Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

ΙΟΥΝΙΟΣ Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ Ο ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΣ «ΜΙΤΙΑ» ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΑΣ 23.6.1908 - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ Επάνω, ο Μ. Καραγάτσης στο γραφείο του εν ώρα εργασίας. Κάτω, σκίτσο που απεικονίζει τον συγγραφέα να διαβάζει Το 1956 και το 1958 ο πεζογράφος Μ. Καραγάτσης (ψευδώνυμο του Δημητρίου Ροδόπουλου) ήταν υποψήφιος βουλευτής με το κόμμα των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη.

Ο ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΣ «ΜΙΤΙΑ» ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΑΣ


Το 1956 και το 1958 ο πεζογράφος Μ. Καραγάτσης (ψευδώνυμο του Δημητρίου Ροδόπουλου) ήταν υποψήφιος βουλευτής με το κόμμα των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη. Δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια για να εκλεγεί και, όπως ήταν φυσικό, απέτυχε. Οταν κάποιος τον ρώτησε απορημένος για ποιoν λόγο έθεσε υποψηφιότητα, με καυστικό και γνήσια καραγατσικό χιούμορ ο συγγραφέας τού απάντησε ότι ήθελε να κόψει ψήφους από τον αδελφό του Τάκη Ροδόπουλο, υποψήφιο με την ΕΡΕ.


Ο Καραγάτσης δεν είχε σε υπόληψη το πολιτικό σύστημα της χώρας και δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για τον πολιτικό κόσμο, μολονότι ανήκει στους κατ’ εξοχήν κοινωνικούς πεζογράφους της χώρας μας. Τόλμησε να απεικονίσει την κοινωνία της εποχής του διεισδύοντας στα βαθύτερα στρώματα της λίμπιντο όπως εκφραζόταν υποφώσκουσα, απειλητική και καταπιεστική στα χρόνια που έζησε. Την ανέδειξε σε δύναμη ανώτερη και από την εξουσία και το χρήμα, δίχως να τη δαιμονοποιήσει και χωρίς να την οδηγήσει πέρα από τα όποια της όρια, όπως αδίκως τον κατηγόρησαν μια εποχή. Αλλωστε η αντοχή του έργου του, και ιδιαίτερα των γνωστότερων μυθιστορημάτων του (Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, Η μεγάλη χίμαιρα και Ο κίτρινος φάκελος), δεν οφείλεται απλώς και μόνο στην αφηγηματική του ευχέρεια αλλά κυρίως στο γεγονός ότι οι κεντρικοί του χαρακτήρες αποτυπώνουν με τη δράση τους αυτό που λέμε νεότερη Ελλάδα την περίοδο κατά την οποία αρχίζει να δημιουργείται μεσαία τάξη.


Αυτή η μεσαία τάξη ωστόσο υπήρξε προϊόν βαθιάς και μακρόχρονης κοινωνικής ζύμωσης μέσα στα λαϊκά στρώματα. Δεν είναι επομένως τυχαίο που οι πρωταγωνιστές στα πρώτα τρία από τα παραπάνω βιβλία είναι ξένοι: ο Βασίλης Γιούγκερμαν είναι ρώσος στρατιωτικός που γίνεται μέγας οικονομικός παράγων στην Αθήνα, ο Λιάπκιν επίσης στρατιωτικός, εμιγκρές στην Ελλάδα μετά την επικράτηση της επανάστασης των Μπολσεβίκων που εγκαθίσταται στη Λάρισα, και η Μαρίνα, η ηρωίδα στη Μεγάλη χίμαιρα, Γαλλίδα παντρεμένη με έλληνα ναυτικό. Ζουν στην Ελλάδα αλλά δεν ενσωματώνονται πραγματικά στη χώρα. Η καταστροφή τους είναι μια ακραία μορφή εξοβελισμού, γιατί η πραγματική Ελλάδα ήταν άλλη από εκείνη που πίστεψαν ότι κατέκτησαν. Αυτήν επεδίωξε να αποτυπώσει ο Καραγάτσης στο τελευταίο μυθιστόρημά του, το 10, που παρέμεινε ημιτελές εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του.


