Η (αυτο)τιμωρία της Σακοράφα και το ρουσφέτι της Πατουλίδου

Μικρά μυστικά των ελληνικών ολυμπιακών αποστολών από το 1980 ως το 1996 Η (αυτο)τιμωρία της Σακοράφα και το ρουσφέτι της Πατουλίδου Οι αρχηγοί των ελληνικών ομάδων που πήραν μέρος στις τελευταίες έξι Ολυμπιάδες θυμούνται και νοσταλγούν άγνωστες ιστορίες που διαδραματίστηκαν στο παρασκήνιο και σημάδεψαν την πορεία τους Ι. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ που συμβαίνουν εντός και εκτός του Ολυμπιακού Χωριού

Η (αυτο)τιμωρία της Σακοράφα και το ρουσφέτι της Πατουλίδου

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ που συμβαίνουν εντός και εκτός του Ολυμπιακού Χωριού είναι πολλές. Αλλες πλησιάζουν την καθημερινότητα και άλλες κάνουν εντύπωση, έστω και αν βγαίνουν στην επιφάνεια 10 και 20 χρόνια αργότερα. Γνωρίζετε μήπως πώς αντέδρασε η παλαιά πρωταθλήτρια του ακοντισμού Σοφία Σακοράφα όταν αποκλείστηκε στη Μόσχα; Γιατί η ασφάλεια έψαχνε τη Νίκη Μπακογιάννη στο αεροδρόμιο της Ατλάντας; Τι ρουσφέτι είχε ζητήσει η Βούλα Πατουλίδου πριν από το χρυσό της Βαρκελώνης;


Και ακόμη τι συνέβη με τους ιστιοπλόους το 1992;


Με αφορμή την υπόθεση του τριπλουνίστα Σταμάτη Λένη οι αρχηγοί της ελληνικής αποστολής σε Ολυμπιακούς Αγώνες αποκαλύπτουν στο «Βήμα» μικρές και μεγάλες λεπτομέρειες τονίζοντας ότι υπάρχουν και άλλα που δεν είναι καιρός να γνωστοποιηθούν.


Οι αρχηγοί άλλωστε αποτελούν τα σημαντικότερα πρόσωπα κάθε χώρας ενώπιον των οργανωτικών επιτροπών κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων.


Ο,τι και αν συμβεί οι διοργανωτές απευθύνονται σε αυτούς, ακόμη και αν βρίσκονται ως προσκεκλημένοι στην πόλη υπουργοί ή ακόμη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός ενός κράτους.



ΣΤΟΝ ΑΡΧΗΓΟ αποστολής δίνονται υπερεξουσίες, είναι ο «καπετάν ένας» στην καθομιλουμένη, αλλά ταυτοχρόνως του χρεώνονται και τεράστιες ευθύνες. Η δουλειά του είναι δύσκολη, ιδιαιτέρως τα τελευταία χρόνια που ο αριθμός των μελών της ελληνικής αποστολής έχει αυξηθεί. Από 42 που ήταν οι έλληνες αθλητές στη Μόσχα (1980), 67 στο Λος Αντζελες (1984), 57 στη Σεούλ (1988) και 72 στη Βαρκελώνη (1992) φθάσαμε τους 121 στην Ατλάντα (1996) και τους 145 στο Σίδνεϊ.


«Κάθε Ολυμπιάδα έχει και τα δικά της χαρακτηριστικά. Και κάθε αποστολή είναι σχεδόν διαφορετική από την προηγούμενη. Τώρα στο Σίδνεϊ έχουμε τη μεγαλύτερη ομάδα της ιστορίας, σχεδόν τριπλάσια από αυτήν της Σεούλ» λέει ο κ. Γιάννης Παπαδογιαννάκης, που είναι και ο πλέον έμπειρος, αφού βρίσκεται για τρίτη φορά σε Ολυμπιακούς Αγώνες, ισοφαρίζοντας το ρεκόρ του Ιωάννη Κετσέα (1936, 1948, 1952).


