«Τέχνη και ζωή δεν διαχωρίζονται και το τέλειο είναι να καλλιεργείς την ικανότητα της προσποίησης» είχε σημειώσει ο Οσκαρ Γουάιλντ, και αυτή η φράση ταιριάζει γάντι στον Κωνσταντίνο Τζούμα, ο οποίος άλλωστε δηλώνει θαυμαστής του μεγάλου συγγραφέα. Μετά το θέατρο και τον κινηματογράφο, η απαράμιλλη εφευρετικότητά του και το πηγαίο στυλ τού προφορικού λόγου του δοκιμάστηκαν στο ραδιοφωνικό σπικάζ όπου δημιούργησε σχολή με φανατικούς ακροατές- ακόμη και στις ραδιοφωνικές διαφημίσεις του
ξεχωρίζει αμέσως με το ιδιότυπο χιούμορ του. Αυτή η περσόνα είναι ό,τι πιο κοντινό στον πραγματικό Κωνσταντίνο Τζούμα. Αυτή τη φορά απεκδύεται ρόλους και προσωπεία και επιχειρεί να προσεγγίσει τον αληθινό εαυτό του. Στο «Ως εκ θαύματος», το πρώτο μέρος μιας αυτοβιογραφικής τριλογίας, περιδιαβάζει τα παιδικά και νεανικά του χρόνια- μαθητής, φοιτητής της Δραματικής Σχολής Αθηνών του Γ. Θεοδοσιάδη, νεαρός ντιλετάντης- ως την αναχώρησή του για τη Νέα Υόρκη το 1971. Αυτό το ιδιοφυές στυλ του
προφορικού λόγου μεταφέρει και στο γραπτό του, συνθέτοντας τελικά ένα αφήγημα που διαβάζεται απνευστί. Εκθέτει χωρίς φόβο τις προσωπικές μυθολογίες του, την «αγιοποιημένη» μητέρα, τον Μαρτσέλο της Ντόλτσε Βίτα, τη θεατρική πραγματικότητα της δεκαετίας του 1960, τις «λουσάτες χίπισσες του Κολωνακίου», τα πρώτα menage a trois. Υπότιτλος του «Ως εκ θαύματος» είναι το «Ι΄m the great pretender» των Ρlatters. Είναι η τέχνη της δικής του ζωής, που έκανε πρόσφατα δεύτερη έκδοση.
– Γιατί σας έπιασε αυτή η εξομολογητική διάθεση;
«Γιατί μπορεί να σκέφτομαι ότι όπου να ΄ναι γλυκαίνεται το λαδάκι μας. Ξέρεις, μεγαλώνουμε και έχουμε φάει και μερικές κατραπακιές. Τα τελευταία δέκα χρόνια μού τέλειωσε η νύχτα, το φλερτ, το ξενύχτι, και με επισκέφθηκε αυτή η υπέροχη κυρία, η συγγραφή. Προσπάθησα να γράψω μπαίνοντας ως ηθοποιός στο ξεμυάλισμα, στην εύκολη ματιά της νεότητας, να ξαναθυμηθώ πώς ήταν τότε, όχι να γράψω με τη γνώση του σήμερα. Μπήκα και πάλι σε ρόλο».
– Πάντως έχετε λέγειν.Είστε αυτό που ονομάζουμε «ατακαδόρος»…
«Αχ, κάνω ό,τι μπορώ για να το αποφύγω! Δεν υπάρχει τίποτε πιο βαρετό από το να περιμένουν οι άλλοι από εσένα να πεις κάτι έξυπνο. Μου θυμίζει τη μοναξιά του Τσαρούχη. Λες “ωχ, βρε παιδί μου, φέρε μια σαλάτα”. Μου διηγήθηκαν κάποτε μια ιστορία: “Δύο κοριτσάκια παραπονέθηκαν στη μητέρα τους ότι δεν είναι τρυφερή και εκείνη απάντησε: Δεν είναι ότι δεν σας αγαπάω, απλώς βαριέμαι τον ρόλο”. Εμένα με αγγίζει αυτό, βαριέμαι τους ρόλους. Ισως γι΄ αυτό να έχω μείνει μόνος».
– Η αλήθεια σάς αφήνει παγερά αδιάφορο;
«Οταν το θέτει κανείς έτσι, νιώθω ότι απευθύνομαι σε ιατροδικαστή. Βέβαια ούτε η στάση της Μπλανς με αντιπροσωπεύει, που λέει “θέλω μαγεία, δεν θέλω ρεαλισμό”. Με αντιπροσωπεύει περισσότερο αυτό που είπε ο Μπέκετ: “Στον κόσμο η ποσότητα δακρύων και γέλιου είναι προκαθορισμένη. Κάποια στιγμή, όταν σταματάει το γέλιο, αρχίζει το δάκρυ”».
– Οι ομιλίες της μητέρας σας σάς φέρνουν στο μυαλό εικόνες από τον Ιησού προς Εμμαούς,τις Μυροφόρες,τον Μυστικό Δείπνο και λέτε ότι η μητέρα «φωτιζόταν και φώτιζε» όταν μιλούσε.Τι σας άφησε η χριστιανική της ανατροφή;
«Αυτά ήταν χρόνια εξαπάτησης. Μεγαλώνεις σε σπίτι με αρχές, αλλά μόλις βγεις έξω διαπιστώνεις ότι αγγελικά πλασμένος κόσμος δεν υπάρχει… Δεν συνάντησα κανέναν αθώο ούτε ανάμεσα στους συνομηλίκους μου νέους ούτε μεταξύ των μεγάλων. Οι μεγάλοι μάς εξαπατούσαν κι εμείς, από αντίδραση και από ένστικτο, επίσης τους εξαπατήσαμε: κλέβαμε λεφτά από την τσέπη του μπαμπά, λέγαμε ότι πάμε σινεμά ενώ πηγαίναμε σε μπορντέλο. Χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, δίπλα σε αυτήν την κοινωνία που δεν γουστάραμε, στήναμε τη δική μας, διονυσιακή κοινωνία. Δεν είχε σημασία αν ήσουν πλούσιος ή φτωχός, κοντός ή ψηλός. Ησουν πληρωτέος άμα τη εμφανίσει, η αύρα που διέθετες σε έκανε αυτό που ήσουν».
