Συνέβη τα πρώτα και πιο άγρια χρόνια της επταετούς δικτατορίας των συνταγματαρχών. Ο τότε υπουργός Εσωτερικών Παττακός, μετά την εκστρατεία που εξαπέλυσε – ορθώς – κατά εκείνων των και τότε και σήμερα αντικοινωνικών και ανάγωγων στοιχείων που πετάνε τις γόπες των αναμένων τσιγάρων τους έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου τους, ευαισθητοποιήθηκε και για κάτι πολύ σημαντικότερο. Απαγόρευσε στα κέντρα διασκεδάσεως να εκπέμπουν τη μουσική τους μετά τις 12 τα μεσάνυχτα με ένταση που να εμποδίζει τους περίοικους να κοιμηθούν.
Την εποχή εκείνη είχα την ατυχία να νοικιάσω ένα διαμέρισμα στην παραλιακή λεωφόρο (1η στάση Καλαμακίου), που βρισκόταν απέναντι από το τότε διάσημο κέντρο «Νεράιδα». Αυτό ανήκε στην τραγουδίστρια Λένα Παμέλα, φίλη της Δέσποινας Παπαδοπούλου, συζύγου του δικτάτορα. H απόφαση του Παττακού με ενθουσίασε, δεδομένου ότι η «Νεράιδα», με την εκκωφαντική μουσική που εξέπεμπε μέχρι πρωίας, με είχε κάνει να χάσω τον ύπνο μου. Ωστόσο, καθώς ο καιρός περνούσε και δεν έβλεπα να συγκινείται η ιδιοκτήτρια της «Νεράιδας» από την απαγόρευση, προσέφυγα διαμαρτυρόμενος στο γειτονικό αστυνομικό τμήμα. Εκεί κατάπληκτος πληροφορήθηκα από τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι για το εν λόγω νυχτερινό κέντρο είχε εκδοθεί ειδική απόφαση η οποία ανέφερε περίπου τα εξής: «Ειδικά για το κέντρο “Νεράιδα” επιτρέπεται η μετάδοση μουσικής με πλήρη ένταση των μεγαφώνων μέχρι της 2ας πρωινής, από της 2ας μέχρι της 3ης πρωινής με πλήρη ένταση αλλά με τα μεγάφωνα εστραμμένα προς την θάλασσα (!) και από της 3ης μέχρι πρωίας σε χαμηλή έντασι»! Ο εξίσου με μένα αγανακτισμένος αξιωματικός του αστυνομικού τμήματος της γειτονιάς μου μου διάβασε αυτή τη φαύλη ειδική διαταγή. Με πληροφόρησε ταυτόχρονα ότι ο εκκωφαντικός θόρυβος των μεγαφώνων της «Νεράιδας» δεν άφηνε να κοιμηθούν ούτε τους αστυνομικούς του τμήματός του, υπονοώντας έτσι ότι κάποιος άλλος και όχι η αστυνομία προστάτευε την παρανομούσα καλλιτέχνιδα.
H κατάληξη; Εγώ αναγκάστηκα να βάζω ωτασπίδες για να κοιμάμαι, το αστυνομικό τμήμα μετακόμισε σε ησυχότερη γειτονιά και η αποκατασταθείσα Δημοκρατία μετά το 1974 ανέχθηκε ασυστόλως την ηχορρύπανση σε ολόκληρη την χώρα. Ετσι συνέβαλε και στην ολέθρια συνήθεια της σημερινής νεολαίας μας να γλεντάει από τις 12 τα μεσάνυχτα και μέχρι πρωίας και να κοιμάται τη μέρα είτε στο κρεβάτι είτε στα θρανία των σχολείων και των πανεπιστημίων.
Πού τα θυμήθηκα όλα αυτά; Μα από την άκρα σιγή των αρμοδίων σε όσα καταγγέλθηκαν στον ραδιοσταθμό Σκάι και αναπαρήγαγα στη στήλη μου («Βήμα» 30 Οκτ.) περί της θεσμοθετημένης ασυδοσίας των κέντρων διασκεδάσεως ανά την ελληνική επικράτεια, που διευκολύνει επιμελώς ή, έστω, απερισκέπτως η ασυνάρτητη και αντιφατική (εκ του πονηρού;) νομοθεσία μας και η παγερή αδιαφορία των διαφόρων αρχών (δημοτικών, αστυνομικών, κρατικών, δικαστικών) να προστατεύσουν τους Ελληνες αλλά και τους ξένους επισκέπτες μας από τους «θορυβούντες ασυστόλως». Και εννοώ όχι μόνο τους επιχειρηματίες των κέντρων διασκεδάσεως αλλά και τους σκοπίμως αυξάνοντες τον θόρυβο αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, τους μερακλούμενους από τα καψουροτράγουδα και τα αγγλοαμερικανικά μουσικά σκουπίδια καθώς τα ακούνε στη διαπασών μέσα στα αυτοκίνητα τους ή στις παραλίες όπου κουβαλάνε και το ραδιοφωνάκι τους πάντα ατιμωρητί.
Συμπέρασμα: ακόμη και σήμερα ζει και βασιλεύει η ασυλία της Λένας Παμέλας.
