Στον πρωταθλητισμό πολλές φορές για να καλυφθούν τα κενά και οι αδυναμίες που (θεωρείται ότι) υπάρχουν σε κάποιο άθλημα όταν δεν «παράγονται» γηγενείς αθλητές διεθνούς βεληνεκούς, οι διοικητικοί παράγοντες συλλόγων αλλά και των εθνικών ομοσπονδιών καταφεύγουν στην εύκολη λύση της εισαγωγής. Μάλιστα όταν είσαι η χώρα η οποία φιλοξενεί μια διοργάνωση όπως είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες, τότε στον βωμό της διάκρισης η μέθοδος αυτή είναι – ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια – πολύ της μόδας. Το 2000 στο Σίδνεϊ οι αυστραλοί αμφιτρύωνες των Αγώνων προσέφυγαν σε πολλές περιπτώσεις στη λύση της εισαγωγής αθλητών για να δημιουργήσουν μια ισχυρή ομάδα. Χαρακτηριστικά (παρα)δείγματα ο Λευκορώσος Ντμίτρι Μαρκόφ και ο Ρώσος Βίκτορ Τσιστιάκοφ στο επί κοντώ των ανδρών, η Ρωσίδα Τατιάνα Γκριγκορίεβα στο αντίστοιχο αγώνισμα των γυναικών και ο Αρμένιος Σέργκο Τσακογιάν στην άρση βαρών. Το 2004 η Αθήνα θα φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες και ο ελληνικός αθλητισμός ετοιμάζεται να ανταποκριθεί στη μεγάλη πρόκληση. Οργανωτικά και αγωνιστικά. Για να πετύχει στον δεύτερο στόχο θα χρειαστεί να διαθέτει «φτασμένους» αθλητές και αξιόμαχες ομάδες που θα μπορέσουν να διεκδικήσουν διακρίσεις. Η λύση των εισαγόμενων αθλητών δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και εδώ, διά της μεθόδου των ελληνοποιήσεων – είτε πρόκειται για περιπτώσεις «μαϊμού» είτε για άλλες που συγκεντρώνουν κάποιες νόμιμες ή έστω νομότυπες προϋποθέσεις. Ηδη σε δύο αθλήματα, όπως το βόλεϊ και το πόλο, υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις ελληνοποιήσεων. Πρόκειται για τον σλοβάκο βολεϊμπολίστα του Ηρακλή Αντρέι («Ανδρέας» επί το ελληνικόν…) Κράβαρικ και τον ρουμάνο πολίστα της Βουλιαγμένης Πέτρε («Πέτρος») Σάντα.
Ο σλοβάκος βολεϊμπολίστας του Ηρακλή Αντρέι Κράβαρικ βρίσκεται εδώ και δέκα χρόνια στην Ελλάδα και αναμένει για να πάρει σύντομα την ελληνική υπηκοότητα. Εχει γράψει τη δική του ιστορία στον χώρο του βόλεϊ και θεωρείται ένας από τους πιο πλήρεις παίκτες που αγωνίζονται στο ελληνικό πρωτάθλημα. Το γεγονός ότι απέκτησε το δικαίωμα για να πάρει την ελληνική υπηκοότητα ήταν κάτι σαν… φλέβα χρυσού για την ομοσπονδία του αθλήματος, η οποία περιμένει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες για να τον εντάξει στους κόλπους της Εθνικής.
«Υπήρχε η δική μου θέληση να γίνω Ελληνας. Με ενθάρρυνε όμως και το γεγονός ότι με παρότρυναν τόσο ο πρόεδρος της ομοσπονδίας όσο και ο ομοσπονδιακός προπονητής για να μπορέσω να αγωνισθώ στην εθνική ομάδα. Αυτό συνέβη πριν από δύο χρόνια. Εκανα όλα τα χαρτιά μου και τώρα περιμένω να πάρει τέλος η υπόθεση. Στην Ελλάδα ζω περίπου δέκα χρόνια. Μετά το τέλος της καριέρας μου ως παίκτη θα ζήσω μόνιμα εδώ. Σε μια χώρα που αγαπώ. Τα πράγματα ήρθαν βολικά, αφού η Σλοβακία δεν προκρίθηκε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα. Αν είχε συμβεί αυτό θα με καλούσαν να παίξω και τότε θα βρισκόμουν σε μεγάλο δίλημμα» αποκαλύπτει ο ίδιος ο Κράβαρικ.
