Αγαπητοί μου αναγνώστες,
Το ψευδοκράτος του Ντενκτάς, όπως το αποκαλούμε εμείς, ή η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, όπως αυτοαποκαλείται, κατάφερε να έχει μιαν από τις υψηλότερες αναλογίες φοιτητών στο σύνολο του πληθυσμού του (άνω του 10% επί συνόλου 200.000 κατοίκων). Το κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της Κύπρου πριν από την εισβολή του Αττίλα δεν διέθετε κανένα πανεπιστήμιο, όπως άλλωστε και ολόκληρη η Κυπριακή Δημοκρατία. Σήμερα λειτουργούν σε αυτό ήδη οκτώ, έναντι ενός νομίζω στην ελεύθερη Κυπριακή Δημοκρατία.
Μια και το εν λόγω ψευδοκράτος δεν αναγνωρίζεται από κανένα άλλο κράτος πλην της Τουρκίας, ένα γενικό εμπάργκο έχει επιβληθεί έκτοτε, καθώς η εκεί τουρκική στρατιωτική παρουσία δεν θεωρείται νόμιμη.
Ομως το «καλό» το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι. Και αφού τα Ηνωμένα Εθνη δεν μπορούσαν επισήμως και νομίμως να στηρίξουν το ψευδοκράτος, παρά την προφανή επιθυμία τους, βρήκαν μιαν άλλη τρύπα χάρη στην οποία το υποτυπώδες Πανεπιστήμιο Ανατολικής Μεσογείου, που έστησε εκεί μια ομάδα καθηγητών υπό τον κ. Αχμέτ Ακέρ, από αναξιόπιστο τεχνικό κολλέγιο που ήταν, με απελπιστικά χαμηλά ποιοτικά επίπεδα διδασκαλίας και σπουδαστών, βρέθηκε να εξελίσσεται σε ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια. Πώς; Μα με τη βοήθεια του ΟΗΕ. Ναι, ναι, του παγκόσμιου οργανισμού, που δεν αναγνωρίζει όμως επισήμως το τουρκοκυπριακό κρατίδιο!
Η πρώτη παραβίαση έγινε μέσω του οργανισμού του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες. Ο UNHCR χορήγησε άφθονα κονδύλια θεωρώντας πρόσφυγες τους Τουρκοκυπρίους.
Ποιος θα εμπόδιζε ένα πρόγραμμα υπέρ προσφύγων; Ετσι με τα λεφτά του ΟΗΕ (άρα και της Ελλάδας αλλά και της Κυπριακής Δημοκρατίας!) δημιουργήθηκε νέο τμήμα φυσικής και χημείας και βελτιώθηκαν τα άλλα υφιστάμενα τμήματα.
Καθώς ο ΟΗΕ έδωσε όμως το πράσινο φως, ακολούθησαν και άλλοι χρηματοδότες, όπως η Ισλαμική Τράπεζα Ανάπτυξης και φυσικά το υπουργείο Παιδείας της Τουρκίας, που βοήθησε το ασήμαντο αυτό κολλέγιο να αναπτυχθεί σε Πανεπιστήμιο.
Μέσα σε δέκα χρόνια, χάρη στις γενναίες επιδοτήσεις από κρατικές και ιδιωτικές πηγές, το Πανεπιστήμιο απέκτησε επτά τμήματα και οκτώ ερευνητικά κέντρα με περισσότερους από 10.000 φοιτητές από 34 χώρες, παρακαλώ! Ας σημειωθεί ότι και το διδακτικό προσωπικό του προέρχεται από 26 διαφορετικές χώρες. Αυτό που ελκύει φοιτητές από ισλαμικές χώρες είναι το ότι «η Κύπρος είναι μουσουλμανική χώρα αλλά ταυτόχρονα με κοσμικό χαρακτήρα και συνεπώς προσφέρει ευρωπαϊκού επιπέδου παιδεία» υποστηρίζει ο ιδρυτής του δρ Ακέρ και προσθέτει: «Πιστεύω ότι το πανεπιστήμιο αυτό θα γίνει το πολιτιστικό κέντρο της Μέσης Ανατολής». Οπως μάλιστα ισχυρίζεται, σπουδάζουν σε αυτό ακόμη και Ελληνοκύπριοι από τη Βρετανία!
Το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Κύπρου έχει συνάψει 27 ακαδημαϊκές και πολιτιστικές συμφωνίες συνεργασίας με αλλοδαπά πανεπιστήμια, στα οποία περιλαμβάνονται και πέντε Αμερικανικά (ποιος αμφέβαλλε). Μάλιστα το American South East University της Ουάσιγκτον άνοιξε και δικό του τμήμα στην Αμμόχωστο, όπου εδρεύει το τουρκοκυπριακό πανεπιστήμιο.