– Διαβάζουμε: «… Ηταν τόσο απλό…Να παίζεις τον αδιάφορο, ν΄ αφήνεις τους άλλους να σε ποθούν,να σε παρασύρουν…και συ αλλού…δήθεν…εύκολο,και να σε πληρώνουν κι από πάνω…για φαντάσου…μπορούσα να το κάνω λοιπόν».Ωριμάζοντας, «μαλακώσατε»;
«Μερικοί άνθρωποι, ναι, αλλά ποιος τολμά να γενικεύσει; Ισως έχουμε αποκτήσει μια στοιχειώδη γνώση. Ισως, λέω. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει η ζωή. Εχω ακόμη αυτή τη λαχτάρα για το αποκαλυπτικό φως που θα με ρίξει στα γόνατα και θα μου πει “ήσουν αλλού και λάθος, κοίταξε τι μεγαλείο σε περιμένει”. Συναντώ πολύ συχνά φοιτήτριες στη φιλοσοφία της θεολογίας και μου λένε ότι διαθέτω μια ενόραση, ότι έχω από τον Θεό προικιστεί και τα σπατάλησα όλα, και επιθυμούν να με βάλουν στον ίσιο δρόμο, να παίξω κλασικό ρεπερτόριο. Είναι αλήθεια ότι δεν πήρα τίποτε στα σοβαρά. Ισως γιατί δεν μπόρεσα να αφοσιωθώ σε κάτι. Μπορεί και να έχουν δίκιο αυτά τα κορίτσια και όλη μου η ζωή να ήταν ένα λάθος. Δεν είμαι σίγουρος για τίποτε».
– «Μα γίνεται να βουρκώνουμε τόσο εύκολα;» αναρωτιέστε με παράπονο.Γιατί;
«Είναι κάτι που απέφευγα στη ζωή μου. Ισως διότι έζησα από νωρίς μόνος μου λόγω του πρόωρου θανάτου τη μητέρας μου. Πάντως έγινε αυτό το δώρον άδωρον. Σνομπάριζα τα συναισθήματά μου, κάποια γενναιόδωρη γυναίκα μού άνοιγε την πόρτα της και εγώ συνέχιζα γοργά τον βηματισμό μου για αλλού. Δεν ξέρω τι με έσπρωχνε. Μήπως λιώσω, μήπως χάσω το εγώ μου; Ηταν άραγε ο τρόμος του αιδοίου; Κάποιο τραύμα; Δεν το έχω λύσει ακόμη».
– «Η ζωή μας φαίνεται πιο συναρπαστική από το θέατρο,αλλά την επενδύσαμε με θεατρικότητα, όλοι παίζουμε κάποιον ρόλο καθημερινά».
«Οπωσδήποτε πιο συναρπαστική. Κάτι εξουσιομανή καθάρματα της λογοτεχνίας είναι για μένα παραδείγματα προς αποφυγήν. Γι΄ αυτό είναι, ούτως ειπείν, επιλεκτική η εμφάνισή μου στο θέατρο. Βεβαίως οι θεατές προτιμούν τα καθάρματα. Με τους θετικούς ήρωες πλήττουν. Το ξέρουμε και από την πραγματική μας ζωή αυτό. Το κακό ή ο διάβολος έχουν πολύ γοητευτικά σύνεργα, μια βιρτουοζιτέ… Ο ρόλος μου αυτή τη στιγμή είναι να ξεγλιστράω. Αλλά όχι να γίνω αναχωρητής στη φύση. Η φύση είναι όμορφη αλλά αφασική. Αδιαφορεί για το αν διαβάζουμε Ναμπόκοφ ή αν ακούμε Σατί».
– Στο βιβλίο παρακολουθούμε ουσιαστικά μια νεολαία «κόντρα». Ηταν ο κόσμος άσπρο- μαύρο;
«Ενιωθα ότι υπήρχαν κάποιοι εκεί έξω που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ένα σύστημα έξω από τη φυσική ροή της ζωής και με έπιανε μια διάθεση να προστατεύσω αυτό που είναι αλήθεια, να τινάξω αυτή τη σκουριά. Βέβαια τότε υπήρχε ένας σπουδαίος τύπος ανθρώπου: ο υπερήφανος φτωχός που δεν ξεπουλιέται με τίποτε και τον οποίο συναντούσα ως παιδί στον Πειραιά. Τώρα κυκλοφορούν κάτι δολοφονικές ξανθές μέσα σε κάμπριο και κάτι νεαροί με δερμάτινα, κανίβαλοι, πάνω σε μηχανές. Οχι ότι με πιάνει νοσταλγία. Γνώρισα πάρα πολλούς γενναιόδωρους φτωχούς, μισαλλόδοξους πλούσιους, πληκτικούς προοδευτικούς και συναρπαστικούς αντιδραστικούς. Εχει από όλα η ζωή, thank God».
