Ανιστόρητη ιστοριογραφία

ΙΔΕΕΣ ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ Ανιστόρητη ιστοριογραφία Το βιβλίο του Ροζέ Γκαροντί, χωρίς να προσφέρει κάτι καινούργιο, αποτελεί χαρακτηριστική προσπάθεια εξωραϊσμού των «θεμελιωδών μύθων» του ίδιου του ναζισμού, με πρώτο τον αντισημιτισμό. Τα γεγονότα όμως είναι «ξεροκέφαλα» Ι. Κ. ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ Πολύς θόρυβος για το τίποτα; Ετσι θα ήταν, αν είχαμε κατορθώσει εγκαίρως και γενικώς να προσδιορίσουμε το τίποτα,

ΤΟ ΒΗΜΑ

ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ Το βιβλίο του Ροζέ Γκαροντί, χωρίς να προσφέρει κάτι καινούργιο, αποτελεί χαρακτηριστική προσπάθεια εξωραϊσμού των «θεμελιωδών μύθων» του ίδιου του ναζισμού, με πρώτο τον αντισημιτισμό. Τα γεγονότα όμως είναι «ξεροκέφαλα»


Πολύς θόρυβος για το τίποτα; Ετσι θα ήταν, αν είχαμε κατορθώσει εγκαίρως και γενικώς να προσδιορίσουμε το τίποτα, ώστε να μη χρειάζεται κάθε φορά περαιτέρω συζήτηση. Πάντα, όμως, με εξέπληττε αυτή η ικανότητα εντυπωσιασμού που κρύβει το χιλιοειπωμένο και αυτή η δυνατότητα αιφνιδιασμού που προκύπτει από το κοινότοπο. Αδιάψευστος μάρτυρας το τελευταίο βιβλίο του Ροζέ Γκαροντί που τιτλοφορείται πομπωδώς «Οι θεμελιώδεις μύθοι της ισραηλινής πολιτικής».


Το βιβλίο δεν προσφέρει τίποτα το καινούργιο, το εντυπωσιακό ή το πρωτότυπο. Σε 342 σελίδες (συν τα παραρτήματα) ανασυνθέτει όλα τα τετριμμένα επιχειρήματα και τις αμφισβητούμενες πληροφορίες που επιστρατεύει ο «αρνητισμός» και η λεγόμενη «ρεβιζιονιστική ιστοριογραφία» για να αμφισβητήσει την κυρίαρχη ιστορική αντίληψη ως προς το Ολοκαύτωμα των Εβραίων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια «ρεβιζιονιστική ιστοριογραφία» εξαιρετικά απλοϊκή, επαρκώς αβάσιμη και ιδιοτελώς ανιστόρητη: υπό κανονικές συνθήκες, θα είχε προ πολλού εξοριστεί στα ράφια της κοινής αντισημιτικής λογοτεχνίας, στην οποία ανήκει και από την οποία προέρχεται.


Ο «αρνητισμός» (δηλαδή η άρνηση ή η αμφισβήτηση της ιστορικής πραγματικότητας του Ολοκαυτώματος) δεν ανήκει καν στον αξιοπρεπή πυρήνα της γενικότερης «ρεβιζιονιστικής ιστοριογραφίας». Παρ’ όλες τις επιφυλάξεις που μπορεί κανείς να διατηρεί ως προς τις ανομολόγητες σκοπιμότητες του εγχειρήματος, ιστορικοί όπως ο Ερνστ Νόλτε ή ο Αντρέας Χιλντγκρούμπερ μετέχουν με σοβαρά επιχειρήματα και συγκροτημένα ερευνητικά εργαλεία στο Historikerstreit, την αντιπαράθεση των ιστορικών ως προς την πραγματική φυσιογνωμία του Γ’ Ράιχ. Ο ίδιος ο Νόλτε έδωσε το όνομά του στο συγκεκριμένο ιστοριογραφικό ρεύμα, όταν πρώτος μίλησε για μια ανάγκη «αναθεωρημένης προσέγγισης» του χιτλερικού καθεστώτος. Ευφυώς και ευτυχώς οι σοβαροί «ρεβιζιονιστές» ιστορικοί στρέφουν το ενδιαφέρον τους στη φύση του καθεστώτος ή στην ουσία της πολεμικής αναμέτρησης. Δεν αγγίζουν το θέμα του Ολοκαυτώματος.


