Με το Κοράνι και το Καλάσνικοφ

Μετά από πολύνεκρο πόλεμο οι «σπουδαστές της ισλαμικής θεολογίας» εξόντωσαν τους αντιπάλους τους και επέβαλαν τον νόμο τους στο Αφγανιστάν Με το Κοράνι και το Καλάσνικοφ Οι γυναίκες στα σπίτια τους και οι άνδρες με γενειάδα ΑΝΤΩΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ Το Αφγανιστάν ζει μια από τις σοβαρότερες περιόδους της πολυτάραχης σύγχρονης ιστορίας του, ιδιαίτερα με την εγκαθίδρυση στην Καμπούλ ενός «αμιγώς ισλαμικού

ΤΟ ΒΗΜΑ

Οι γυναίκες στα σπίτια τους και οι άνδρες με γενειάδα


Το Αφγανιστάν ζει μια από τις σοβαρότερες περιόδους της πολυτάραχης σύγχρονης ιστορίας του, ιδιαίτερα με την εγκαθίδρυση στην Καμπούλ ενός «αμιγώς ισλαμικού κράτους», σύμφωνα με την εξαγγελία των ισλαμιστών ανταρτών Ταλιμπάν που κατέλαβαν την πρωτεύουσα την περασμένη εβδομάδα. Είναι μια χώρα την οποία κατέκτησε ο Μέγας Αλέξανδρος το 334-333 π.Χ. και που σπανίως γνώρισε αξιόλογες περιόδους ηρεμίας και ευημερίας. Τώρα όχι μόνο συνεχίζει να σπαράσσεται από εμφύλιο πόλεμο αλλά επιπλέον βυθίζεται στη δίνη ενός αυστηρού θρησκευτικού καθεστώτος με άγνωστες συνέπειες για τη γύρω περιοχή.


Το Αφγανιστάν αποτελεί χώρα της Κεντρικής Ασίας με πενταπλάσια έκταση εκείνης της Ελλάδας και με πληθυσμό 17 εκατ. κατοίκους, από τους οποίους τα 2,4 εκατ. περίπου είναι νομάδες. Λόγω της γεωγραφικής θέσης του βρίσκεται στην οδό που ακολούθησαν μεγάλοι κατακτητές ­ Πέρσες, Ινδοί, Αραβες, Μογγόλοι, Τούρκοι, Βρετανοί, Ρώσοι κ.ά. Ο πληθυσμός του, σχεδόν εξ ολοκλήρου μουσουλμανικός, αποτελείται κυρίως από τη φυλή των Ντουράνι και μιλάει τη γλώσσα Παστού, που ανήκει στον ιρανικό κλάδο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Το σύνταγμα της χώρας που καταρτίστηκε το 1964 προέβλεπε συνταγματική μοναρχία υπό τον βασιλιά Ζάχιρ Σαχ, προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κοινοβούλιο δύο εκλεγμένων νομοθετικών σωμάτων.


Ο βασιλιάς Ζάχιρ Σαχ βασίλευσε επί ασυνήθιστα μακρό χρόνο, από το 1933 ως το 1973, όπου εκθρονίστηκε με αναίμακτο πραξικόπημα. Ο εξάδελφός του Μοχάμαντ Νταούντ κατήργησε τη μοναρχία και έγινε ο πρώτος πρόεδρος του Αφγανιστάν επικεφαλής μετριοπαθούς αριστερής κυβέρνησης. Ο Νταούντ σκοτώθηκε το 1978 σε μαρξιστικό πραξικόπημα που προκάλεσε ο Νουρ Μοχάμαντ Ταράκι, ο οποίος τον διαδέχθηκε ως πρόεδρος. Αλλά και αυτός ανατράπηκε και δολοφονήθηκε τον Σεπτέμβριο 1979 και τον διαδέχθηκε ο Χαφιζουλάχ Αμίν. Τρεις μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο 1979, εισέβαλαν τα σοβιετικά στρατεύματα προκειμένου να «αποκαταστήσουν την τάξη». Στις 27 Δεκεμβρίου ανέλαβε την εξουσία ο κομμουνιστής Μπαμπράκ Καρμάλ και ο Αμίν εκτελέστηκε. Τον Σεπτέμβριο 1987 ο Καρμάλ αντικαταστάθηκε από τον γενικό γραμματέα του κυβερνώντος Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος Νατζιμπουλάχ. Ο τελευταίος πάραυτα συνεκάλεσε μια «Λόγια Τζίργκα» ­ παραδοσιακή «μεγάλη συνέλευση» αφγανών φυλάρχων ­ που κατήρτισε νέο σύνταγμα και εξέλεξε τον Νατζιμπουλάχ πρόεδρο της χώρας για επτά χρόνια. Από όλους τους προαναφερθέντες ζωντανός παραμένει μόνο ο τελευταίος βασιλιάς Ζάχιρ Σαχ, που είναι 82 ετών, ζει στη Ρώμη και παρακολουθεί από μακριά τα συμβαίνοντα στην πολύπαθη χώρα του.


