ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΣΟΥΜΠΟΤΙΤΣ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΣΟΥΜΠΟΤΙΤΣ Ιδού γιατί ήθελα τον Ράτζα Ο κόουτς της ομάδας μπάσκετ του Παναθηναϊκού μιλάει για το μεγαλύτερο στοίχημα στην προπονητική καριέρα του και δηλώνει ότι δεν φοβάται τους παίκτες «πάστας» Ο ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ της ομάδας μπάσκετ του Παναθηναϊκού. Ο κύριος που τον πρωτογνωρίσαμε από το σταθερό του χέρι έξω από τη γραμμή των 6,25 και τον συνηθίσαμε ως τον τρίτο της παρέας. Ο παίκτης που ανδρώθηκε

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΣΟΥΜΠΟΤΙΤΣ

Ιδού γιατί ήθελα τον Ράτζα


Ο ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ της ομάδας μπάσκετ του Παναθηναϊκού. Ο κύριος που τον πρωτογνωρίσαμε από το σταθερό του χέρι έξω από τη γραμμή των 6,25 και τον συνηθίσαμε ως τον τρίτο της παρέας. Ο παίκτης που ανδρώθηκε μπασκετικά στη μεγάλη ομάδα του Αρη τη δεκαετία του ’80 και έζησε για επτά χρόνια στη σκιά του Νίκου Γκάλη και του Παναγιώτη Γιαννάκη. Μόνιμος κάτοικος Αθηνών εδώ και έξι μήνες, αλλά με τη σκέψη ακόμη κολλημένη στον Λευκό Πύργο και τη «σκούφια» του να κρατάει από τη Σλοβενία.


Ο λόγος για τον Λευτέρη Σούμποτις, ο οποίος όταν ακόμη τον έλεγαν Σλόμπονταν ήθελε να ασχοληθεί με το πόλο, αλλά κάπου στον δρόμο έπιασε το «λαχείο» που λέγεται ταλέντο ­ και το δίχτυ κάτω απ’ το στεφάνι κέρδισε στα σημεία την εστία που δεν βυθίζεται.


Οι φίλοι του Παναθηναϊκού περιμένουν από αυτόν να πάρει από τον «αιώνιο αντίπαλο», τον Ολυμπιακό, το πρωτάθλημα Ελλάδος για να το παραδώσει στην εξέδρα… Μόνο που ο ίδιος ακόμη δεν τολμά να το ξεστομίσει.





­ Γνωρίζετε ότι πολλοί αποκαλούν τη θέση του προπονητή στον Παναθηναϊκό «ηλεκτρική καρέκλα»;


«Δεν προλαβαίνω να το σκεφθώ. Αν το σκεφτόμουν, θα τρελαινόμουν».


­ Σας φοβίζει η φωνή του κόσμου σε μια ενδεχόμενη αποτυχία σας;


«Ούτε κι αυτό περνάει από το μυαλό μου. Αμα αρχίσω να αναρωτιέμαι τι θα γίνει αν η ομάδα χάσει, δεν θα μπορώ να κάνω τη δουλειά μου. Εχω μάθει και να κερδίζω και να χάνω. Αυτό που με πειράζει περισσότερο είναι όταν χάνω άδικα».


­ Ποιες θεωρείτε άδικες ήττες;


«Εκείνες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν οι ενέργειές μου κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού ήταν διαφορετικές. Αλλ’ όχι μόνο αυτές. Υπάρχουν και στιγμές που οδηγείσαι στην ήττα από παράγοντες οι οποίοι δεν έχουν σχέση με τις δυνατότητες της ομάδας σου. Οπως στο παιχνίδι με τον Αρη στο Αλεξάνδρειο. Δεν με απασχόλησε το γεγονός ότι με έβρισαν και κουνούσαν πεντοχίλιαρα στον αέρα. Οι οπαδοί του Αρη δεν έχουν σεβαστεί ούτε τον Γκάλη και τον Γιαννάκη. Αλλά πρέπει να υπάρχει ένα όριο. Δεν μπορείς να πηγαίνεις στο γήπεδο μόνο για να βρίσεις κάποιον και να προσπαθείς να του πετάξεις ψαλίδια ή μαχαίρια. Υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται μόνο για τη νίκη, όπως κι αν έρθει αυτή. Αυτό είναι χουλιγκανισμός. Στο Αλεξάνδρειο χάσαμε το παιχνίδι γιατί βιώσαμε κλίμα τρομοκρατίας. Στα πέντε χρόνια που είμαι προπονητής, αυτή ήταν η πιο άδικη ήττα».


­ Η έννοια του αντιπάλου τι εκφράζει για σας;


«Σεβασμό. Μόνο όταν υπάρχει αντίπαλος μπορείς να αγωνιστείς και να νικήσεις. Πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου για να μην του δώσεις τη δυνατότητα να χαρεί που έχασες».


