Τα υπέρ και τα κατά των προεκλογικών δημοσκοπήσεων

Υπό ποιες προϋποθέσεις ο (αναποφάσιστος) πολίτης μπορεί να επηρεαστεί όταν πληροφορηθεί τι δήλωσαν ότι θα ψηφίσουν στις εκλογές άλλοι συμπολίτες του Τα υπέρ και τα κατά των προεκλογικών δημοσκοπήσεων Οι κανόνες λειτουργίας και δεοντολογίας των εταιρειών που διενεργούν τις σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης Α. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ της κοινής γνώμης γίνονται πολύ συχνά σε πολλές χώρες. Αυτές παραγγέλλονται

Τα υπέρ και τα κατά των προεκλογικών δημοσκοπήσεων

Οι κανόνες λειτουργίας και δεοντολογίας των εταιρειών


που διενεργούν τις σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης


ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ της κοινής γνώμης γίνονται πολύ συχνά σε πολλές χώρες. Αυτές παραγγέλλονται όχι μόνο από κρατικές υπηρεσίες, πολιτικούς οργανισμούς ή μέσα ενημέρωσης αλλά και από βιομηχανικές ή εμπορικές επιχειρήσεις καθώς και εταιρείες προσφοράς ποικίλων υπηρεσιών και στοχεύουν κυρίως στη διαπίστωση των απόψεων και των συνηθειών του κοινού ή στις αντιδράσεις των καταναλωτών προκειμένου να τοποθετηθεί ένα προϊόν ή να προσφερθεί κάποια υπηρεσία στην αγορά. Οι δημοσκοπήσεις αυτές διεξάγονται κατά κανόνα από οργανωμένες εταιρείες έρευνας της αγοράς για λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη (ο οποίος καταβάλλει τη σχετική δαπάνη) και τα αποτελέσματα της έρευνας χρησιμοποιούνται αποκλειστικά απ’ αυτόν χωρίς απαραιτήτως το γενικό κοινό να λαμβάνει γνώση. Το κοινό γνωρίζει κυρίως τις δημοσκοπήσεις που αφορούν πολιτικά κόμματα και πρόσωπα ή πολιτικές εξελίξεις και φυσικά μόνο όταν τα αποτελέσματά τους δημοσιεύονται, συχνά με πηχυαίους τίτλους, σε έντυπα ή όταν γίνεται σχετική μνεία στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Και βέβαια το μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλούν οι δημοσκοπήσεις που συλλέγουν τις δεδηλωμένες προτιμήσεις ψηφοφόρων πριν από μια εκλογική αναμέτρηση.


Οπως με κάθε θεσμό, νέα συνήθεια ή τεχνική εξέλιξη, έτσι και οι δημοσκοπήσεις έχουν τους επικριτές και υποστηρικτές τους. Κατ’ αρχήν, θα πρέπει εδώ να διευκρινιστεί ότι η διεξαγωγή των δημοσκοπήσεων δεν απαγορεύεται στις περισσότερες δημοκρατικές χώρες αλλά η δημοσίευση των αποτελεσμάτων τους υπόκειται σε κάποιους περιορισμούς σε ορισμένες χώρες. Οι επικριτές υποστηρίζουν βασικά ότι η δημοσίευση των αποτελεσμάτων μιας προεκλογικής δημοσκόπησης ενδέχεται να επηρεάσει την κοινή γνώμη. Με άλλα λόγια, αν ένας (μάλλον αναποφάσιστος) πολίτης πληροφορηθεί τι δήλωσαν άλλοι πολίτες ότι θα ψηφίσουν στις εκλογές, υπάρχει η πιθανότητα ότι η πληροφορία αυτή θα επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο πολίτης τελικά θα ψηφίσει, ουσιαστικά δηλαδή υποτίθεται πως μπορεί αυτός να «παραπλανηθεί».


Οι υποστηρικτές των δημοσκοπήσεων απαντούν ότι, για να συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να υπάρξουν ορισμένες προϋποθέσεις: πρώτον, να έχουν «συνωμοτήσει» οι διάφορες ανεξάρτητες εταιρείες έρευνας της αγοράς και να έχουν συμφωνήσει να δώσουν παρόμοια αποτελέσματα της έρευναςΩ δεύτερον, το ίδιο να έχουν «συνωμοτήσει» και τα διάφορα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και να δώσουν επίσης παρόμοια αποτελέσματα και, τρίτον και σπουδαιότερο, να θεωρείται ο πολίτης τόσο αφελής ώστε να επηρεάζεται περισσότερο από τις δημοσκοπήσεις και λιγότερο από τις δηλώσεις των πολιτικών και τα προγράμματα των κομμάτων ή τα λεγόμενα και γραφόμενα των μέσων ενημέρωσης που ο πολίτης αυτός συνηθίζει να παρακολουθεί προκειμένου να διαμορφώσει τη δική του γνώμη. Και στο κάτω της γραφής, στις δημοκρατικές χώρες τουλάχιστον, γιατί ένας πολίτης που θεωρείται ότι έχει το δικαίωμα να ψηφίσει τους υποψηφίους της επιλογής του να μην έχει και το δικαίωμα να πληροφορείται τι δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν μερικοί (κατά κανόνα ελάχιστοι) συμπολίτες του; Μόνο αυτό το τελευταίο στοιχείο θα τον επηρεάσει αποφασιστικά όταν θα προσέλθει στην κάλπη;