* Μια πολιτική άποψη


Αυτό δεν σημαίνει οτι λείπει η τόλμη στην διατύπωση. Ο Ρέντζο ντε Φελίτσε, ο ιστορικός του ιταλικού φασισμού και βιογράφος του Μουσολίνι που πέθανε πρόσφατα, δεν δίστασε να συνδέσει την ιδεολογία του φασισμού με την πολιτικοπολιτιστική παράδοση του Risorgimento. Και ασφαλώς δεν χρειάστηκε να περιμένουμε τον Γκαροντί και «Τον μύθο της δικαιοσύνης της Νυρεμβέργης» (σσ. 101-168) για να αντιληφθούμε ότι η ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου γράφτηκε κυρίως από τους νικητές: ο Α. Τζ. Π. Τέιλορ μιλούσε για «το κονσένσους της Νυρεμβέργης» ήδη από τη δεκαετία του ’50.


Ολα αυτά ως μέρος της γενικότερης ιστορικής συζήτησης μπορεί να προκάλεσαν εντονότατες διαμάχες και αντιπαραθέσεις στην ερευνητική κοινότητα, αλλά ουδέποτε δημιούργησαν γενικότερο πολιτικό ζήτημα. Ευτυχώς, εδώ και μερικές δεκαετίες, η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και η διακίνηση των ιδεών είναι επαρκώς κατοχυρωμένη στη Δυτική Ευρώπη. Το ζήτημα δημιουργείται από μια παράλληλη προσπάθεια όχι περαιτέρω διερεύνησης της ιστορικής αλήθειας αλλά εξωραϊσμού των «θεμελιωδών μύθων» (για να δανειστώ την έκφραση του Γκαροντί…) του ίδιου του ναζισμού. Πρώτος μεταξύ αυτών ο αντισημιτισμός.


Η άποψη που διατυπώνεται πλέον δεν έχει τίποτα το ιστορικό, είναι βαθύτατα πολεμική και πολιτική: η άρνηση του Ολοκαυτώματος, η υποτιθέμενη επισήμανση των «υπερβολών» ή των «μύθων» που εκ των υστέρων κατασκεύασαν οι Εβραίοι για να τους εκμεταλλευτούν πολιτικά (αυτή είναι η βασική πεποίθηση και του Γκαροντί…) δεν αποβλέπει τόσο στην ψυχρή διερεύνηση μιας ιστορικής αλήθειας όσο στην καταγγελία του «σιωνιστικού κατασκευάσματος», στην αποκάλυψη της «πραγματικής φύσης» των Εβραίων. Είναι ουσιαστικά μια επιστροφή στον ακρογωνιαίο λίθο του αντισημιτισμού και κατ’ επέκταση κάθε ρατσιστικής αντίληψης: την ύπαρξη μιας «πραγματικής και συνολικής φύσης» μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ανθρώπων.


Ολα τα στερεότυπα επιστρατεύονται στο βιβλίο του Γκαροντί: ο σιωνισμός προσδιοριζόμενος ως «αίρεση» (!) και όχι ως μια μορφή εθνικισμού, το περίφημο «εβραϊκό λόμπι» που ελέγχει τα πάντα, η «τεχνική» αμφισβήτηση του Ολοκαυτώματος… Είναι ενδιαφέρον, για παράδειγμα, να πληροφορείται κανείς ότι το κράτος του Ισραήλ έγινε δεκτό όχι για άλλο λόγο αλλά «χάρη στις αναίσχυντες πιέσεις του λόμπι» (σ. 219). Τίποτα δεν εντυπωσιάζει, ούτε καν δεν εκπλήσσει! Από τις πρώτες σχεδόν σελίδες ήμουν βέβαιος ότι θα έφτανα στο περίφημο χιλιοσυζητημένο, αν και μακάβριο ερώτημα «πόσα πτώματα μπορούσαν να αποτεφρώσουν ημερησίως οι 46 φούρνοι του Μπιρκενάου;». Το συνάντησα αισίως στη σελίδα 166, όπου το ζήτημα είναι αν μπορούσαν να αποτεφρωθούν 4.400 πτώματα (όπως υποστηρίζει ο Ραούλ Χίλμπεργκ) ή μόνο 184 (όπως θέλει να πιστεύει ο διευθυντής ενός δημοτικού κρεματορίου στην πόλη Κάλγκαρι του Καναδά).


