Στο έργο αυτό, το μόνο από τα σωζόμενα δραματικά έργα της ελληνικής αρχαιότητας που δεν είναι αντλημένο από την περιοχή των μύθων, μυθοποιείται ένα ιστορικό γεγονός. Ενα πραγματικό στοιχείο συστοιχίζεται με μια μεταφυσική επινόηση: ο νεκρός Δαρείος ανασταίνεται πρόσκαιρα και ανοίγει διάλογο με πρόσωπα ζωντανά. Η θεατρική συμβατικότητα δίνει άνεση στον ποιητή να παρουσιάσει ως πραγματικότητα κάτι που αντιβαίνει στην ανθρώπινη εμπειρία (στην προκειμένη περίπτωση, ότι δεν ανασταίνεται ένας νεκρός). Πέρα από αυτό, στο έργο λειτουργεί ένας διδακτικός συμβολισμός που επιδιώκει να προσδώσει νομοτελειακή υφή στα δεδομένα του κόσμου αυτού. Συγκεκριμένα, ο Ξέρξης των «Περσών» είναι πρόσωπο που διακατέχεται από το φαινόμενο του όρου «ύβρις» _ δηλαδή, την υπέρβαση από την πλευρά του εικαζομένου επιτρεπτού ορίου. Η αλαζονεία αυτή τον οδηγεί σε τύφλωση της διανοητικής λειτουργίας του, σε αυτό που αποδόθηκε με τον όρο «άτη». Η υπέρμετρη αυτοπεποίθησή του προκαλεί αυτό που αποδόθηκε με τον όρο «νέμεσις», δηλαδή την οργή της θεότητας, η οποία ενοχλείται από τη διαταραχή μιας υφιστάμενης ισορροπίας και επιφέρει την τιμωρία εκείνου που προσπάθησε να τη διαταράξει. Και αυτό αποδόθηκε με τον όρο «τίσις».
Η νομοτελειακή αυτή λειτουργία θα φέρει στο τέλος του έργου έναν Ξέρξη ηττημένο, ρακένδυτο, συφοριασμένο στην ταπεινωμένη αυλή του. Οι Ελληνες, νικητές στη σύγκρουσή τους με τους Πέρσες, καρπώνονται δόξα λαμπρή και ένα ωφέλιμο δίδαγμα: να μην ξεπερνούν το «μέτρο», να μην ξεχνούν ότι «μέτρον άριστον εστί».
[Πηγή: Αισχύλος στη σειρά «Μεταφρασμένοι συγγραφείς της αρχαίας ελληνικής γραμματείας» των Εκδόσεων Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2005.]