Εργο πλήρους ωριμότητας, ακρίβειας και ύφους, το οποίο μας παραπέμπει στις ευτυχισμένες στιγμές του ρεαλιστικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, το 10 περιγράφει τη ζωή και τα ήθη σε μια λαϊκή πολυκατοικία του Πειραιά τη δεκαετία του ’50, όταν η πολυκατοικία αντικαθιστά την ατομική κατοικία και γίνεται η κυψέλη όπου συνυπάρχουν σε μικρογραφία τα πάθη, οι μικρότητες, οι διαφορές, οι μικροχαρές και οι αθλιότητες των ανθρώπων που καλούνται να μοιραστούν ένα τμήμα του αστικού και κοινωνικού ιστού αποκαλύπτοντας τον πραγματικό τους εαυτό στο επίπεδο της καθημερινής διαβίωσης. Μπορεί κανείς να φανταστεί τον Καραγάτση βαθύτατα καταβεβλημένο, έπειτα από το σοβαρό έμφραγμα που υπέστη το 1958, να εξακολουθεί να κατεβαίνει στον Πειραιά, να κρατάει σημειώσεις για τα όσα παρατηρούσε γύρω του, να επιστρέφει στο σπίτι του και να συνεχίζει να γράφει ένα μεγάλο έργο, το οποίο η μοίρα δεν τον αξίωσε να ολοκληρώσει.


Ακούγεται παράξενο αλλά ίσως μόνο ένας πραγματικός ρεαλιστής θα μπορούσε να γράψει μια νουβέλα σαν το Χαμένο νησί, από τα καλύτερα βιβλία του Καραγάτση, στο οποίο ο πρωταγωνιστής του Γερόλυμος Αβαράτος αναγκάζεται εξαιτίας κακών καιρικών συνθηκών να μείνει στην Τήλο, όταν ναυαγεί το πλοίο στο οποίο υπηρετούσε ως δεύτερος καπετάνιος. Εκεί αρχίζουν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Οι πυξίδες δείχνουν άλλα αντί άλλων, αφού το νησί έχει αποκοπεί από την υφαλοκρηπίδα του και ταξιδεύει στη θάλασσα, για να σταθεροποιηθεί κάπου στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ακόμη κι αν όλο το υλικό οποιουδήποτε πεζογράφου βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί να υπάρξει μυθοπλασία χωρίς την αξιοποίηση του φαντασιακού παράγοντα.


Ως συγγραφέας ήταν παραγωγικός, πολυπράγμων, ανήσυχος και πάντοτε ευρηματικός, ακόμη και στα μέτρια έργα του. Είχε το προσόν να διακρίνει την ποιότητα και την ουσία ενστικτωδώς σχεδόν, το οποίο το διακρίνει κανείς στις θεατρικές κριτικές του, όπου σπάνια έκανε λάθος στις προβλέψεις του και μπορούσε να ξεχωρίσει τα πραγματικά ταλέντα, κάποτε προβλέποντας μάλιστα και την εξέλιξή τους, όπως συνέβη με την Ελλη Λαμπέτη. Προτού δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα, τον Συνταγματάρχη Λιάπκιν, το 1933 (ο Καραγάτσης ήταν τότε μόνο 25 ετών), είχε «προπονηθεί» νωρίτερα γράφοντας πλήθος διηγήματα και, παρ’ ότι ο κύριος όγκος του έργου του αποτελείται από μυθιστορήματα, το διήγημα δεν το εγκατέλειψε ποτέ. Οπως αντίστοιχα συμβαίνει με τον Ντ. Χ. Λόρενς, δεν μπορεί κανείς να προσλάβει τον μυθιστοριογράφο Καραγάτση αγνοώντας τον διηγηματογράφο. Αλλωστε με διήγημα έγινε γνωστός στη συντεχνία των συγγραφέων και στο αναγνωστικό κοινό το 1927, την Κυρία Νίτσα, που έλαβε τον 3ο έπαινο στον διαγωνισμό της «Νέας Εστίας».


Ο νεαρός που στο εξοχικό σπίτι της οικογένειάς του στη θεσσαλική Ραψάνη διάβαζε Ντοστογέφσκι κάτω από ένα καραγάτσι (πτελέα), ήταν γεμάτος πάθος και δημιουργική φλόγα. Αν έγραφε σε μια από τις αποκαλούμενες μεγάλες γλώσσες, ίσως να μην ήταν δημοφιλής μόνο στη χώρα του. Αλλά αυτός που στον Γιούγκερμαν και τα στερνά του σου δίνει την εντύπωση ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι σχεδόν τόσο μεγάλο όσο και το βρετανικό και το ελληνικό χρηματιστήριο περίπου κάτι ανάλογο με τη Γουόλ Στριτ (δηλαδή την αίσθηση ότι η μυθοπλασία μπορεί να μεγεθύνει τη ζωή χωρίς να την προδίδει, κάτι που μόνο οι συγγραφείς πρώτης γραμμής μπορούν να επιτύχουν) πέθανε στην καλύτερη ίσως περίοδο της συγγραφικής ζωής του, έχοντας φτάσει σε σπάνια επίπεδα εκφραστικής ακρίβειας και οικονομίας. Υπέστη βαρύτατο έμφραγμα στις 13 Σεπτεμβρίου 1960 και πέθανε την επομένη. Λέγεται ότι οι τελευταίες δύο λέξεις που έγραψε ήταν «ας γελάσω».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.