Ο Ντέιβιντ Ιρβινγκ, ο Λα Ροκ, όλη η καλή παρέα του πρωτόγονου «ρεβιζιονισμού» και «αρνητισμού» παρελαύνει από το βιβλίο του Γκαροντί. Ως πρόσωπα αναφοράς αντιμετωπίζονται από τον συγγραφέα με σοβαρότητα αντάξια ενός Μόμσεν ή ενός Φεβρ και αυτό ίσως εξηγεί γιατί τα ίδια επιχειρήματα ανακυκλώνονται μεταξύ τους περνώντας με τόση άνεση και τόση σοβαροφάνεια από το βιβλίο του ενός στο βιβλίο του άλλου. Μόνο ο Φορισόν λείπει από την παρέα του Γκαροντί, ίσως επειδή συνιστά την πιο ξεφωνημένη περίπτωση, αλλά οι θαυμαστές του δεν χρειάζεται να ανησυχούν: το πνεύμα του, αν μη τι άλλο, είναι συνεχώς παρόν! Έτσι και για πολλοστή φορά καλούμαστε να πειστούμε ότι θάλαμοι αερίων δεν υπήρξαν, οτι είναι ενα μεταπολεμικό και ιδιοτελές μύθευμα, κατασκευασμένο από τους ίδιους τους Εβραίους!


Το πρόβλημα, όμως, με αυτή την υπόθεση του Ολοκαυτώματος έχει προσδιοριστεί προτού ακόμη επισυμβεί το ίδιο το Ολοκαύτωμα από τον μεγάλο Μαρκ Μπλοκ. «Τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα…», συνήθιζε να λέει. Δεν είναι εύκολο να τα παρακάμψεις, όσα πτώματα και αν έκαιγαν οι φούρνοι του Μπιρκενάου, όσο εμβαδόν και αν είχαν οι θάλαμοι αερίων του Αουσβιτς. Διότι, πώς να το κάνουμε, μεταξύ 1940 και 1945 μας λείπουν μερικά εκατομμύρια Εβραίοι. Τι έγιναν αυτοί; Κρύβονται;


Ο Γκαροντί αγωνίζεται (σσ. 169-188) να μας πείσει ότι ο συνολικός αριθμός των 6 εκατομμυρίων νεκρών Εβραίων είναι υπερβολικός ­ έστω… Παρ’ όλο που αποφεύγει να το πει σαφώς, φαίνεται να υιοθετεί έναν αριθμό κάπου μεταξύ 3 και 3,5 εκατομμύρια. Αλλά και αυτό το παιχνίδι με τα πτώματα είναι ελαφρώς δυσάρεστο.


Πρώτον, επειδή ακόμη και αν οι νεκροί ήταν μόνο 3 εκατομμύρια, κάπως πρέπει να πέθαναν αφού δεν τους σκότωσαν. Και επειδή ακόμη και ο Γκαροντί αισθάνεται ότι κάτι πρέπει να πει, μας πληροφορεί ότι όλοι αυτοί πέθαναν από κακουχίες και «από τύφο» (σσ. 291-242)! Μάλιστα, 3,5 εκατομμύρια νεκροί μέσα σε 3 χρόνια από τύφο! Τέτοια επιδημία.


Δεύτερον, επειδή ο ίδιος ανεβάζει τους νεκρούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε 50 εκατομμύρια, από τα οποία τα 16 εκατομμύρια είναι Σλάβοι (σ. 318). Σιγά τα λάχανα, δηλαδή, για 3 εκατομμύρια Εβραίους. Ακόμη, όμως, και σε αυτή την έγκυρη «πτωματολογία» του Γκαροντί λείπουν κάπου 31 εκατομμύρια νεκροί. Αυτοί τι είναι; Ινδιάνοι;