­ Μπορεί ο αντίπαλος να μην είναι μια ομάδα αλλά ένα πρόσωπο;


«Οχι. Ποτέ μπροστά μου δεν βλέπω τα πρόσωπα, μόνο το χρώμα της φανέλας τους που είναι διαφορετικό από αυτό της δικής μου ομάδας».


­ Οταν βρεθείτε ξανά αντιμέτωπος με τον κ. Ντούσαν Ιβκοβιτς δεν θα θελήσετε να κερδίσετε το παιχνίδι μόνο και μόνο γιατί ο αντίπαλος κόουτς θα είναι αυτός;


«Αλλη ερώτηση. Δεν θέλω να το σχολιάσω».


­ Οι τίτλοι είναι πάντα η δικαίωση του προπονητή;


«Ναι. Οχι μόνο για τον προπονητή αλλά και για την ομάδα και τους παίκτες. Πιστεύω ότι κερδίζουν όλοι μαζί».


­ Η καλύτερη ομάδα είναι αυτή που πάντα κερδίζει;


«Ετσι λένε. Αν είσαι καλύτερος, πρέπει να το αποδείξεις με την επικράτησή σου στο γήπεδο. Επί της ουσίας όμως μου φαίνεται ότι ζητάτε να σας ορίσω τι σημαίνει πετυχημένη χρονιά για τον Παναθηναϊκό… Και το μόνο που θέλω να πω σχετικά είναι ότι ελπίζουμε για το καλύτερο».


­ Δεν φοβάστε μήπως έχετε την τύχη του κ. Μάλκοβιτς;


«Εγώ ήρθα στον Παναθηναϊκό τον περασμένο Ιούνιο και προσπαθώ με τους συνεργάτες μου να δημιουργήσω κάτι διαφορετικό. Αποκτήσαμε νέους παίκτες αλλάζοντας τη δομή της ομάδας. Το τι έγινε στο παρελθόν δεν με αφορά καθόλου».





­ Το πιο δύσκολο είναι να δώσεις σε μια ομάδα υπόσταση, να την δημιουργήσεις;


«Ασφαλώς. Είναι μεγάλη πρόκληση για κάθε προπονητή, αν δεν φοβάται τη δουλειά, να ταιριάξει διαφορετικές νοοτροπίες σε μία και μόνη ομάδα. Για μένα, από τη στιγμή που έβγαλα από πάνω μου την αθλητική εμφάνιση, φόρεσα το κοστούμι και κάθησα στον πάγκο, ο Παναθηναϊκός αποτελεί το μεγαλύτερο στοίχημα στην προπονητική μου καριέρα. Αλλοι προπονητές περιμένουν 20 χρόνια για να τους δοθεί μια τέτοια ευκαιρία… η οποία πολλές φορές δεν σου χτυπάει την πόρτα».


­ Πώς θα καταλάβετε ότι κερδίσατε το στοίχημα;


«Ελάτε τον προσεχή Μάιο να σας απαντήσω. Κοιτάω κάθε παιχνίδι ξεχωριστά. Μπροστά μου έχω μόνο τον αγώνα με τον ΠΑΟΚ στο Αλεξάνδρειο. Τίποτε άλλο».


­ Γιατί ο Παναθηναϊκός «οφείλει» να πρωταγωνιστεί;


«Ο ΠΑΟ έχει πολύ κόσμο και οφείλει να είναι μια από τις καλύτερες ομάδες της Ελλάδας. Προτού καθήσω στον πάγκο του δεν το καταλάβαινα. Εδώ όμως έμαθα ότι όσο περισσότερο κόσμο έχεις τόσο πιο μεγάλη ομάδα είσαι».


­ Στην ομάδα σας προτιμάτε να έχετε έμπειρους ή εξελίξιμους νέους παίκτες;


«Και το ένα και το άλλο. Πιστεύω ότι αυτό το “πάντρεμα” είναι το καλύτερο και για την ομάδα και για τους παίκτες. Αλλά το ιδανικότερο είναι να έχεις ταλαντούχους παίκτες που έχουν εκπαιδευθεί να παίζουν σε όλες τις θέσεις μέσα στο γήπεδο».


­ Πιστεύετε στα άτομα ή στα σύνολα;


«Και στα δύο. Το μεγαλύτερο προτέρημα είναι να κατορθώσεις να κάνεις το άτομο να προσφέρει στο σύνολο και να αναδεικνύει τη διαφορετικότητά του μέσα από αυτό».


