Τον Ιούλιο του 1968 ο Χένρι Κίσινγκερ είχε πει για τον Νίξον: «Είναι ο πιο επικίνδυνος από όλους όσοι διεκδικούν το χρίσμα του προέδρου». Το πρωί της 25ης Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς όμως συναντήθηκε με τον Νίξον στο ξενοδοχείο «Pierre» της Νέας Υόρκης. Είχαν μια φιλική και γενική συζήτηση, μετά το πέρας της οποίας ο Κίσινγκερ δεν ήξερε τι ακριβώς είχε γι’ αυτόν κατά νου ο συνομιλητής του. Την επομένη πληροφορήθηκε ότι ο Νίξον τον ήθελε για σύμβουλο σε θέματα εθνικής ασφαλείας. Την αμέσως επομένη οι δύο άνδρες συναντήθηκαν εκ νέου. Η πρόταση διατυπώθηκε τώρα επισήμως από τον Νίξον και ο Κίσινγκερ δέχθηκε. Ηταν μια θέση-κλειδί, αφού ο αποκαλούμενος αργότερα «μάγος της διπλωματίας» θα ήλεγχε εφεξής και θα καθοδηγούσε όλον τον μηχανισμό γύρω από τον αμερικανό πρόεδρο και αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα γινόταν υπουργός Εξωτερικών.
Βίοι παράλληλοι
Η σταδιοδρομία και των δύο ανδρών είναι λίγο-πολύ γνωστή. Σήμερα ωστόσο η κοινή γνώμη τόσο στις ΗΠΑ όσο και στον υπόλοιπο κόσμο εκφράζει περισσότερα αισθήματα συμπάθειας για τον Νίξον από όσα για τον Κίσινγκερ. Παρά τις σχέσεις του πρώτου με τον γερουσιαστή Μακάρθι κατά τη δεκαετία του ’50, τον παθιασμένο αντικομμουνισμό του και τις δηλώσεις του τού τύπου «η πολιτική είναι θρασύτητα», παρά το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, είναι ο πρόεδρος που έθεσε τέλος στον πόλεμο του Βιετνάμ και ο αρχιτέκτονας της προσέγγισης της χώρας του – αλλά και της Δύσης γενικότερα – με την Κίνα.
Ο Κίσινγκερ δεν απέκτησε ποτέ μεγάλες συμπάθειες και ο κυνισμός του ήταν πιο «ραφιναρισμένος» (εν τούτοις χειρότερος) από εκείνον του Νίξον. Κάποτε λ.χ. σε ένα συνέδριο, όταν ήταν ήδη διεθνής διασημότητα, τον πλησίασε ένας παλιός γνωστός του από την Ευρώπη. «Χένρι, δεν θυμάσαι τους παλιούς σου φίλους;» τον ρώτησε. «Το μυστικό της επιτυχίας μου είναι ότι ξεχνώ τους παλιούς μου φίλους» απάντησε ο «μάγος».
Τα χρόνια πέρασαν, ο Νίξον πέθανε το 1994 χωρίς να έχει απαλλαγεί από το άγος του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, που τον ανάγκασε να παραιτηθεί το 1974, και οι πιο πρόσφατες φωτογραφίες του Κίσινγκερ, οι οποίες έχουν κάνει τον γύρο του κόσμου, τον απεικονίζουν δίπλα στον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις ΗΠΑ εκφράζοντας τον ευαγγελικό φονταμενταλισμό του αμερικανικού Νότου έχει στραφεί πιο δεξιά ακόμη και από τη δεκαετία του ’80 του Ρόναλντ Ρίγκαν. Εφτασε η ώρα των απολογισμών και των λίγο-πολύ οριστικών εκτιμήσεων, απαλλαγμένων από τις προκαταλήψεις και τα πάθη της στιγμής.
