό κρύβει η Ενριέτ; Και ποιος είναι τελικά ο ρόλος του από μηχανής Αβά;
Το πνεύμα αυτού του σουρεαλιστικού μελοδράματος με στοιχεία αστυνομικού μυστηρίου και θρησκευτικής παραβολής – ένα έργο που ο ίδιος ο Στρίντμπεργκ αποκαλεί κωμωδία – ενσαρκώνεται εδώ σκηνικά μέσα από φτερά και πούπουλα, γαλότσες και φράκα, go-go boys επιθεωρητές, σταυρούς που αναβοσβήνουν και, φυσικά, το ακίνητο κήτος που όλα τα νικά και όλα τα υπομένει.
Η όψη της παράστασης, διά χειρός Γιάννη Σκουρλέτη, ακόμη και όταν αδυνατεί να εναρμονίσει πλήρως όλες τις ποπ αναφορές της, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο πρωτότυπες, καταφέρνει να αποδώσει με χιούμορ τον αλλόκοτο κόσμο του έργου.
Το χιούμορ και η ευελιξία απουσιάζουν όμως από το σύνολο. Και όχι μόνον αυτά: αναποφάσιστη, άγαρμπη, χωρίς κατεύθυνση, η σκηνοθεσία φοβάται να ρισκάρει αλλά και να πάρει βασικές αποφάσεις που αφορούν το κυρίαρχο ύφος και στυλ του εγχειρήματος. Αλλού πάει το σκηνικό, αλλού η σκηνοθεσία και στη μέση οι ηθοποιοί σε πλήρη σύγχυση.
Η σκέψη να συνδυασθεί το μελόδραμα με την παρωδία και την κωμωδία διαφαίνεται κατά τόπους (π.χ., στην αρχή του δεύτερου μέρους), κάθε καλή πρόθεση όμως πνίγεται στην κινησιολογική υπερπροσπάθεια. Πόζες πάνω στην ουρά της φάλαινας, πόζες μέσα στο στόμα της φάλαινας, περιστροφές και αγγίγματα, δρασκελισμοί και αιωρήσεις, ανατάσεις και επικύψεις, το άγχος της ανούσιας και αδιάκοπης κίνησης κατατρύχει τους ηθοποιούς: θα έλεγε κανείς πως σκηνοθέτης και χορογράφος (Ειρήνη Αλεξίου) έχουν απειλήσει τα μέλη του θιάσου με βασανιστήρια σε περίπτωση που πατήσουν πόδι στη γη πάνω από πέντε δευτερόλεπτα.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ως Ενριέτ προκαλεί τους πιο ενδιαφέροντες συνειρμούς με την παρουσία της. Πορσελάνινη κούκλα με φρου φρου και ηδυπάθεια που ξαπλώνει νωχελικά στις επιφάνειες, βαμπιρέλα με βραδινές τουαλέτες και αιματί νύχια που καταδιώκει τους εραστές της, γυναίκα με μαλλιά μέδουσας που πετρώνει τις ψυχές και τα σώματα, οι μεταμορφώσεις της γοητεύουν, ενώ παράλληλα αναδύεται η διάθεσή της να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό και ανάλαφρο – κι ας μην τη βοηθάει ιδιαίτερα η σκηνοθεσία.
Ο Μηνάς Χατζησάββας ξέρει να διασώζει τον εαυτό του με στυλ και αξιοπρέπεια, ειδικά στο δεύτερο μέρος χαλαρώνει και χαρίζει ωραίες στιγμές. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου: αμήχανος ο Κώστας Φαλελάκης απέναντι στον Αντόλφ του, ανύπαρκτη η Βέρα Λάρδη ως αφοσιωμένη ερωμένη και η Βικτώρια Ταγκούλη φτερωτός, ιπτάμενος Αβάς με ντεκολτέ που τραγουδάει διαπεραστικά, το πιο ανέμπνευστο εύρημα της βραδιάς.