Τι λέει όμως για την πρώτη αποστολή; «Ηταν το 1988 στη Σεούλ. Το γεγονός ότι από τον προηγούμενο χρόνο είχαμε καθιερώσει αντικειμενικά κριτήρια δημιούργησε γκρίνιες σε αυτούς που δεν τα είχαν πιάσει. Ετσι είχε δημιουργηθεί μια ένταση πριν από την αναχώρησή μας, αφού αποκλείστηκαν αθλητές όπως ο Θανάσης Καλογιάννης στον στίβο, η Ελλη Ρουσάκη στην κολύμβηση, ο Νίκος Κακλαμανάκης στην ιστιοπλοΐα και ο Δημήτρης Θανόπουλος στην πάλη. Οι πιέσεις που είχα δεχθεί ήταν μεγάλες, αλλά δεν αλλάξαμε θέση. Τότε μάλιστα είχε υποβάλει την παραίτησή της από υφυπουργός Παιδείας η θεία του Νίκου, η κυρία Ρούλα Κακλαμανάκη, ενώ η πάλη είχε απειλήσει ότι θα απόσχει από τους Αγώνες.


Η δικαίωση για εμάς ήλθε έπειτα από λίγα χρόνια, όταν ανάλογα κριτήρια καθιέρωσε για όλους τους συμμετέχοντες η ίδια η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή. Στη Σεούλ είχαμε πάρει ένα χάλκινο μετάλλιο με τον παλαιστή Μπάμπη Χολίδη, ο οποίος ήταν και ο σημαιοφόρος. Θυμάμαι ότι μετά την ανακοίνωση της επιλογής του ανέβηκε τόσο πολύ ψυχολογικά, ώστε ορκίστηκε να ανεβεί στο βάθρο. Κάτι που κατάφερε. Κάποια προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί στην τελετή της ιστιοπλοΐας, όπου οι Κορεάτες έδωσαν στον τέως βασιλιά την κάρτα της ελληνικής αντιπροσωπείας, λύθηκαν ενώ οι διοργανωτές ζητούσαν επί δύο εβδομάδες συγγνώμη. Πάντως οι αγώνες της Σεούλ ήταν πιο ανθρώπινοι από αυτούς της Βαρκελώνης, στους οποίους ήμουν επίσης αρχηγός. Συγκρίσεις με το Σίδνεϊ δεν μπορώ ακόμη να κάνω γιατί είμαστε στην αρχή».


* Η πορεία προς το θαύμα


Από τους Ολυμπιακούς Αγώνες στην πρωτεύουσα της Καταλωνίας ο κ. Παπαδογιαννάκης θυμάται την απροσδόκητη νίκη της Βούλας Πατουλίδου, η οποία έβαζε έναν έναν τους στόχους της. «Στην αρχή ήθελε να φθάσει στους ημιτελικούς, στη συνέχεια στον τελικό και μετά να μπει στην εξάδα. Τελικώς χάρισε στην Ελλάδα έναν θρίαμβο. Η Βούλα πριν από τους αγώνες μού είχε ζητήσει μια χάρη: Να εξασφαλίζω καθημερινά μία κάρτα εισόδου στο Ολυμπιακό Χωριό στον σύζυγό της, τον Δημήτρη Ζαρζαβατσίδη. Η παρουσία του τη βοήθησε πολύ, όπως αναφέρει και η ίδια στο βιβλίο της.


Η αποστολή είχε και ένα άσχημο συμβάν με κάποιους ιστιοπλόους, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει επεισόδιο σε ένα μπαρ και οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Χρειάστηκαν πολλές συντονισμένες κινήσεις για να κλείσει το θέμα. Επίσης προς το τέλος της διοργάνωσης αναγκάστηκε να στείλει πίσω στην Ελλάδα τον παλαιστή Παναγιώτη Ποικιλίδη, που δεν εμφανίστηκε να αγωνιστεί για την έβδομη και όγδοη θέση και κατετάγη όγδοος».


Ο κ. Παπαδογιαννάκης δεν μπορεί να λησμονήσει τα συναισθήματα που ένιωθε όταν στην τελετή λήξης των Αγώνων της Βαρκελώνης έπαιρναν την ολυμπιακή σημαία οι άνθρωποι της Ατλάντας. «Πώς να το χωνέψεις όταν τους άκουγες όλους να μιλούν για το ολυμπιακό πνεύμα που γεννήθηκε στην Ελλάδα και την ίδια ώρα να δίνουν τους Αγώνες στις ΗΠΑ;».


