Εφόσον είναι προδήλως αδύνατον να συνοψίσει κανείς τη ζωή ενός ανθρώπου που ήξερε καλά μέσα σε τριάντα λεπτά, θα δοκιμάσω να το κάνω σε τριάντα δευτερόλεπτα.
Ο Γιώργος Σαββίδης ήταν ο πρώτος καθηγητής της έδρας νεοελληνικών σπουδών Γεωργίου Σεφέρη στο Χάρβαρντ, ενώ ήταν ήδη καθηγητής νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εκτός από δάσκαλος, ήταν και δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και κριτικός. Προσδιόρισε τον ρόλο του επιμελητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδίδοντας τις εκδόσεις αναφοράς των έργων τεσσάρων ελλήνων ποιητών Καβάφη, Σεφέρη, Σικελιανού και Καρυωτάκη.
Οσον αφορά στις πιο προσωπικές πτυχές της ζωής του, ομολογώ ότι αρχικά μπήκα στον πειρασμό να επανορθώσω εδώ τις αναπόφευκτες σαχλαμάρες που αναφύονται στις λογής νεκρολογίες. Ομως αυτή η ομιλία είναι εξ ορισμού επιστημονικής θεματολογίας, και αγκαλά και το θέμα μας είναι ένας επιστήμων, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ετσι θα προσπεράσουμε τον πειρασμό διαβάζοντας ένα απόσπασμα του Χέμινγκγουέι, ο οποίος είχε τη σπάνια τύχη να διαβάσει τις νεκρολογίες του εν ζωή, όταν αυτός και η σύζυγός του θεωρήθηκαν νεκροί μετά από ένα αεροπορικό ατύχημα:
«Αυτό που σου έδινε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση ήταν να διαβάζεις σε κάποιες εφημερίδες […] περιγραφές των συνηθειών σου και του χαρακτήρα σου και των ακριβών συνθηκών υπό τις οποίες κατορθώθηκε ο θάνατός σου. Μερικές από αυτές [τις νεκρολογίες] ήσαν έργα μεγάλης συγγραφικής φαντασίας. Αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε να φανούμε αντάξιοί τους στο μέλλον».
Ως συνήθως, η αλήθεια είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τα πραγματικά στοιχεία.
Ο Γιώργος Σαββίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1929. Ο πατέρας του Πάνος ήταν από την Οδησσό, και ανεζήτησε την τύχη του στην Αθήνα και την ελληνόφωνη Αίγυπτο. Στην Αθήνα έγινε μεταξύ άλλων και δημοσιογράφος, πρόεδρος του Παναθηναϊκού, συλλέκτης γραμματοσήμων και κυνηγός, και παντρεύτηκε τη Σοφία Ιατρού, έναν από τους καλύτερους ανθρώπους που αξιώθηκα να γνωρίσω.
Οι περισσότεροι Πελοποννήσιοι που έχουν ένα αρκούντως ιατρικό επώνυμο ισχυρίζονται ότι έλκουν την καταγωγή από τους Μεδίκους. Ο πατέρας μου δεν θεωρούσε ότι ήταν απόγονός τους, και όποτε μας ετύχαινε κάποια γελοία αναποδιά, αναστέναζε ειρωνικά λέγοντας «αυτό δείχνει καθαρά την παρακμή της οικογενείας των Μεδίκων!». Ετσι λοιπόν οι οικογενειακές καταβολές του Σαββίδη δεν είχαν τόσο να κάνουν με ευγενείς εισαγωγής όσο με την πολυπραγμοσύνη του πατέρα του και τη θεμελιώδη και χριστιανική καλοσύνη της μητέρας του.
