Προφανώς ισχύει η παράφραση της δεδηλωμένης άποψης «there is no business like show business». Με την ίδια λογική, δεν υπάρχουν καλύτερες μπίζνες από τις μπίζνες των σπορ, ως εκ τούτου το μείζον οικονομικό ζήτημα που προέκυψε εσχάτως στον ελληνικό αθλητισμό θα πρέπει να μελετηθεί και υπ’ αυτό το πρίσμα. Ή να μη μελετηθεί ως τέτοιο, αν η πολιτεία προκρίνει την άποψη ότι δεν μπορεί να διατρέφει τους (ενίοτε πολλαπλά αμειβόμενους) επαγγελματίες των σπορ. H άποψη ότι «μόνο στην Ελλάδα και στην Κούβα ευδοκιμεί ακόμη ο κρατικοδίαιτος αθλητισμός» παραπέμπει ευθέως στον… Λουίτζι Πιραντέλο! «Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε»! Στην πραγματικότητα, δεν είναι έτσι, αν έτσι νομίζετε, καθώς καμία χώρα και καμία εθνική πολιτική δεν αφήνει έξω από την οικονομική βεντάλιά της τον αθλητισμό. Ποικίλλουν βεβαίως οι πηγές, η μορφή των πόρων, η φιλοσοφία, το σύστημα των επιδοτήσεων και τα μεγέθη, αλλά ο παρονομαστής είναι κοινός: τα σπορ πρέπει να ζήσουν (και) από τον κρατικό κορβανά. Αλλά όχι μόνο από αυτόν, όπως επιμένουν να απαιτούν (και ως εκ τούτου να επαιτούν) οι ελληνικές αθλητικές ομοσπονδίες, με την πεποίθηση ότι έχουν δεμένο τον… γάιδαρό τους, παλαιότερα στην οδό Πανεπιστημίου 25 και εσχάτως στη λεωφόρο Κηφισιάς 5-7!
Εξαιρουμένων των έκτακτων ολυμπιακών κονδυλίων (στον βωμό του εθνικού στόχου…), το 2002 η ελληνική πολιτεία μοίρασε 59.500.000 ευρώ σε 50 δικαιούχους, ομοσπονδίες ολυμπιακών και μη αθλημάτων και λοιπούς αθλητικούς φορείς, με τον ΣΕΓΑΣ να έχει τη μερίδα του λέοντος, απορροφώντας 8.511.000 ευρώ. Το 2003 το ύψος της κρατικής επιδότησης αυξήθηκε στα 63.659.000 ευρώ (με Νο 1 και πάλι τον ΣΕΓΑΣ με 8.940.000 ευρώ), ενώ το ύψος της επιχορήγησης του 2004 δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη, καθώς οι προαναγγελθείσες περικοπές αποτέλεσαν «casus belli» ανάμεσα στην αθλητική ηγεσία και στους περιβόητους «ομοσπονδιάρχες», οι οποίοι μάλιστα συγκρότησαν μέτωπο αντίδρασης. Αποτέλεσμα; H στάση όχι μόνο δεν καταπνίγηκε στο αίμα, αλλά επέβαλε τη θέλησή της και οι «αντάρτες εισήλθαν στην πόλη» και δη στο… θησαυροφυλάκιο του κράτους. Οι οιμωγές και οι καταγγελίες κατά της ανάλγητης πολιτείας έδωσαν τη θέση τους στις ευχαριστίες και στα (αποτυπωμένα στις τηλεοπτικές κάμερες και στις φωτογραφικές πόζες) χαμόγελα και ούτως ειπείν, ο ελληνικός αθλητισμός ξανά προς τη δόξα τραβά. Με επόμενο προορισμό, πλέον, το Πεκίνο!