Η σοβιετική εισβολή προκάλεσε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ αφενός των σοβιετικών και των αφγανικών κυβερνητικών στρατευμάτων και αφετέρου των αφγανών ανταρτών Μουτζαχεντίν που υποστηρίζονταν από τη Δύση (δηλαδή τις ΗΠΑ) και το Πακιστάν. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κάλεσε επανειλημμένα τη Μόσχα να αποσύρει τα στρατεύματά της, ενώ ανεστάλη η συμμετοχή της σοβιετόφιλης αφγανικής κυβέρνησης στην Οργάνωση της Ισλαμικής Διάσκεψης. Παρά την παρουσία 115.000 σοβιετικών στρατιωτών στο Αφγανιστάν οι Μουτζαχεντίν ήλεγχαν πολλές επαρχίες. Αποφασιστικής σημασίας ήταν ο εξοπλισμός των ανταρτών με αμερικανικούς πυραύλους. Ακόμη και ο σημερινός «ισχυρός ανήρ» του Κρεμλίνου, τότε στρατηγός Αλεξάντρ Λέμπεντ είχε πικρή προσωπική πείρα των σοβαρών απωλειών που υπέστησαν οι Σοβιετικοί.


Τον Φεβρουάριο 1988 ο σοβιετικός ηγέτης Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και ο Νατζιμπουλάχ ανακοίνωσαν ότι τα σοβιετικά στρατεύματα θα αποσύρονταν έναν χρόνο αργότερα. Τον Απρίλιο 1989 το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, η Σοβιετική Ενωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν συμφωνία για τη σοβιετική στρατιωτική αποχώρηση, τη διακοπή της εξωτερικής βοήθειας προς τους αντάρτες και την επιστροφή των περίπου 5 εκατ. προσφύγων που είχαν διαφύγει κυρίως στο Πακιστάν. Την αποχώρηση όμως των Σοβιετικών και την ανατροπή του Νατζιμπουλάχ ακολούθησε νέος εμφύλιος πόλεμος, αυτή τη φορά μεταξύ των διαφόρων φυλάρχων Μουτζαχεντίν, που διέθεταν άφθονο πολεμικό υλικό. Τον Απρίλιο 1992 επιβλήθηκε στην Καμπούλ ο πρόεδρος Μπουρχανουντίν Ραμπάνι, αλλά οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις προκάλεσαν 10.000 νεκρούς μεταξύ του αμάχου πληθυσμού στην περιοχή της πρωτεύουσας.


Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου οι μουσουλμάνοι φύλαρχοι δεν έλαβαν στα σοβαρά την εμφάνιση των ανταρτών Ταλιμπάν, μιας μυστικοπαθούς οργάνωσης Αφγανών που θεωρητικά αποτελείται από φανατικούς μουσουλμάνους σπουδαστές, αποφοίτους και καθηγητές θεολογικών σχολών ισλαμιστών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν στο Πακιστάν. Εκεί εκπαιδεύθηκαν και από εκεί λέγεται ότι λαμβάνουν τον οπλισμό τους. [Ο όρος «τάλιμπ» προέρχεται από το ρήμα «τάλαμπα» που σημαίνει ζητώ, επιζητώ, επιδιώκω, αιτούμαι, ικετεύω κλπ. «Τάλιμπ» σημαίνει μεταξύ άλλων και ο επιζητών γνώσεις ή σπουδάζων.]