Φθάνουμε τώρα σε ένα καθοριστικό σημείο της ζωής του μικρού Γιώργου: τον θάνατο του πατέρα του τον Δεκέμβριο του 1943. Η μητέρα του τού έδωσε το πορτοφόλι του μακαρίτη, με όσα χρήματα είχε μέσα, και του είπε να πάει να αγοράσει ένα βιβλίο για να θυμάται τον πατέρα του. Ο δεκατετραετής Γιωργάκης πήγε στο βιβλιοπωλείο του Γανιάρη και πήρε τον πρώτο του Καβάφη. Ετσι ξεκίνησαν όλα;
Οχι ακριβώς. Ο Γιωργάκης δεν ξεκίνησε να αγοράσει Καβάφη, αλλά τη θρυλική και δυσεύρετη πρώτη έκδοση του «Αλαφροΐσκιωτου». Πάντα είχε έναν ιδιαίτερο σεβασμό προς τον Αγγελο Σικελιανό, και το υπογράμμισε στην υστάτη ομιλία του, στη Λευκάδα, λέγοντας ότι «πολλοί θαρρούν πως ο κατεξοχήν ποιητής της κατοχικής γενεάς μας ήταν ο Παλαμάς ή ο Καβάφης. Λάθος! Ο Σικελιανός που δεν ετόλμησα ποτέ να συναντήσω προσωπικά απλωνόταν σε όλον μας τον λυρικόν ορίζοντα. Δίπλα του δεν εχωρούσε άλλος».
Στέκομαι στη λέξη «κατοχικής». Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ένθεν και ένθεν του Σιδηρού Παραπετάσματος γοητεύονταν από οτιδήποτε αμερικανικόν, και ο Σαββίδης γοητεύτηκε ιδιαίτερα από τη μουσική τζαζ. Ηταν εκ των μελών της «Ρυθμικής Λέσχης Ελλάδος» (ή Dixieland Jazz Club of Greece), και ένα από τα πρώτα του γράμματα δημοσιεύτηκε στο «Times Literary Supplement», όπου και εδιόρθωνε μια λεπτομέρεια στη δισκογραφία του Φατς Ουόλερ. Αυτή η συνήθεια του έμεινε μέχρι τέλους όχι μόνον η αγάπη για την τζαζ, αλλά το να διορθώνει λεπτομέρειες της ιστορίας και της φιλολογίας στις επιφυλλίδες του. Παρατηρώντας τις προσεκτικότερα, έβλεπες ότι αυτές οι λεπτομέρειες ήσαν ειδοποιοί.
Το 1946 ο Σαββίδης μπήκε πρώτος στο Καποδιστριακό για να σπουδάσει φιλολογία, και το 1949 μετεγράφη στο Κολλέγιο Κινγκς του Καίμπριτζ. Ο καθηγητής του Λ.Π. Ουίλκινσον τον προέτρεψε να κάνει μια μελέτη με θέμα τον Καβάφη. Ο φίλος τού Καβάφη, Ε.Μ. Φόρστερ, ήταν εκεί, ως εταίρος του Κολλεγίου, και ο Σαββίδης ανεκάλυψε ότι οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν είναι πάντα απρόσιτοι ο Φόρστερ κι ο Σαββίδης γίνανε σύντομα φίλοι.
Ο ορφανός Σαββίδης αναζητούσε ένα πρότυπο, και το βρήκε στο πρόσωπο του άκληρου έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη, ο οποίος ήταν ένας άλλος σπουδαίος άνθρωπος που δεν ήταν απρόσιτος. Ο Σαββίδης τού είχε πρωτογράψει στα 1948, πριν φύγει από την Αθήνα, όταν ο Σεφέρης υπηρετούσε στην ελληνική πρεσβεία στην Αγκυρα.
Ως ξενιτεμένος προς ξενιτεμένο, ο πρεσβύτερος διπλωμάτης παραινούσε διακριτικά τον νεότερο φοιτητή, γράφοντας: «Θέλω να σας ευχηθώ, τώρα στο ξεκίνημα, καλό ταξίδι. Δεν ξέρω τα ενδιαφέροντά σας (εκτός από το jazz, τον Καβάφη και τον Ελιοτ), αλλά, όποια και νάναι, αν μου έπεφτε λόγος, θα σας συμβούλευα, νάχατε πάντα κοντά σας ένα γερό κείμενο, της δημοτικής μας παράδοσης, και να διαβάζατε έστω και λίγες γραμμές κάθε μέρα». Οι δύο άνδρες διατήρησαν μια στέρεη και μοναδική φιλία μέχρι τον θάνατο του Σεφέρη το 1971.