­ Το άτομο όμως φέρνει τον αέρα στο σύνολο καθώς δίνει τη δική του ξεχωριστή πινελιά…


«Δεν διαφωνώ καθόλου και γι’ αυτό άλλωστε επιδίωξα να έχω στην ομάδα του Παναθηναϊκού τον Ράτζα και τον Σκοτ. Οταν κυνηγάς έναν παίκτη που παίζει στο ΝΒΑ και τον θέλουν όλες οι ευρωπαϊκές ομάδες περιμένεις από αυτόν να κάνει τη διαφορά. Οι προαναφερθέντες είναι τέτοιας “πάστας” μπασκετμπολίστες και κάνουν τον Παναθηναϊκό να ξεχωρίζει. Ελπίζω να μη διαφωνείτε σ’ αυτό».


­ Οχι, δεν διαφωνώ. Γιατί όμως άλλοι συνάδελφοί σας, που είναι επίσης προπονητές σε μεγάλες ομάδες, αποφεύγουν να συνεργασθούν με τέτοιας φήμης παίκτες;


«Απευθυνθείτε καλύτερα σ’ αυτούς για να λάβετε απάντηση στο ερώτημά σας. Εγώ όμως γιατί να το αποφύγω; Κάθε προπονητής θέλει να έχει έναν παίκτη σαν τον Ράτζα στην ομάδα του, ο οποίος θα τον διευκολύνει στη δουλειά του. Οταν με ρώτησε ο κ. Γιαννακόπουλος αν τον θέλω, απάντησα “ναι” χωρίς δεύτερη σκέψη. Αν δεν μου ταίριαζε, θα έλεγα “όχι”. Και τα ως τώρα αποτελέσματα δικαιώνουν εμένα και τον πρόεδρο».


­ Ενας προπονητής που υπήρξε μεγάλος παίκτης μπορεί να βρει κώδικες επικοινωνίας με παίκτη που είναι επίσης μεγάλος ή οδηγούμαστε σε σύγκρουση;


«Δεν αντιμετώπισα ποτέ πρόβλημα. Από την πρώτη στιγμή που έγινα προπονητής συνεργάστηκα με μεγάλους μπασκετμπολίστες ή κάποιους που τους αποκαλούσαν “προβληματικούς” και πάντα είχα πολύ καλή συνεργασία ­ όπως συνέβη με τον Μπέρι και τον Σάκλεφορντ. Οταν αποφάσισα να πάρω τον Μπέρι στον Ηρακλή όλοι έλεγαν “αυτός θα σε αναγκάσει να βάλεις νερό στο κρασί σου”. Τα αποτελέσματα όμως τους διέψευσαν. Ο Ηρακλής κατέκτησε την τρίτη θέση που τον οδήγησε στην Ευρωλίγκα και ο Μπέρι βγήκε πρώτος σκόρερ».


­ Ο προπονητής χρειάζεται να έχει έναν ξεχωριστό κώδικα επικοινωνίας με κάθε παίκτη;


«Ναι, γιατί είναι καθένας έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Οταν είσαι πολύ καιρό σε μια ομάδα γνωρίζεις τα όρια κάθε παίκτη που έχεις στη διάθεσή σου. Κάποιοι καταλαβαίνουν με ένα νεύμα τι θέλεις από αυτούς, ενώ σε άλλους πρέπει να βάλεις τις φωνές για να κατανοήσουν τι απαιτείς να κάνουν».


­ Η διορατικότητα είναι το στοιχείο του μεγάλου παίκτη; να διαβάζει τη φάση; να «βλέπει» πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα;


«Ακριβώς. Με την εξυπνάδα και την εμπειρία του να μπορεί να την καταλάβει. Ο μεγάλος παίκτης χρειάζεται να έχει αστραφτερό μυαλό… Μυαλό ξυράφι, που λένε».


­ Εχετε αδικήσει ποτέ κάποιον παίκτη;


«Ο προπονητής είναι υποχρεωμένος να επιλέγει. Εχει υπάρξει περίπτωση που έχω αδικήσει κάποιον ο οποίος στη συνέχεια με την απόδοσή του με διέψευσε. Δεν είχα πρόβλημα όμως να αναγνωρίσω ότι έσφαλα».


­ Τι ορίζει την προπονητική φιλοσοφία σας;


«Η καλύτερη άμυνα δεν είναι η επίθεση τώρα πια. Η άμυνα κερδίζει το πρωτάθλημα στις μέρες μας. Αλλαξαν οι εποχές. Στα χρόνια μου οι ομάδες ξεπερνούσαν τους 100 πόντους. Τώρα αυτό είναι πάρα πολύ σπάνιο».


­ Είναι πιο εύκολο να διδάξετε την ομάδα σας να αμύνεται παρά να επιτίθεται;


«Η άμυνα είναι θέμα θέλησης. Αν ο παίκτης το έχει μέσα του, δεν έχει πάρα να προσπαθήσει να το βγάλει. Επιθετικά μπορεί μια ομάδα να μην είναι σε καλή μέρα αλλά να παίξει σκληρή άμυνα και να κερδίσει. Αυτή είναι μια σκέψη που έχω πάντα στο μυαλό μου».