Με το σχίσμα ανάμεσα στην πολιτεία και στις ομοσπονδίες να αίρεται, ο υφυπουργός Αθλητισμού Γιώργος Ορφανός επεσήμανε ότι «εκπρόσωποι της ΓΓΑ θα ελέγξουν την κατάσταση και εφόσον διαπιστωθούν πραγματικές δαπάνες θα δοθούν οι λύσεις ώστε κανείς να μην μπορεί να μιλάει για οποιαδήποτε οικονομική εκκρεμότητα μετά το 2004».
* Ωρα για δραστική περικοπή
Και του χρόνου τι θα συμβεί; «Υπάρχουν οι πραγματικές ανάγκες, αλλά και οι πραγματικές οικονομικές δυνατότητες. Αυτά τα δύο θα συνδυαστούν» προανήγγειλε ο υφυπουργός Αθλητισμού, ο προκάτοχος του οποίου πάντως Γιώργος Λιάνης εκτιμά ότι «η κυβέρνηση έχασε μια μεγάλη ευκαιρία να βάλει τάξη στη σχέση πολιτείας – ομοσπονδιών». Σύμφωνα με τη συλλογιστική του πρώην υφυπουργού και νυν βουλευτή του ΠαΣοΚ, «η ΝΔ επειδή δεν ελέγχει τις περισσότερες ομοσπονδίες τις απείλησε με περικοπές και ουσιαστικά τις αποθράσυνε και τις συσπείρωσε, με αποτέλεσμα να τις ικανοποιεί πλέον». Προωθώντας ακόμη περισσότερο την υπόθεση, ο κ. Λιάνης υποστηρίζει ότι «το δικό μου σχέδιο για τη νέα τετραετία ήταν να περικοπούν όλες οι επιχορηγήσεις τουλάχιστον κατά 30%, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι η Ελλάδα επιδίδεται στον αθλητισμό περισσότερο απ’ όσο αντέχει».
Το θέμα της κατάργησης των επιχορηγήσεων μοιάζει πλέον με ανέκδοτο και οι (αιρετικοί) υποστηρικτές της κινδυνεύουν να ριχτούν στην πυρά! «Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, εφόσον υπήρχε ένα συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης, με κριτήριο τη βιωσιμότητα των ομοσπονδιών. Αντί να ελέγξουμε τα κονδύλια, καθένας υπουργός πρόσθετε τη δική του… πινελιά. Πέντε τοις εκατό παραπάνω ο ένας, 5% ο άλλος, να πώς φτάσαμε στα ποσά-μαμούθ. Προσωπικά πιστεύω ότι η πολιτεία θα μπορούσε να ενισχύει τις ομοσπονδίες μέσω του ΟΠΑΠ μόνο για τους υψηλούς στόχους, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες, και την καταπολέμηση του ντόπινγκ, ενώ οι υπόλοιπες δαπάνες θα έπρεπε να καλύπτoνται εξ ιδίων και κυρίως από τις χορηγίες» εξηγεί ο κ. Λιάνης.
Εδώ αξίζει να υπενθυμισθεί ότι προ ετών ο πρώην γενικός γραμματέας Αθλητισμού και νυν πρόεδρος της FIBA Europe Γιώργος Βασιλακόπουλος είχε προτείνει την κατάργηση της θέσης του υφυπουργού Αθλητισμού και την αντικατάστασή του από ένα Εθνικό Συμβούλιο που θα αντιμετώπιζε συλλογικά και με σφαιρικότερη άποψη όλα αυτά τα ζητήματα.