Τώρα στο Σίδνεϊ είχε να αντιμετωπίσει τη σύνθετη περίπτωση του τριπλουνίστα Σταμάτη Λένη, όπου ως νομικός από την αρχή ήταν σίγουρος για την αθωότητα του αθλητή. Οσο για τις συνθήκες διαβίωσης, «είναι καλές και αυτό οφείλεται στις επισκέψεις που έκαναν τα δύο τελευταία χρόνια τα μέλη της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων. Γιατί αν δεν πιέσεις δεν γίνεται τίποτε. Για τον λόγο αυτόν είχα έλθει και εγώ στα τέλη Ιουλίου. Τότε διορθώθηκαν πολλά».


* Πώς χάθηκε η Νίκη


Ο παλαιός υδατοσφαιριστής κ. Σπύρος Καπράλος ήταν αρχηγός αποστολής στην Ατλάντα, όπου για πρώτη φορά ο αριθμός των αθλητών μας ξεπέρασε τους 100. «Το γεγονός ότι ως αθλητής είχα συμμετάσχει σε δύο Ολυμπιακούς, το 1980 και το 1984, ήταν κάτι που με βοήθησε σημαντικά» λέει σήμερα από το Σίδνεϊ όπου βρίσκεται με την ιδιότητα του μέλους της πενταμελούς επιτροπής «Αθήνα 2004».


«Τα πρώτα προβλήματα που αντιμετώπισα τότε» θυμάται ο κ. Καπράλος «ήταν η γκρίνια των αθλητών που κόπηκαν, αφού πέρα από τα κριτήρια που είχε πλέον θεσπίσει η ΔΟΕ υπήρχε και απόφαση της ΕΟΑ για τη συμμετοχή μόνο όσων είχαν ελπίδες διάκρισης. Για διάφορους λόγους είχαμε αποκλείσει τους καταδύτες και τη σκυταλοδρομία 4Χ100 μ. γυναικών στον στίβο. Αντιθέτως διαφωνήσαμε με τον ΣΕΓΑΣ που δεν ήθελε να στείλει στους αγώνες-πρόκριση τον Μελισσανίδη. Ευτυχώς που τους αλλάξαμε γνώμη».


Για τον κ. Καπράλο το μεγαλύτερο επίτευγμα του 1996 δεν ήταν τόσο τα οκτώ μετάλλια όσο το γεγονός ότι από τα 121 μέλη της αποστολής τα 49 κατετάγησαν στην πρώτη οκτάδα. «Ετσι φαίνεται το βάθος του αθλητισμού μιας χώρας. Και να σκεφτείτε ότι δεν είχαμε ξεκινήσει καλά». Μεγαλύτερη έκπληξη θεωρεί το ασημένιο μετάλλιο της Μπακογιάννη στο ύψος. «Οταν πέρασε τα 2,03 μ. παραλίγο να χάσω τις αισθήσεις μου. Με τη Νίκη είχαμε και ένα απρόοπτο. Την ημέρα της αναχώρησης, και ενώ ήμασταν στο αεροδρόμιο, διαπιστώσαμε ξαφνικά ότι είχε εξαφανιστεί. Ειδοποιήσαμε την ασφάλεια, αλλά λίγο αργότερα η καρδιά μας επανήλθε στη θέση της όταν διαπιστώσαμε ότι εκείνη είχε περάσει μόνη της τον έλεγχο διαβατηρίων». Αυτό που δεν θα ξεχάσει ποτέ ο κ. Καπράλος ήταν η υποδοχή που επιφυλάχθηκε στους αθλητές όταν επέστρεψαν στην Αθήνα. «Ηταν συγκλονιστική η εμπειρία που έζησα. Η αγάπη του κόσμου για τους ολυμπιονίκες ήταν πολύ μεγάλη».


* Τρεις ημέρες στην απομόνωση


Ο πρώην πρόεδρος της ΕΟΕ κ. Αντώνης Τζήκας είχε ηγηθεί της αποστολής του 1980 στη Μόσχα με την ιδιότητα του προέδρου της επιτροπής ολυμπιακής προετοιμασίας που είχε συσταθεί με δική του πρόταση. «Είχα δώσει μεγάλο βάρος στην επαφή και στη φιλία των παιδιών, με τα οποία είχαμε συμφάγει ουκ ολίγες φορές. Δεν γνωριστήκαμε μέσα στο αεροπλάνο της αναχώρησης. Και στο τέλος καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια μεγάλη οικογένεια, ώστε στους αγώνες του καθενός να είναι παρόντες οι υπόλοιποι δημιουργώντας θαυμάσια ατμόσφαιρα στην εξέδρα. Οφείλω βεβαίως να ομολογήσω ότι τότε η ομάδα ήταν μικρή, μόλις ξεπερνούσε τους 40 (σ.σ.: 42) αθλητές».