Οι Ταλιμπάν λοιπόν ξεκίνησαν τον Οκτώβριο 1994 με στόχο να εισβάλουν από το (προς Ανατολάς και Νότον γειτονικό) Πακιστάν για να «απελευθερώσουν» το Αφγανιστάν και να δημιουργήσουν εκεί ένα κράτος με την αυστηρή εφαρμογή τού (κατά την αντίληψή τους) ισλαμικού νόμου «σαρία». Προκαλώντας την έκπληξη της χρονιάς οι Ταλιμπάν την περασμένη εβδομάδα κατέλαβαν σχεδόν αμαχητί την Καμπούλ, εγκαθίδρυσαν ισλαμικό κράτος και απαγχόνισαν τον Νατζιμπουλάχ και τον αδελφό του. Ο ηγέτης των Ταλιμπάν, 38χρονος μονόφθαλμος μουλάχ Μοχάμαντ Ομαρ ανακοίνωσε την εγκατάσταση εξαμελούς κρατικού συμβουλίου με επικεφαλής τον Μοχάμαντ Ραμπάνι, ο οποίος δεν συγγενεύει με τον ανατραπέντα πρόεδρο που διέφυγε προς Βορράν.


Ο Ομαρ ανακοίνωσε επίσης ότι το Αφγανιστάν μετατρέπεται σε «αμιγώς ισλαμικό κράτος με την επιβολή του πλήρους ισλαμικού νόμου» και ότι ήδη οι Ταλιμπάν είναι κυρίαρχοι του 70% περίπου της χώρας. Ολοι οι άνδρες πολίτες διατάχθηκαν να αφήσουν γενειάδα και να φέρουν παραδοσιακή ενδυμασία, ενώ οι γυναίκες διατάχθηκαν να μένουν στα σπίτια τους και έκλεισαν τα σχολεία θηλέων. Δεν διευκρινίστηκε όμως πώς θα λειτουργήσουν οι δημόσιες υπηρεσίες, όπου οι γυναίκες αποτελούσαν το μισό περίπου προσωπικό.


Οι αντιδράσεις των ξένων χωρών ήταν περιορισμένες διότι περιορισμένες ήταν και οι πληροφορίες στο εξωτερικό περί της φύσεως και ισχύος των Ταλιμπάν. Η πρώτη αντίδραση (ή ίσως κρυφή επιθυμία) διπλωματικών κύκλων στην Ουάσιγκτον ήταν ότι οι Ταλιμπάν είναι περισσότερο «αντιμοντέρνοι» παρά «αντιδυτικοί» και ότι οι τελευταίοι φαίνεται να ενδιαφέρονται μάλλον για την αποκατάσταση της τάξης και της παραδοσιακής κοινωνίας στο Αφγανιστάν παρά για την «εξαγωγή» των θρησκευτικών πεποιθήσεών τους σε άλλες χώρες. Με την αναρχία που επικρατούσε εκεί προηγουμένως, η χώρα αυτή εθεωρείτο πηγή εξαγωγής τρομοκρατών καθώς και «πέρασμα» για το εμπόριο ναρκωτικών. Γενικότερα όμως οι Αμερικανοί ομολογούν ότι με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το Αφγανιστάν έχει χάσει τη στρατηγική σημασία που είχε άλλοτε για τις ΗΠΑ.


Μόνο το Πακιστάν εκφράστηκε ευνοϊκά για το καθεστώς των Ταλιμπάν, ενώ η Ινδία τηρεί στάση αναμονής φοβούμενη μήπως, μετά την ανάμειξή του στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν στρέψει το ενδιαφέρον του προς το Κασμίρ. Είναι ενδιαφέρον να διαπιστωθεί η αντίδραση της επίσης «ισλαμικής δημοκρατίας» του Ιράν. Το γειτονικό Ιράν (που ανήκει στο μουσουλμανικό δόγμα των Σιιτών) αρχικά δεν εκφραζόταν ευνοϊκά προς τους Ταλιμπάν (που ανήκουν στο δόγμα των Σουνιτών), μετά τις επιτυχίες όμως των Ταλιμπάν η Τεχεράνη επιδιώκει να δημιουργήσει επαφές μαζί τους.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version