Ο μεθύστακας πρόεδρος
Η δυνατότητα πρόσβασης στις 20.000 σελίδες από τα απομαγνητοφωνημένα τηλεφωνήματα του Χένρι Κίσινγκερ προσέφερε τη δυνατότητα στον διακεκριμένο ιστορικό και συγγραφέα Ρόμπερτ Ντάλεκ να συνθέσει μια παράλληλη βιογραφία των δύο ανδρών που βρέθηκαν μαζί και μοιράστηκαν την εξουσία στις ΗΠΑ για έξι χρόνια, από το 1968 ως το 1974, και μάλιστα σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία. Στο βιβλίο του Nixon and Kissinger: Partners in Power που κυκλοφόρησε πρόσφατα o Ντάλεκ αξιοποίησε και άλλες πηγές, όπως τα ημερολόγια του Χάλντερμαν και του Αλεξάντερ Χέιγκ (που και οι δύο κατείχαν υψηλές θέσεις στην κυβέρνηση του Νίξον). Οι σχέσεις ανάμεσα στους δύο άνδρες δεν υπήρξαν ποτέ ρόδινες και η αμοιβαία καχυποψία αποτελούσε μόνιμο καθεστώς στον Λευκό Οίκο της εποχής. Από το βιβλίο του Ντάλεκ μαθαίνουμε ότι ο Νίξον, όταν οι δημοσιογράφοι αποκάλυψαν τη σφαγή στο Μι Λάι, αναφώνησε «αυτοί οι βρωμιάρηδες οι Εβραίοι από τη Νέα Υόρκη». Σε στιγμές μάλιστα εκνευρισμού αποκαλούσε στον στενό του κύκλο τον Κίσινγκερ «εβραιόπουλο». Ο τελευταίος φυσικά του το ανταπέδιδε χαρακτηρίζοντάς τον «κεφτεδόμυαλο» ή τον «περιποιόταν» με φράσεις όπως «αυτός ο παλαβός» ή «ο μεθύστακας φίλος μας». Εκείνη την εποχή ουδείς διενοείτο ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να βρισκόταν στα πρόθυρα του αλκοολισμού – το μυστικό δεν είχε γίνει παγκοσμίως γνωστό, όπως συνέβη αργότερα με έναν άλλον διάσημο θιασώτη της μπουκάλας, τον ρώσο πρόεδρο Μπορίς Γέλτσιν. Επί του προκειμένου, ο Ντάλεκ αποκαλύπτει το εξής περιστατικό: στις 11 Οκτωβρίου 1973 ο βρετανός πρωθυπουργός ζήτησε να μιλήσει με τον αμερικανό πρόεδρο την αμέσως επόμενη μισή ώρα. Ηταν η πέμπτη ημέρα του αραβοϊσραηλινού πολέμου του Γιομ Κιπούρ. «Μπορούμε να αρνηθούμε;» ρώτησε ο Κίσινγκερ. «Οταν μίλησα με τον πρόεδρο ήταν πιωμένος». Τελικά στον βρετανό πρωθυπουργό ειπώθηκε ότι ο οινοβαρής αμερικανός πρόεδρος «δεν ήταν διαθέσιμος».
Ο συγγραφέας είναι αμείλικτος για το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, το οποίο βεβαίως αποδίδει αποκλειστικά στον Νίξον και στον στενό του κύκλο. Τα πρόσωπα εμπιστοσύνης του προέδρου ποτέ δεν έπαψαν να βλέπουν με μισό μάτι τον Κίσινγκερ, ο οποίος στον δικό του στενό κύκλο τα αποκαλούσε «αληθινά καθάρματα». Αναφερόμενος στα μεγάλα γεγονότα της εποχής ο Ντάλεκ αποδίδει στον Κίσινγκερ – με αδιάσειστα στοιχεία – την ανατροπή του προέδρου Σαλβατόρ Αλιέντε της Χιλής και το σχέδιο αποσταθεροποίησης της Καμπότζης, που οδήγησε σε βιετναμοποίηση ολόκληρης της Ινδοκίνας. Πουθενά όμως δεν λέει – και ούτε αποδεικνύεται – ότι ο «μάγος» ήταν αναμεμειγμένος στο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ.