Τα προηγούμενα πρότυπα του Σαββίδη ήσαν οι δάσκαλοί του. Είχε την τύχη να μαθητεύσει κοντά στους καλύτερους, με την εξαίρεση του απαράμιλλου Ιωάννη Συκουτρή (πήρε όμως μαθήματα από τον Αντώνη Μωραΐτη, έναν από τους αγαπημένους μαθητές τού Συκουτρή). Ως αποδέκτης της διδασκαλίας του Αλέξανδρου Σαρρή, του Νίκου Σβορώνου και του Κ.Θ. Δημαρά, το παράξενο θα ήταν ο Σαββίδης να μην είχε ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα.
Ο Σαββίδης δεν ξεκίνησε με σκοπό την ακαδημαϊκή καριέρα. Διαδέχθηκε αρχικά τον Γιώργο Κατσίμπαλη στη διεύθυνση της «Αγγλο-Ελληνικής Επιθεώρησης», ύστερα πέρασε πέντε χρόνια ως συντάκτης και διευθυντής του «Ταχυδρόμου», και άλλα τέσσερα ως λογοτεχνικός και κινηματογραφικός κριτικός του «Βήματος», ετοιμάζοντας παράλληλα τη διατριβή του «Οι Καβαφικές Εκδόσεις» για το Αριστοτέλειο.
Ως συντάκτης του «Ταχυδρόμου» έκαμε και την πρώτη επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1959, ταξιδεύοντας επί 27 ώρες στο Λος Αντζελες μέσω Γροιλανδίας και Καναδά. Εγραψε τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του σε ένα μακροσκελές άρθρο, στον πρόλογο του οποίου ανέφερε και τον Καβάφη, και τον Σεφέρη, και τον Ορέστη Λάσκο.
Ηταν σαφές ότι δεν ήταν απλός δημοσιογράφος. Την επόμενη χρονιά έγινε σαφές ότι δεν ήταν και απλός φιλόλογος, όταν δημοσίευσε στο ίδιο λαϊκό περιοδικό μια διεισδυτική κριτική παρουσίαση του άρτι εκδοθέντος ποιήματος «Το Αξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη.
Τον Μάρτιο του 1967, σε ηλικία 38 ετών, ο Σαββίδης εκρίθη ομόφωνα άξιος να διδάξει στο Αριστοτέλειο. Τον επόμενο μήνα έγινε το πραξικόπημα. Ο Σαββίδης σκέφθηκε την παραίτηση ως πράξη διαμαρτυρίας, αλλά ο φίλος και μέντωρ του στο πανεπιστήμιο Λίνος Πολίτης τού εξήγησε ότι αυτή ακριβώς ήταν η στιγμή που το πανεπιστήμιο τον είχε περισσότερο ανάγκη.
Ο Σαββίδης ήταν γεννημένος δάσκαλος (εδώ στηρίζομαι στις μαρτυρίες των φοιτητών του δεν παρακολούθησα ποτέ μάθημά του, έστω και ως ακροατής). Η διδασκαλία δεν ήταν εύκολη υπόθεση γι’ αυτόν προετοιμαζόταν εξαντλητικά για τις παραδόσεις του, και συχνά έσταζε ο ιδρώτας του στην έδρα αλλά μπορούσε να μαγέψει τους μαθητές του είτε μέσα από την αναλυτική διαδικασία του φιλολόγου είτε διαβάζοντάς τους απλώς Σεφέρη.
Δεν ήσαν όλα ειδυλλιακά, βεβαίως. Οταν ο φίλος του Παύλος Ζάννας δικάστηκε για βομβιστικές απόπειρες κατά της δικτατορίας, ο Σαββίδης κατέθεσε ως μάρτυς υπερασπίσεως αρκετά τολμηρή πράξη για δημόσιο λειτουργό τότε. Μετά τη δήλωση Σεφέρη κατά του καθεστώτος, ο Σαββίδης εκαλείτο ενίοτε στο οικείο αστυνομικό τμήμα χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Και όταν καλούσε φοιτητές στο σπίτι του, για να διαβάσουν ποίηση ή θέατρο, η αστυνομία τούς έπιανε μόλις έφευγαν και τους ξυλοφόρτωνε.