Ο κ. Τζήκας, που σήμερα είναι πρόεδρος του Ιδρύματος Ολυμπιακής Παιδείας, νιώθει ακόμη ιδιαίτερη ικανοποίηση που η αποστολή εκείνη δέχθηκε τα συγχαρητήρια των Σοβιετικών για την ευπρέπεια και το ήθος της. «Εχω κρατήσει τα γράμματά τους» λέει με υπερηφάνεια. Βεβαίως δεν ξεχνά την πίεση των διοργανωτών να πάρει θέση στη διένεξή τους με τους Αμερικανούς, όπως και την αντίδραση της Σοφίας Σακοράφα μετά τον αποκλεισμό της από τους τελικούς του ακοντισμού. «Είχε κλειστεί επί ένα τριήμερο στο δωμάτιό της και ούτε έτρωγε ούτε μιλούσε. Επειτα από πολλές προσπάθειες, στο τέλος την κατάφερα να βγει από την ιδιότυπη απομόνωση. Ενα άλλο απρόοπτο ήταν τα καθημερινά τηλέφωνα του Τάσου Μπουντούρη από το Ταλίν, ο οποίος με αγωνία μου έλεγε ότι δεν φυσάει και κινδυνεύει να χάσει το μετάλλιο στα σόλινγκ. Η ανησυχία του ήταν μεγάλη».


* Το τηλεφώνημα – εφιάλτης


Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Αντζελες επικεφαλής της αποστολής ήταν ο επί 15ετία πρόεδρος της ομοσπονδίας βόλεϊ κ. Μιχάλης Μαστρανδρέας. «Τότε αρχηγός της αποστολής οριζόταν αυτός που τον προηγούμενο χρόνο είχε την ευθύνη και της μεσογειακής αποστολής. Δεν μαλώναμε, όπως γίνεται τώρα. Διάβασα κάποια πράγματα για την αποστολή του Σίδνεϊ στις εφημερίδες και στενοχωρήθηκα».


Τα πρώτα προβλήματα που είχε αντιμετωπίσει ο κ. Μαστρανδρέας ήταν τα θετικά δείγματα ντόπινγκ κατά τον προληπτικό έλεγχο της επιτροπής. «Αλλά η ταραχή ήταν όταν με ξύπνησαν στις 6.30 το πρωί για να μου ανακοινώσουν τα θετικά δείγματα της Βερούλη και του αρσιβαρίστα Γραμματικόπουλου. Στη συνέχεια είχα σταθεί κοντά στην Αννα, ακόμη και στη δικαστική διαδικασία». Οσο για τις συνθήκες διαβίωσης των αθλητών δεν έχει πολύ καλές αναμνήσεις. «Είχαν χρησιμοποιήσει τους ξενώνες τριών πανεπιστημίων. Εμάς μας είχαν βάλει στο καλύτερο κτίριο, αυτό του UCLA, αλλά το πρόβλημα μπάνιου ήταν μεγάλο αφού ήταν κοινόχρηστο». Θυμάται επίσης τα σχόλια για τη συνάντηση κάποιων μελών με τον έκπτωτο βασιλιά. «Μου είχε τηλεφωνήσει ένα πρωί ο τότε ΓΓΑ κ. Κίμωνας Κουλούρης και με ρωτούσε να μάθει λεπτομέρειες. Οι πληροφοριοδότες τον είχαν μπερδέψει και ήθελε να ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει».


Από τους Αμερικανούς τού είχαν κάνει εντύπωση δύο πράγματα: ο εθελοντισμός και οι σηματοσυλλέκτες. «Είδα ηλικιωμένους ανθρώπους να προσφέρουν δωρεάν τις υπηρεσίες τους. Σε εμάς εθελοντές δεν υπάρχουν, όλοι είναι επί πληρωμή. Επίσης μου έκανε εντύπωση το πάθος που είχαν οι συλλέκτες σημάτων, καθώς και η ζήτηση που είχαν τα ελληνικά, για τα οποία πρόσφεραν δεκαπλάσια τιμή σε σχέση με τα άλλα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version