Παρανοϊκή ατμόσφαιρα
Η παρανοϊκή ατμόσφαιρα που επικρατούσε στον Λευκό Οίκο της εποχής επέβαλε την αξιοποίηση εκ μέρους του συγγραφέα κάποιων στοιχείων τα οποία θα ενδιέφεραν πρωτίστως τους ψυχαναλυτές. Στο βιβλίο έχουμε τα πορτρέτα δύο ανθρώπων με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες. Τα μόνα τους κοινά γνωρίσματα ήταν τα δύσκολα παιδικά τους χρόνια, που τους είχαν κάνει εξαιρετικά ανασφαλείς, και η δίψα για εξουσία χάριν της οποίας ήταν έτοιμοι να μεταχειριστούν όλα τα μέσα.
Ο Ντάλεκ ομολογεί ότι γράφοντας το βιβλίο άρχισε να νιώθει μεγαλύτερη συμπάθεια για τον Νίξον. Οσο για τον Κίσινγκερ, 83 ετών σήμερα, τον αποκαλεί «θαυμάσιο παλιάνθρωπο». Δεν απορεί ως εκ τούτου κανείς γιατί ο τελευταίος, όταν ρωτήθηκε σχετικά, αρνήθηκε να σχολιάσει το βιβλίο.
Προκειμένου να μας προσ-φέρει τον παράλληλο βίο και τα πορτρέτα των δύο ανδρών ο συγγραφέας πήρε συνεντεύξεις από τα μέλη της κυβέρνησης Νίξον που βρίσκονται εν ζωή (συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Κίσινγκερ), αλλά το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που αξιοποίησε ήταν εκείνο το οποίο ως σήμερα παρέμενε άγνωστο (κυρίως οι τηλεφωνικές συνομιλίες του Κίσινγκερ).
Βιετνάμ και Ιράκ
Οπως φαντάζεται κανείς – και δεδομένου ότι σε κάποιες περιπτώσεις ο Κίσινγκερ προσέφερε τις «συμβουλές» του και στον σημερινό αμερικανό πρόεδρο -, ο Ντάλεκ προβαίνει σε παραλληλισμούς και συγκρίσεις του βιετναμικού πολέμου με την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ βρίσκοντας πολλά κοινά ανάμεσα στη βιετναμοποίηση του παρελθόντος και στην «ιρακοποίηση» του παρόντος. Εχοντας παλαιότερα μελετήσει και γράψει τη βιογραφία και άλλων αμερικανών προέδρων, όπως του Φραγκλίνου Ρούζβελτ, του Λίντον Τζόνσον (το καλύτερο μέχρι στιγμής βιβλίο του), του Τζον Κένεντι και του Ρόναλντ Ρίγκαν, παρατηρεί ότι σε όλες τις περιπτώσεις θα βρούμε ένα ποσοστό «αυτοδηλητηρίασης».
Τα σχόλια του συγγραφέα για τον σημερινό Λευκό Οίκο, ιδιαιτέρως όσον αφορά θέματα εξωτερικής πολιτικής και ιδεολογικών εμμονών και αγκυλώσεων, είναι από ειρωνικά ως σαρκαστικά. Υπάρχει άλλωστε μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στον πόλεμο του Βιετνάμ και σε αυτόν του Ιράκ. Τον πρώτο πόλεμο οι Νίξον και Κίσινγκερ τον «κληρονόμησαν» από τους Δημοκρατικούς, αφού την αμερικανική εμπλοκή στον «βρώμικο πόλεμο» την αποφάσισε ο Κένεντι και την πολιτική του επ’ αυτού ακολούθησε ο Τζόνσον, επί των ημερών μάλιστα του οποίου η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Βιετνάμ κατέστη κυρίαρχη. Τον δεύτερο πόλεμο στο Ιράκ τον αποφάσισε και τον κήρυξε η σημερινή ηγεσία του Τζορτζ Μπους τζούνιορ. Γι’ αυτό το τελευταίο ο Ντάλεκ ως συνεπής ιστορικός δεν παραλείπει να σημειώσει ότι «πρέπει να περιμένουμε 30-40 χρόνια για να προβούμε σε δίκαιη κρίση». Ο μέσος πολίτης ωστόσο στην Αμερική και στον υπόλοιπο κόσμο δεν χρειάζεται να περιμένει τόσο πολύ.