­ Νομίζω ότι αυτό το είχατε διαρκώς στο μυαλό σας την εποχή που ήσασταν προπονητής στον Ηρακλή. Αυτή η ομάδα μπορεί να είχε περιορισμένες δυνατότητες, αλλά έφθασε εκεί που έφθασε ξεπερνώντας τες…


«Ακριβώς έτσι είναι. Κανένας δεν περίμενε ότι ο Ηρακλής εκείνη τη χρονιά θα έφθανε στην τρίτη θέση και θα έβγαινε στην Ευρωλίγκα. Δυστυχώς την επόμενη χρονιά… χάλασε η συνταγή. Η διοίκηση στελεχώθηκε από ανθρώπους που ενδιαφέρονταν μόνο για την προσωπική προβολή τους και όχι για την ομάδα. Γι’ αυτό και παραιτήθηκα. Ο μεγαλύτερος καημός μου όμως είναι ότι δεν με άφησαν να ολοκληρώσω αυτό που είχα ξεκινήσει την προηγούμενη χρονιά».


­ Οι νικητές γεννιούνται ή δημιουργούνται;


«Γεννιούνται, δυστυχώς. Δεν μπορείς να μάθεις κάποιον να κερδίζει. Μπορείς να τον μάθεις να παίζει καλύτερα, αλλ’ όχι να κερδίζει. Γι’ αυτό και βλέπουμε συχνά μπασκετμπολίστες να παίζουν καλά αλλά στο τέλος δεν είναι αυτοί οι νικητές».


­ Πείτε μου κάποιον που γεννήθηκε νικητής.


«Ο Νίκος Γκάλης. Ο παίκτης που είχε τη δυνατότητα να ανεβάσει την ψυχολογία όλων των παικτών που έπαιζαν μαζί του. Κατόρθωνε όταν έπαιζε να παίρνει από τους συμπαίκτες του το καλύτερο που μπορούσαν να δώσουν. Ο Γκάλης οδήγησε όλο το ελληνικό μπάσκετ στην κορυφαία θέση που κατέχει σήμερα. Αλλαξε όχι μόνο την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ αλλά και του ευρωπαϊκού».


­ Ηταν οριακό σημείο στη ζωή σας η συμμετοχή σας στη μεγάλη ομάδα του Αρη;


«Το πιο σημαντικό. Καθόρισε την πορεία μου. Τα… επτά χρόνια φαγούρας, στα οποία κέρδισα τα πάντα. Δέκα τίτλους συνολικά και δύο συμμετοχές σε φάιναλ φορ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών».


­ Υπάρχει ένας άνθρωπος στη ζωή σας που νιώθετε ότι του οφείλετε αυτό που είστε;


«Ναι… Ο Κρέζιμιρ Τσόσιτς. Ηταν ο άνθρωπος που με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στον σωστό δρόμο, σε ηλικία 20 χρόνων. Αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να σε πάρει από το χέρι και να σε οδηγήσει στο τέλειο αν είχες τη διάθεση. Κάθε στιγμή, σου μάθαινε κάτι. Ο χρόνος που ξόδευες πλάι του ήταν κέρδος».


­ Την εποχή που μεγαλώνατε, ποιους μπασκετμπολίστες είχατε ως πρότυπα; ποιους θεωρούσατε θρύλους;


«Υπήρχαν πάρα πολλοί, αλλά τότε ο τρόπος ζωής ήταν διαφορετικός. Δεν είχαμε τη δυνατότητα μέσω της τηλεόρασης να παρακολουθούμε αυτούς που ακούγαμε ­ μόνο κάποιους με τους οποίους ζούσαμε στην ίδια περιοχή βλέπαμε ».


­ Πιστεύετε σε αυτό που λέμε «ταλέντο»;


«Πιστεύω. Αλλά κάθε άνθρωπος που έχει γεννηθεί με αυτό το θείο δώρο για να καταλήξει κάπου πρέπει να έχει και ένα ακόμη ταλέντο: το ταλέντο της δουλειάς. Τίποτε δεν γίνεται αν αυτό με το οποίο ασχολείσαι το αντιμετωπίζεις σαν χόμπι. Ανάμεσα στον αθλητισμό και στον πρωταθλητισμό υπάρχει μια οριακή γραμμή και εσύ οφείλεις να την ξεπεράσεις. Αν τα παρατήσεις με την πρώτη δυσκολία, καλύτερα να μη δοκιμάσεις ξανά. Γιατί και πάλι τα αποτελέσματα δεν θα είναι καλύτερα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version