Σε όσους υποστηρίζουν ότι επέλεξε να γίνει Ελληνας ώστε να μπορέσει να καρπωθεί τα υψηλά πριμ της πολιτείας σε περίπτωση διάκρισης ο ίδιος απαντά: «Το νόμισμα έχει δύο όψεις. Το να πάρει ένας αθλητής μέρος σε Ολυμπιακούς Αγώνες είναι μεγάλη τιμή. Είναι όνειρο ζωής. Με τη Σλοβακία θα ήταν δύσκολο να το πραγματοποιήσω. Από τη στιγμή που μου δίνεται η ευκαιρία να το πραγματοποιήσω με την Ελλάδα δεν θα την αφήσω να πάει χαμένη. Η άλλη όψη είναι το οικονομικό. Οταν αποδίδεις και έχεις αποτελέσματα σωστό είναι να αμείβεσαι κιόλας».
* «Μαϊμούδες» και νομιμότητα
Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Ελληνικής Ομοσπονδίας Πετοσφαίρισης (ΕΟΠΕ) κ. Θανάσης Μπελιγράτης υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κάτι το μεμπτό. «Εμείς δεν κάνουμε κανέναν έλληνα-“μαϊμού”. Δεν ελληνοποιούμε κανέναν. Δικαιωματικά πολιτογραφείται Ελληνας ο Κράβαρικ. Η μόνη προσπάθεια που έγινε από την πλευρά της ομοσπονδίας ήταν να πάρει τη συναίνεση της σλοβακικής ομοσπονδίας για να μπορέσει ο Κράβαρικ να αγωνισθεί στην εθνική ομάδα. Από τη στιγμή που δεν έχει αγωνισθεί για δύο χρόνια με την Εθνική Σλοβακίας, αυτή δόθηκε. Από εκεί και πέρα όταν θα έχει το ελληνικό διαβατήριο και θα αποκτήσει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του έλληνα πολίτη είναι καλοδεχούμενος στην εθνική ομάδα. Ο Κράβαρικ έχει όλες τις προϋποθέσεις για να πολιτογραφηθεί Ελληνας. Ολα τα δικαιολογητικά του είναι νόμιμα, δεν υπάρχει κάτι το μεμπτό. Είναι ένα θαυμάσιο παιδί. Αγαπητός στους ανθρώπους του βόλεϊ. Εχει αγοράσει σπίτι στη Θεσσαλονίκη και η ζωή του είναι στην Ελλάδα. Αισθάνεται Ελληνας. Πιστεύω ότι θα βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό την Εθνική. Είναι παικταράς».
Στον τρίτο εμπλεκόμενο, τον Ηρακλή, η υπόθεση δεν προκαλεί ούτε κρύο ούτε ζέστη. «Το ήθελε πολύ ο ίδιος, υπάρχει και η εθνική ομάδα, οπότε ο Ηρακλής δεν θα μπορούσε να έχει αντίρρηση. Σαν σύλλογος δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο όφελος. Οι οικονομικές απολαβές του δεν πρόκειται να αλλάξουν με την ελληνοποίησή του. Θα μου πείτε ότι αδειάζει μια θέση ξένου. Για να αποκτήσεις έναν ακόμη όμως πρέπει να ξοδέψεις αρκετά χρήματα και στο μπάτζετ της ομάδας δεν μπορούν να γίνουν υπερβάσεις. Αφού είναι για το καλό της εθνικής ομάδας και η ομοσπονδία το θέλει, εμείς δεν έχουμε αντίρρηση» τονίζει ο κ. Γιώργος Μανωλόπουλος, πρώην αντιπρόεδρος του Τμήματος βόλεϊ του Ηρακλή.
Πάντως στην εθνική ομάδα των γυναικών έχουν γίνει πρόσφατα δύο ελληνοποιήσεις. Ο λόγος για την Τάνια Σμύρνοβα-Σμυρνίδου (διαγώνια) και τη Ζάνα Προνίτσεβα-Προνιάδου (κεντρική) οι οποίες προέρχονται από τη Ρωσία, αλλά διαθέτουν ελληνικά διαβατήρια και ήδη έχουν αγωνισθεί με την εθνική ομάδα.