* Τι γίνεται σε Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία
Στην Ελλάδα τον ρόλο της… μάνας παίζει το υπουργείο Πολιτισμού (όπου υπάγεται το υφυπουργείο Αθλητισμού). Στην Ιταλία κάνει παιχνίδι η CONI, τουτέστιν η Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία για την τρέχουσα Ολυμπιάδα (2004-2008) απορροφά σε ετήσια βάση από το υπουργείο Οικονομικών της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι το μυθικό ποσό των 400.000.000 ευρώ! Για την εξοικονόμηση αυτού του θησαυρού, που – με την έγκριση του υπουργείου Αθλητισμού – μοιράζεται στις ομοσπονδίες, χρησιμοποιούνται όλοι οι πιθανοί και… απίθανοι πόροι, όπως επί παραδείγματι τα έσοδα από τα τυχερά παιχνίδια (και κυρίως το Tottocalcio, το αντίστοιχο Προ-Πο) και τις πωλήσεις ακινήτων που ανήκουν στην CONI. Τα μερίδια που διανέμονται στις ομοσπονδίες καταρτίζονται με βάση το δυναμικό, τη δημοτικότητα του αθλήματος, την ανάπτυξη των υποδομών και τις εποχιακές ανάγκες μιας εκάστης.
Στη Γαλλία την ευθύνη των επιχορηγήσεων προς τις ομοσπονδίες έχει το υπουργείο Νεότητας και Αθλητισμού, από τα ταμεία του οποίου το 2003 διατέθηκαν 84.000.000 ευρώ, εκ των οποίων 53,8 εκατ. προς τις 29 ομοσπονδίες ολυμπιακών αθλημάτων, 19,8 εκατ. προς τις 55 μη ολυμπιακές ομοσπονδίες και 10,4 εκατ. προς άλλους αθλητικούς φορείς. Οσο για τα θεσμοθετημένα πριμ, η… ταρίφα είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με την ελληνική· ειδικότερα δε για τους Παραολυμπιακούς Αγώνες συρρικνώνεται στο ένα δέκατο. H ελληνική κυβέρνηση επιχορηγεί με 65.000 ευρώ (πριμ που υφίσταται φορολόγηση 20%) τον χρυσό ολυμπιονίκη και παραολυμπιονίκη, 45.000 τον ασημένιο και 30.000 τον χάλκινο. Οι αντίστοιχες τιμές στη Γαλλία είναι για μεν τους ολυμπιονίκες 40.000, 20.000 και 13.000 ευρώ, για δε τους παραολυμπιονίκες 6.000, 3.600 και 2.400 ευρώ, ενώ η απλή συμμετοχή επιδοτείται με 1.000 ευρώ. Δεδομένων των τροποποιήσεων οι οποίες σημειώθηκαν στη νομοθεσία που ίσχυε επί εποχής Μιτεράν, βασικό μέλημα της οικονομικής πολιτικής αποτελεί η ενίσχυση του ερασιτεχνικού αθλητισμού, εξ ου και η ενίσχυση της οποίας τυγχάνουν τα κατά τόπους σωματεία.
Στη Γερμανία, όπως πρόσφατα ανακοίνωσε ο υπουργός Εσωτερικών Οτο Σίλι, η κυβέρνηση θα διαθέσει για τον αθλητισμό 133 εκατ. ευρώ για το 2005 έναντι 119 εκατ. που δόθηκαν το 2004. Από τα 133 εκατ. ευρώ τα 71,4 θα πάνε στις αθλητικές ομοσπονδίες και στα προπονητικά κέντρα, 24,9 εκατ. για γήπεδα και λοιπές εγκαταστάσεις, ενώ 541.000 ευρώ αναλογούν στη συνδρομή της Γερμανίας στο Παγκόσμιο Ιδρυμα Αντιντόπινγκ (WADA).