Τον Απρίλιο του 1971, ο Σαββίδης παραιτήθηκε «για λόγους ακαδημαϊκής και ηθικής τάξεως». Επανήλθε το 1974, μετά την πτώση της δικτατορίας, και εδίδαξε απερίσπαστος στη Θεσσαλονίκη επί τριετίαν ώσπου ήλθε η πρόταση του Χάρβαρντ.
Αυτή ήταν μια πρόκληση: να διδάξει στο άλλο Καίμπριτζ, της Μασαχουσέτης, σε μιαν έδρα που έφερε το όνομα του Σεφέρη.
Δεν είχε ιδιαίτερες αμφιβολίες αλλά ούτε και ψευδαισθήσεις για την επιστημονική του επάρκεια, ανησυχούσε όμως περισσότερο για το κατά πόσον θα ήταν άξιος εκπρόσωπος της ελληνικής πολιτείας, η οποία είχε χρηματοδοτήσει την έδρα, και άξιος εκπρόσωπος της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, της οποίας θα γινόταν επίτιμο μέλος.
Δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να εκτιμήσω τη σημασία του Σαββίδη για τις ελληνικές σπουδές της Αμερικής, αλλά μπορώ να μαρτυρήσω για την ευσυνειδησία του. Η εντύπωσή μου είναι ότι ο Σαββίδης υπηρέτησε όλους τους εργοδότες του, πραγματικούς και ιδεατούς, όσο καλύτερα μπορούσε.
Στην πρώτη του συνέντευξη στην εφημερίδα του πανεπιστημίου, ο Σαββίδης είπε πως «είναι σημαντικό για μένα να γυρίσω στην Ελλάδα, γιατί χρειάζομαι εκεί. Προφανώς, το πραγματικό κέντρο των νεοελληνικών σπουδών είναι η Ελλάδα». Αυτός είναι ένας λόγος που αρνήθηκε τη μονιμότητα στο Χάρβαρντ, και όσα αυτή συνεπήγετο. Ενας άλλος λόγος ήταν η κατάσταση της υγείας του, που χειροτέρευε, και ένας τρίτος ήταν ότι οι φοιτητές του είχαν αρχίσει να είναι νεότεροι από τα παιδιά του. Πίστευε ότι ο ακαδημαϊκός δάσκαλος θα έπρεπε τότε να αποσύρεται. Ετσι παραιτήθηκε οικειοθελώς από τη Θεσσαλονίκη το 1983 και το Χάρβαρντ το 1984. Φυσικά και δεν εγκατέλειψε πλήρως τη διδασκαλία όπως μπορεί να σας διαβεβαιώσει ένας δάσκαλος που αξίζει τον τίτλο του, η μετάδοση της γνώσης είναι εθιστική και συνέχισε να δίνει διαλέξεις και σεμινάρια σε περιφερειακά πανεπιστήμια, της Κρήτης, της Ηπείρου και της Κύπρου.
Τι κάνει λοιπόν ένας συνταξιούχος καθηγητής, εκτός από σποραδικές διαλέξεις; Σε μια από τις ιστορίες του, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες αναφέρει την περίπτωση του Φρεντ, ενός αμερικανού επιστήμονα που πήγε και έμεινε με τους Ινδιάνους, έμαθε το μυστικό τους, και επιστρέφοντας στον πολιτισμό «ο Φρεντ παντρεύτηκε, χώρισε, και τώρα είναι βιβλιοθηκάριος στο Γέιλ».