* Και μανία καταδίωξης


Η διαστρέβλωση και το αμάλγαμα είναι η προσφιλής του αποδεικτική μέθοδος. Αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο για να υποδείξει την υποτιθέμενη συνενοχή σιωνιστών και ναζί, με το επιχείρημα οτι οι σιωνιστικές οργανώσεις είχαν διαπραγματευτεί να δώσουν στη Γερμανία 10.000 φορτηγά για να σώσουν 1 εκατομμύριο Εβραίους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εντοπίζει φιλογερμανούς στο σιωνιστικό κίνημα, καλλιεργώντας ένα κλίμα συνενοχής. Αν είχε ψάξει καλύτερα θα μπορούσε να βρει και κανονικούς φασίστες με φαιά πουκάμισα, όπως ο Βλαντιμίρ Γιαμποτίνσκι και οι οπαδοί του. Και λοιπόν; Προσωπικά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Μπέγκιν ή ο Σαμίρ υπήρξαν δολοφόνοι του κοινού ποινικού δικαίου, ότι θα υπήρξαν και σιωνιστές ή άλλοι Εβραίοι που μπορεί να θαύμαζαν τον Χίτλερ ή τον Μουσολίνι. Αυτό, όμως, τι σχέση έχει με το Ολοκαύτωμα; Τι αποδεικνύει;


Μετά το αμάλγαμα, η διαστρέβλωση… Χαρακτηριστική περίπτωση, η άτυχη Χάνα Αρεντ. Επιστρατεύεται η δυσφορία της για τα Judenrat προκειμένου να τεκμηριώσει τη συνεργασία Εβραίων και ναζιστών στην καταστολή των πρώτων. Ενώ αυτό που πραγματικά εκπλήσσει και εξεγείρει την Αρεντ (και το καταγράφει στο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ») είναι η παθητικότητα των Εβραίων των Judenrat απέναντι στην σταδιακή οργάνωση της καταστολής με την ψευδαίσθηση ότι η συνεργασία με τις αρχές, η κατασκευή μιας νομιμότητας, θα καταπραΰνει τη βία.


Ολη η προβληματική του βιβλίου δεν περιέχει τίποτα το πρωτότυπο. Είναι γνωστή και χιλιοειπωμένη. Η πραγματική είδηση είναι ο συγγραφέας. Αντιστασιακός, κρατούμενος σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, υψηλόβαθμο στέλεχος του γαλλικού ΚΚ προ τριακονταετίας (και όχι γενικός γραμματέας του κόμματος, όπως αναφέρεται λανθασμένα στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης), έρχεται τώρα μετά από πολλές και αντιφατικές ιδεολογικές περιπλανήσεις να συμπλεύσει με τον έσχατο «αρνητισμό». Το βιβλίο συνθλίβεται από τη μανία καταδίωξης ενός ανθρώπου που αισθάνεται ότι διώκεται για τις ιδέες του. Ολα και όλοι του φταίνε και τον κυνηγούν. Τα «λόμπι», οι ΗΠΑ, οι Εβραίοι, ο Τύπος… Τυπική περίπτωση ανθρώπου που αρλουμπολογώντας δεν συμβιβάζεται με την πραγματική απήχηση των ιδεών του και θεωρεί ότι κάποιοι μυστηριώδεις παράγοντες μπαίνουν εμπόδιο στην ακτινοβολία τους. Είναι λυπηρό για όλους όσοι ευαισθητοποιήθηκαν κάποτε από τη σκέψη του Γκαροντί (την τότε σκέψη του Γκαροντί…) αλλά δυστυχώς έτσι είναι.


Και είναι ακόμη πιο λυπηρό διότι είναι εμφανές ότι ο Γκαροντί αισθάνεται εν δικαίω: όντως απεχθάνεται τον αντισημιτισμό και όντως πιστεύει αυτά που γράφει. «Για μένα δεν υπάρχει Ακροδεξιά και Ακροαριστερά!», δήλωνε σε μια συνέντευξη στην «Ελευθεροτυπία» (3/11/1996). Για να επανέλθει αμέσως μετά στη μανία καταδίωξης, συμπληρώνοντας ότι «από τη στιγμή όπου υπάρχει η κηδεμονία της Αμερικής και πρέπει να εναντιωθώ σε αυτήν δεν με νοιάζει με ποιον θα συμμαχήσω». Τελικώς, από την πλευρά του έχει δίκιο: ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά υπάρχουν! Πάλι καλά, δηλαδή, που υπάρχει και ο τύφος!

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version