Ανεξαρτήτως του ύψους των επιχορηγήσεων και της εν γένει οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται στον αθλητισμό, η κατεύθυνση προς την οποία οδηγούν οι διεθνείς συγκυρίες είναι σαφής και ευανάγνωστη: χορηγίες. Μετά την πτώση του Τείχους και την ανατροπή των καθεστώτων του πάλαι ποτέ «ανατολικού μπλοκ», η εμπλοκή των εταιρειών, είτε υπό μορφή χορηγών είτε ως αγοραστές ή ενοικιαστές ή επενδυτές, ευδοκιμεί σε όλα τα επίπεδα. Ακόμη και στην άλλοτε σκληροπυρηνική Ρωσία, επιχειρηματίες και εταιρείες που συχνά θεωρούνται ως πλυντήρια και ελεγχόμενες από τη «μαφία» σπεύδουν ασμένως να υιοθετήσουν ομάδες, ακόμη και παραδοσιακές, όπως η ΤΣΣΚΑ και η Ντιναμό, που πάντως δεν χάνουν τη σύνδεσή τους με τον στρατό και την αστυνομία. Αυτό το… εκρηκτικό κοκτέιλ γεννά θαύματα, με αποτέλεσμα η ρωσική αθλητική αγορά να είναι περιζήτητη, να αποτελεί το σύγχρονο «Ελντοράντο» του αθλητισμού και να αναδεικνύει Κροίσους τύπου Αμπράμοβιτς.
* Ειδικό πρόγραμμα από την EE
Κατά την τελευταία εικοσαετία, με σημείο εκκίνησης την Ιταλία, αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό και εν συνεχεία επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες η χορηγία εταιρειών προς ομάδες και ολόκληρα πρωταθλήματα ή διεθνείς διοργανώσεις, που αποκτούν εταιρικό ονοματεπώνυμο. Σε περιπτώσεις διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων, η οικονομική ενίσχυση της πολιτείας εξαρτάται από την καλή διάθεση ή τα πιθανά τουριστικά και παράπλευρα οφέλη. Ως γενική αρχή πάντως, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι ομοσπονδίες προσπαθούν να εξασφαλίσουν έσοδα από χορηγίες και διαφημίσεις ώστε αφενός να μην εξαρτώνται από τα κρατικά διαθέσιμα και αφετέρου να μην ευνοούν τους ισόβιους «καρεκλοκένταυρους» παράγοντες.
Εντός αυτού του πλαισίου αποφάσισε να κινηθεί από το 2000 και η Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία μέσω της Επιτροπής Εκπαίδευσης, Πολιτισμού, Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Αθλητισμού εφαρμόζει ένα ειδικό πρόγραμμα επιχορηγήσεων αθλητικών δραστηριοτήτων, που όμως απευθύνονται στην πρωτογενή βαθμίδα. Οι επιδοτήσεις αυτές απορροφώνται μέσω των υπουργείων Αθλητισμού των χωρών-μελών της EE και αφορούν τη διοργάνωση καμπ, χώρων άθλησης και επιμορφωτικών σεμιναρίων, ωστόσο η Ελλάδα δεν έχει… συγκινηθεί ιδιαιτέρως για να απορροφήσει τέτοιους πόρους, οι οποίοι αναδιανέμονται σε άλλες χώρες. Ως κεντρική ιδέα πάντως η Ευρωπαϊκή Ενωση κάθε άλλο παρά ευνοεί τον κρατικοδίαιτο αθλητισμό σε υψηλό επίπεδο, αντιθέτως πρεσβεύει ότι τα σπορ πρέπει να ξεφύγουν από τον εναγκαλισμό της πολιτείας και ενδιαφέρεται κυρίως για τη νεολαία – και όχι για τον επαγγελματικό αθλητισμό – με στόχους της πολιτικής της τη μαζικοποίηση, την υγεία, την αντιμετώπιση των ναρκωτικών κ.ο.κ.
Επιμύθιο: Το διαφανές των επιχορηγήσεων και το αδιαφανές των επενδύσεων. Βουίζει η αθλητική πιάτσα ότι μια ομοσπονδία εισέπραξε 1,5 εκατ. ευρώ και αντί να τα διαθέσει, ως όφειλλε, τα μετέτρεψε σε repos! Και γι’ αυτό λοιπόν η πολιτεία θα πρέπει να θεσπίσει τον οικονομικό έλεγχο των ομοσπονδιών σε ετήσια βάση, όπως ήδη ζήτησε με δική του πρωτοβουλία ο πρόεδρος της Ελληνικής Γυμναστικής Ομοσπονδίας Δημήτρης Δημητρόπουλος.