* Σωσίβιο για την «ανταρσία»
Λένε ότι ο… πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται για να σωθεί και στην περίπτωση της Κολυμβητικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (ΚΟΕ) η συγκεκριμένη παροιμία ταιριάζει γάντι. Επί δέκα ολόκληρους μήνες η Βουλιαγμένη προσπαθούσε να επιτύχει την ελληνοποίηση του ρουμάνου πολίστα Πέτρε Σάντα, όμως το θέμα κολλούσε στα σκουριασμένα γρανάζια της ελληνικής γραφειοκρατίας. Εν τέλει, μέσα σε διάστημα μιας εβδομάδας, ο συμπαθέστατος – και καθ’ όλα άξιος – αθλητής του πόλο απέκτησε ελληνικό διαβατήριο και κλήθηκε στην εθνική ομάδα, δίνοντας τελικώς την εντύπωση ότι οι μηχανισμοί του κράτους μπορούν να λειτουργήσουν με ταχύτητα αστραπής. Αρκεί να υπάρχει σοβαρός λόγος…
Επί τω προκειμένω, η ΚΟΕ διέγνωσε ότι η παρουσία του Σάντα στο ρόστερ της Εθνικής ήταν κάτι παραπάνω από επιτακτική. Το επισημαίνει άλλωστε και ο πρόεδρος της ομοσπονδίας κ. Δημήτρης Διαθεσόπουλος, ο οποίος παραδέχεται ότι «αναζητούμε τις καλύτερες δυνατές λύσεις για να στελεχώσουμε την εθνική ομάδα ύστερα από την ανταρσία των εννέα. Το θέμα του Πέτρε ήταν γνωστό εδώ και καιρό, απλώς έπρεπε να πιέσουμε λίγο περισσότερο τις καταστάσεις για να δοθεί αίσιο τέλος. Τελικώς έγινε αυτό που έπρεπε, άλλωστε ο αθλητής έχει συμπληρώσει πέντε χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα, οπότε είμαστε καθ’ όλα νόμιμοι. Δεν μπορώ, λοιπόν, να καταλάβω γιατί να γίνεται θέμα».
Την εντονότερη πίεση για την άμεση ελληνοποίηση του Σάντα άσκησε στον κ. Διαθεσόπουλο ο – πρώην πλέον – ομοσπονδιακός τεχνικός κ. Κούλης Ιωσηφίδης, ο οποίος ύστερα από την «ανταρσία» των εννέα διεθνών υδατοσφαιριστών εις βάρος του αναζητούσε… σωσίβιο για να μη βουλιάξει μαζί με την αποδεκατισμένη εθνική ομάδα. Ασχέτως αν ο ίδιος σφύριζε αδιάφορα όταν ο 26χρονος Ρουμάνος εμφανίστηκε την περασμένη Δευτέρα στο κολυμβητήριο του Αγίου Κοσμά πραγματοποιώντας την πρώτη προπόνησή του με το σκουφάκι της Εθνικής, ο κατά την τελευταία επταετία ομοσπονδιακός προπονητής ήταν εκείνος που πίεσε για την ελληνοποίηση του Σάντα, ώστε ο τελευταίος να προλάβει την τελική φάση του World League στην Πάτρα (1-4 Αυγούστου). Τι ειρωνεία… Ο ίδιος έδειχνε να αδιαφορεί όταν η Βουλιαγμένη, επί έναν ολόκληρο χρόνο, πίεζε για να δοθεί αίσιο τέλος στο σίριαλ. Προφανώς επειδή δεν μπορούσε να προβλέψει την εξέγερση των εννέα πολιστών της εθνικής ομάδας.
* Αγωνιστικό πλεονέκτημα
Αναμφισβήτητα πάντως η προσθήκη του Σάντα στο ρόστερ της Εθνικής συνεπάγεται ένα μεγάλο αγωνιστικό πλεονέκτημα, εφόσον βέβαια επιστρέψουν στις τάξεις της και οι εννέα – κατά τεκμήριο κορυφαίοι – έλληνες πολίστες αλλά και αρκετοί ακόμη σπουδαίοι αθλητές του πόλο, οι οποίοι περιθωριοποιήθηκαν λόγω των κακών σχέσεών τους με τον (πρώην) ομοσπονδιακό τεχνικό. Αρκεί βέβαια να μην ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου και οι ελληνοποιήσεις και τα αλήστου μνήμης «εξώγαμα του μπάσκετ» γίνουν της μόδας και στο πόλο…
Ο 26χρονος Σάντα, με τα 250 γκολ στην Α1 και τις 50 συμμετοχές στην εθνική ομάδα της Ρουμανίας, αρνήθηκε τον περασμένο Μάρτιο τη συμμετοχή του στα προκριματικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος για λογαριασμό της χώρας στην οποία γεννήθηκε, επειδή «είχα αποφασίσει ότι θέλω να γίνω Ελληνας και να παίξω με την ελληνική ομάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, που είναι ένα όνειρο ζωής. Είμαι ευτυχισμένος επειδή τελείωσε θετικά ένα θέμα που με ταλαιπώρησε πολύ» λέει ο πολίστας της Βουλιαγμένης, ο οποίος ευχήθηκε «να τελειώσει αισίως το θέμα με τους εννέα και να επιστρέψουν στην Εθνική, αν και δεν είναι κάτι που με αφορά. Απλώς είναι όλοι τους καταπληκτικοί πολίστες και πιστεύω ότι η συγκεκριμένη φουρνιά έχει ικανότητες να επιτύχει μεγάλες διακρίσεις».