Επιπλέον, οι υποστηρικτές των δημοσκοπήσεων λέγουν ότι το στοιχείο που ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ελευθερία επιλογής των ψηφοφόρων είναι ακριβώς αυτή η «σιωπή» που επιβάλλεται σε ορισμένες χώρες λίγες μέρες πριν από την εκλογική αναμέτρηση για τα αποτελέσματα δημοσκοπήσεων που έτσι κι αλλιώς διεξάγονται. Η «λογοκρισία» αυτή αναγκαστικά δημιουργεί δύο κατηγορίες πολιτών: εκείνους που ενημερώνονται «κρυφά» για τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων και εκείνους που κρατούνται στο σκότος, με κάθε άλλο παρά κολακευτικές συνέπειες για το δημοκρατικό πολίτευμα. Εχουν κατά καιρούς αναφερθεί στον διεθνή Τύπο περιπτώσεις μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών επιχειρήσεων που διέθεταν τα τελευταία πριν από τις εκλογές αποτελέσματα δημοσκοπήσεων (τις οποίες οι ίδιες είχαν παραγγείλει και χρηματοδοτήσει) τα οποία επέτρεψαν σ’ αυτές να προβούν σε κερδοσκοπικές ενέργειες στο χρηματιστήριο σε βάρος απλών πολιτών και μικρών επενδυτών, οι οποίοι βέβαια δεν διέθεταν την πολυτέλεια της πρόσβασης σ’ αυτές τις δημοσκοπήσεις λόγω των σχετικών απαγορεύσεων της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων.


Σε τελική ανάλυση, ίσως το όλο θέμα των δημοσκοπήσεων να μπορεί να διαλευκανθεί περισσότερο αν το κοινό γνωρίζει μερικά βασικά στοιχεία του πώς διεξάγονται αυτές οι δημοσκοπήσεις. Πρώτον, η εταιρεία έρευνας της αγοράς που αναλαμβάνει κατά παραγγελίαν τη δημοσκόπηση θα πρέπει να είναι κατάλληλα οργανωμένη και στελεχωμένη και προπαντός να τηρεί ορισμένους κανόνες λειτουργίας και δεοντολογίας. Και όταν η εταιρεία αυτή δημοσιεύει τα αποτελέσματά της θα πρέπει να αναφέρει σε συντομία τη μέθοδο που χρησιμοποίησε. Για παράδειγμα, υπάρχει μια διεθνής οργάνωση ονόματι ESOMAR (Ευρωπαϊκή Εταιρεία για την Ερευνα της Κοινής Γνώμης και της Αγοράς) που εδρεύει στο Αμστερνταμ και που δεσμεύει τις εταιρείες μέλη της να ακολουθούν ορισμένους αυστηρούς κανόνες. Τους κανόνες αυτούς έχει εγκρίνει και το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (ICC).


Δεύτερον, η εταιρεία που κάνει τη δημοσκόπηση θα πρέπει να αναφέρει το «δείγμα» που χρησιμοποίησε στην έρευνά της, δηλαδή πόσα άτομα, από ποιες κατηγορίες ατόμων, σε ποιες περιοχές και πότε ερωτήθηκαν. Οπως είναι ευνόητο, δεν υπάρχει καμιά τεχνική δυνατότητα να ερωτηθούν σε μια πολιτική δημοσκόπηση όλοι οι πολίτες, διότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την τεράστια οργάνωση, το κόστος και τον χρόνο που συνεπάγεται η ίδια η εκλογική αναμέτρηση την οποία διενεργεί το κράτος. Ετσι, η εταιρεία κατ’ ανάγκην χρησιμοποιεί ένα μικρό «δείγμα» του εκλογικού σώματος (π.χ. 1.000 – 2.500 ψηφοφόρους, ανάλογα με τις περιοχές που καλύπτονται), που όμως θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό του γενικού πληθυσμού.


Με βάση δηλαδή τα υπάρχοντα στατιστικά στοιχεία, το δείγμα θα πρέπει κατ’ αναλογίαν να αποτελείται από τόσα άτομα ομάδων ηλικιών 18 ετών και άνω όσες αποτελούν τον πραγματικό πληθυσμό, από ίσον αριθμό ανδρών και γυναικών και από κατοίκους διαφόρων περιοχών ανάλογα με τον πραγματικό πληθυσμό αυτών των περιοχών κ.ο.κ. Ενα μεγαλύτερο δείγμα ίσως αποβεί πιο αξιόπιστο, αλλά όσο μεγαλύτερο δείγμα επιλέγεται για τη δημοσκόπηση τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κόστος της έρευνας και τόσο μεγαλύτερη θα είναι η καθυστέρηση στην επεξεργασία και δημοσίευση των αποτελεσμάτων με αντίστοιχο περιορισμό της χρησιμότητάς τους.