Συμπέρασμα πρώτον από την ιστορία: ο Φρεντ προφανώς δεν είχε δει τη βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ. Συμπέρασμα δεύτερον: ο Φρεντ ήταν στο σωστό μέρος μια βιβλιοθήκη. Οταν ο Σαββίδης συνταξιοδοτήθηκε, μετακόμισε το σπιτικό του και τα βιβλία του (και τους δίσκους του), μοιραζόμενος ένα αρχοντικό σπίτι των Αθηνών με τον δάσκαλό του Κ.Θ. Δημαρά. Μπορούσε πια να δουλέψει απερίσπαστος, περιστοιχιζόμενος από τον υπολογιστή του και τους χιλιάδες τόμους της βιβλιοθήκης που είχε φτιάξει τόσα χρόνια.
Η χρήση της πληροφορικής ήταν ευεργετική για τις εκδόσεις του Σαββίδη. Συνέχισε να εκδίδει κάθε χρόνο έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό βιβλίων, όχι πια για τους μείζονες ποιητές, αφού αισθανόταν ότι είχε εκπληρώσει τα όποια χρέη του προς αυτούς, αλλά τους σχετικώς ελάσσονες, ιδίως του 18ου και 19ου αιώνος. Δεν παρέλειπε επίσης όποιους σύγχρονους ποιητές θεωρούσε ότι ήσαν αδίκως παραγνωρισμένοι ή υποτιμημένοι. Εφερε έτσι στο προσκήνιο μεταξύ άλλων πολλών το έργο του Καισαρίου Δαπόντε, του Αλέξανδρου Μάτσα, του Σταύρου Βαβούρη, της Διαλεχτής Ζευγώλη – Γλέζου, του Απόστολου Μαμμέλη, του Γεώργιου Εξαρχόπουλου Ματθαίου, του Κώστα Μόντη και του Θεοδόση Νικολάου.
Δούλευε ακαταπαύστως μέχρι το τέλος, συχνά εις βάρος της υγείας του (και γνωρίζοντας πολύ καλά τις συνέπειες), με γνώμονα τις τέσσερις ελευθερίες που είχε εκφράσει ο αγαπημένος του Ντιουκ Ελλινγκτον στη «Δεύτερη Ιερή Συναυλία»: «Ελευθερία από το μίσος άνευ όρων· ελευθερία από τη λύπηση του εαυτού μου· ελευθερία από τον φόβο να κάνω κάτι που θα ωφελούσε κάποιον άλλον περισσότερο από εμένα· και ελευθερία από την υπεροψία που με κάνει να νομίζω πως είμαι ανώτερος από τον αδερφό μου».
Ο Σαββίδης έδωσε στον γιο του μαθήματα ζωής, και σε αυτά συμπεριλαμβάνονται τα μαθήματα θανάτου. Οταν το 1992 απέθανε ο δάσκαλος και φίλος του επί σαράντα χρόνια Κ.Θ. Δημαράς, ο Σαββίδης μάς προέτρεψε να ξαναδιαβάσουμε τα βιβλία τού Κάππα Θήτα: «Ετσι κάνει κάθε ορφανεμένος νοικοκύρης, μόλις συνέλθει από το πρώτο πένθος: κάθεται και μετράει την κληρονομιά του, λογαριάζοντας εάν και πώς μπορεί να την αβγατίσει».
Αυτό ακριβώς έκανε ο Αλέξης Κωνσταντίνου Δημαράς και ο ομιλητής σας. Η συνδυασμένη κληρονομιά του Δημαρά και του Σαββίδη δεν είναι δυνατόν να μετρηθεί· πανθομολογουμένως δεν έχει όμοιά της η νεοελληνική φιλολογία. Για αυτό τον λόγο αποφασίσαμε να συστήσουμε μια εταιρεία, το «Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού», που θα χρησιμοποιήσει την πνευματική τους κληρονομιά ως αφετηρία, και με τη βοήθεια του Θεού, μακάρι και την ιδική σας θα ιδεί πώς θα την αβγατίσει.
Το παραπάνω κείμενο βασίζεται στην ομιλία του Μανόλη Σαββίδη που δόθηκε την Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, στη σειρά των διαλέξεων Nicholas Ε. Christopher Memorial Lectures in Modern Greek Studies.