Το παράρτημα του εν λόγω Αμερικανικού Πανεπιστημίου έχει φοιτητικό πληθυσμό 6.000. Οπως δε δεν θα ξέρουν ασφαλώς οι αναγνώστες μου, στην Τουρκία, εν αντιθέσει προς την εν προκειμένω καθυστερημένη Ελλάδα, επιτρέπεται η εγκατάσταση ξένων πανεπιστημίων, στα οποία μάλιστα η διδασκαλία γίνεται σε ξένες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά κ.ο.κ.)
Ολα τα προναφερθέντα τα διάβασα στους «Τάιμς» του Λονδίνου (9.1.98), ο ανταποκριτής του οποίου δεν κρύβει τον θαυμασμό του για το κατόρθωμα του κ. Ακέρ και του ΟΗΕ! Καθώς είναι όμως σοβαρή εφημερίδα, σημειώνει στο τέλος του πεντάστηλου άρθρου της ότι από τους τούρκους πανεπιστημιακούς αμφισβητείται η ποιότητα της διδασκαλίας και η αξιοπιστία των διπλωμάτων που χορηγεί και ότι απορροφά μόνο όσους αποτυγχάνουν στα πανεπιστήμια της Μητέρας Τουρκίας. Παρά ταύτα ο εν λόγω άγγλος δημοσιογράφος δεν διστάζει να καταλήξει ισχυριζόμενος ότι η «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» μπορεί να είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο, η οικονομία της οποίας θα στηρίζεται στην ανώτατη εκπαίδευση!
Και η κυρία Θεοδώρα Παπαθεοδώρου, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Σάφολκ (Βρετανία), η οποία μου απέστειλε το απόκομμα των «Τάιμς», μου γράφει με εύλογη αγανάκτηση:
Λυπάμαι που ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών επέλεξε να στηρίξει και να ενισχύσει το ψευδοκράτος του Ντενκτάς σιωπηλά, μα ενεργά («από την πίσω πόρτα»), αν και επίσημα έχει επιβάλει embargo.
Λυπάμαι που ενέργειες σαν αυτή επιτρέπουν και συντελούν στην άκρατη κυνικότητα και προκλητικότητα των Τούρκων.
Λυπάμαι που οι αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση στην Ελλάδα δεν μπόρεσαν να καταστήσουν τη χώρα μας Κέντρο Σπουδών στη Μεσόγειο, Βαλκανική και Μέση Ανατολή, και ταυτόχρονα να ενισχύσουν την οικονομία της. (Αντίθετα, όπως γνωστό είναι σε όλους, δεκάδες χιλιάδες ελλήνων φοιτητών βρίσκονται σε πανεπιστήμια της αλλοδαπής)
Λυπάμαι που η αποδοχή των φοιτητών του ψευδοκράτους του Ντενκτάς από πανεπιστήμια της αλλοδαπής σταδιακά εδραιώνουν στη συνείδηση του κόσμου την «ύπαρξη» αυτού του ψευδοκράτους.
Λυπάμαι που πανεπιστημιακοί και πανεπιστήμια της αλλοδαπής σιωπηλά, μα ενεργά, αποδέχονται και στηρίζουν το ψευδοκράτος του Ντενκτάς.
Λυπάμαι που ένα ψευδοκράτος, που η ύπαρξή του στηρίζεται στη βία, στο αιματοκύλισμα και στην καταπάτηση όλων των ανθρώπινων δικαιωμάτων παρουσιάζεται πρωτοπόρο στην εκπαίδευση. Πρωτοπόρο σε ένα χώρο, που ακόμη και σήμερα είναι συνυφασμένος με τις ύψιστες αρετές που πρέπει να διέπουν τον άνθρωπο: «Ελευθερία και δημοκρατία».
* Στο άρθρο μου της 1ης Φεβρουαρίου παρεισέφρησε ένα τυπογραφικό και ουσιαστικό λάθος. Η γαλλική λέξη «honni» αποδόθηκε από τον δαίμονα της τυπογραφίας ως «hommi», που κακοποίησε έτσι την περίφημη φράση «honni soit qui mal y pense», η οποία και εδώ είναι το δικό μου λάθος δεν κοσμεί τον θυρεό του βρετανικού στέμματος αλλά είναι το σλόγκαν του Τάγματος των Ιπποτών της Περικνημίδος. Πρόκειται για την ανώτατη τιμητική διάκριση απονεμόμενη από τους βρετανούς βασιλείς, όπως με διορθώνει ο κ. Αθ. Ηλιασκόπουλος, υπενθυμίζοντας ότι η γαλλική φράση στον θυρεό της βασιλικής οικογενείας είναι «Dieu et mon droit».
Να διορθώσω επ’ ευκαιρία και ένα άλλο τυπογραφικό λάθος στο ίδιο άρθρο. Εγραφα «αμερικανοϊρανικές» και όχι «αμερικανοϊρακινές» σχέσεις όπως προτίμησε ο δαίμων του τυπογραφείου, προφανώς λόγω επικαιρότητας. Συμμεριζόμενος τη λύπη σας