Τρίτον, οι ερωτήσεις που θα τεθούν στα άτομα του δείγματος θα πρέπει να είναι απλές και σαφείς και όχι διατυπωμένες με παραπλανητικό τρόπο ώστε να επηρεάζουν τις απαντήσεις. Και, τέταρτον, να εξασφαλίζεται η ανωνυμία των ερωτωμένων, εφόσον και στις πραγματικές εκλογές εξασφαλίζεται το απόρρητο της ψήφου.


Οι έρευνες διεξάγονται κατά κανόνα πρόσωπο με πρόσωπο όταν το σχετικό ερωτηματολόγιο είναι μακρύ ή τηλεφωνικώς όταν είναι απλούστερο. Οταν η δημοσκόπηση αφορά απλώς την πρόθεση ψήφου των ψηφοφόρων, μερικές εταιρείες εφαρμόζουν το σύστημα της εικονικής κάλπης, στην οποία ο ερωτώμενος ρίχνει ένα εικονικό ψηφοδέλτιο που αναφέρει την προτίμησή του χωρίς να αναγκάζεται να την δηλώνει απευθείας στον ερευνητή.


Αφού τηρηθούν πιστά όλες αυτές οι προϋποθέσεις, τότε το κοινό θα πρέπει να έχει υπόψη του μερικά απλά πράγματα όταν πληροφορείται το αποτέλεσμα μιας δημοσκόπησης. Πρώτον, ότι η εταιρεία που την διενήργησε επέλεξε αναγκαστικά ένα πολύ μικρό δείγμα ψηφοφόρων που με τις καλύτερες προϋποθέσεις μπορεί να είναι μόνο σχετικά αντιπροσωπευτικό του συνόλου των ψηφοφόρων. Δεύτερον, τα άτομα που απήντησαν στις ερωτήσεις εξέφρασαν τις επιλογές τους μια δεδομένη στιγμή πριν από τις εκλογές. Δεν παρέχεται όμως καμιά εγγύηση ότι τα άτομα αυτά κατά τη δημοσκόπηση εξέφρασαν τις πραγματικές απόψεις τους ή και ότι ενώπιον της πραγματικής κάλπης τελικά ψήφισαν όπως είχαν δηλώσει προηγουμένως.


Είναι γνωστό ότι πολλά πράγματα μπορεί να συμβούν ως την πραγματική ψηφοφορία που ίσως επηρεάσουν τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν διαφορετικά από ό,τι είχαν δηλώσει στη δημοσκόπηση.


Με άλλα λόγια, αν τα πραγματικά αποτελέσματα των εκλογών αποκλίνουν σημαντικά από τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης που διεξήχθη πριν από τις εκλογές, τότε αυτό θα οφείλεται είτε σε σφάλματα ή παραλείψεις της εταιρείας δημοσκοπήσεων στην επιλογή του κατάλληλου δείγματος είτε στην αλλαγή της γνώμης εκείνων που έλαβαν μέρος και στις δύο διαδικασίες είτε φυσικά σε απρόβλεπτους παράγοντες. Υπ’ αυτή την έννοια, είναι μάλλον σφάλμα να θεωρούνται τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης «πρόβλεψη». Πάντως, παρά τις αδυναμίες αυτές, οι θιασώτες των δημοσκοπήσεων πιστεύουν ότι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, όπου θα ήταν σκόπιμο να ζητείται συχνά η γνώμη των πολιτών, οι δημοσκοπήσεις αποτελούν το μόνο σύστημα που εφευρέθηκε ως σήμερα για να διαπιστώνονται οι διακυμάνσεις της κοινής γνώμης ανάμεσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις.


Τέλος, τα τελευταία χρόνια έχει δοκιμαστεί και η μέθοδος των «exit polls», δηλαδή των δημοσκοπήσεων που διεξάγονται κατά την έξοδο των ψηφοφόρων από τα εκλογικά τμήματα μετά την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος. Οι εταιρείες δημοσκοπήσεων επιλέγουν ορισμένα εκλογικά τμήματα που σε προηγούμενες εκλογές έδωσαν αποτελέσματα που πλησίαζαν τα γενικά και τελικά εκλογικά αποτελέσματα και ερωτούν τους εξερχομένους από την ψηφοφορία τι ψήφισαν.


Οι συγκεντρωμένες απαντήσεις τους δημοσιεύονται πάραυτα και θεωρείται ότι αποτελούν μια κατά προσέγγιση ένδειξη (ίσως και «πρόβλεψη») των πραγματικών αποτελεσμάτων, έστω και λίγη ώρα προτού αυτά ανακοινωθούν επισήμως.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version