Χωρίς βάθος η πρόοδος της οικονομίας

Ο ευρωβουλευτής και πρώην υπουργός κ. Ευθ. Χριστοδούλου σχολιάζει την πορεία προς την ΟΝΕ, κρίνει την οικονομική πολιτική και προτείνει Χωρίς βάθος η πρόοδος της οικονομίας «Η πραγματική οικονομία έχει πρόβλημα» ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ «Η πρόοδος που έχει συντελεσθεί στην οικονομία δεν έχει "βάθος"» τονίζει ο ευρωβουλευτής της ΝΔ και πρώην υπουργός κ. Ευθύμιος Χριστοδούλου σε συνέντευξη που παρεχώρησε προς

Χωρίς βάθος η πρόοδος της οικονομίας

«Η πρόοδος που έχει συντελεσθεί στην οικονομία δεν έχει “βάθος”» τονίζει ο ευρωβουλευτής της ΝΔ και πρώην υπουργός κ. Ευθύμιος Χριστοδούλου σε συνέντευξη που παρεχώρησε προς «Το Βήμα». «Η κυβέρνηση, λέει, επικέντρωσε την προσοχή της σε μεγάλο βαθμό στην ονομαστική σύγκλιση των οικονομικών παραμέτρων» και «δημιούργησε σειρά προβλημάτων σε πολλούς τομείς της “πραγματικής” οικονομίας».


Για την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ ο κ. Χριστοδούλου πιστεύει ότι «μπορεί να επιτευχθεί αλλά αυτή δεν θα είναι κατ’ ανάγκην αποτέλεσμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής» και ότι «τυχόν ένταξή μας με πολιτικά κριτήρια ενέχει τον κίνδυνο υποχωρήσεων σε άλλα θέματα, με σημαντικό κόστος για τη χώρα».


«Υπ’ αυτές τις συνθήκες, προσθέτει, είναι προφανές ότι για την επίτευξη του στόχου της ένταξης και της επιτυχούς παραμονής μας στην ΟΝΕ απαιτείται μια διαφορετική οικονομική πολιτική με κύρια έμφαση τη μείωση των δημοσίων δαπανών και την προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών».


Τέλος, ο κ. Χριστοδούλου προβλέπει ότι ο νέος προϋπολογισμός «θα εξυπηρετεί τον στόχο της ονομαστικής βελτίωσης των δεικτών, θα υποσκάπτει όμως τις δυνατότητες πραγματικής σύγκλισης».





­ Πόσο στέρεη και βιώσιμη θεωρείτε την πρόοδο που έχει συντελεσθεί τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία;


«Η πρόοδος που έχει συντελεσθεί στην οικονομία δεν έχει “βάθος”. Και αυτό γιατί η κυβέρνηση στην προσπάθειά της να δημιουργήσει εντυπώσεις για οικονομική αποτελεσματικότητα, χωρίς όμως να αναλάβει το αντίστοιχο πολιτικό κόστος, επικέντρωσε την προσοχή της σε μεγάλο βαθμό στην ονομαστική σύγκλιση των οικονομικών παραμέτρων. Αυτή όμως η τακτική δημιούργησε σειρά προβλημάτων σε πολλούς τομείς της “πραγματικής” οικονομίας.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο τρόπος αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού. Η κυβέρνηση στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη νομισματική-συναλλαγματική πολιτική, αποφεύγοντας να αξιοποιήσει τις δημοσιονομικές και εισοδηματικές δυνατότητες που είχε ­ και είχε πολλές. Παρά τις περί του αντιθέτου εντυπώσεις που έχουν δημιουργηθεί, μέσω της ομολογουμένως καλής επικοινωνιακής πολιτικής της κυβέρνησης, ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή δεν έχει επιτευχθεί. Οι πρωτογενείς δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένουν αμετάβλητες καθ’ όλη την περίοδο 1994-98. Αντιστοίχως, ούτε στον τομέα των διαρθρωτικών μέτρων υπάρχει πρόοδος. Η κυβέρνηση δυσκολεύεται να προωθήσει ακόμη και μέτρα που μόνο συμβολικά μπορούν να θεωρηθούν διαρθρωτικά, όπως η αποκρατικοποίηση των Καταστημάτων Αφορολογήτων Ειδών ή της Ιονικής.


Αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών είναι η μείωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, η διόγκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και η διατήρηση των πραγματικών επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα. Η υποτίμηση εξάλλου του περασμένου Μαρτίου, επιστέγασμα των κυβερνητικών επιλογών, δεν επέλυσε, όπως άλλωστε ανεμένετο, κανένα πρόβλημα, απλά άμβλυνε σε ένα βαθμό και για περιορισμένο χρονικό διάστημα τις πιέσεις στη δραχμή. Τώρα ξαναγυρίσαμε στην προηγούμενη νομισματική πολιτική των υψηλών επιτοκίων για λόγους διατήρησης της ισοτιμίας, με τη δραχμή να είναι το μόνο νόμισμα με σημαντική διαφορά από την κεντρική ισοτιμία των ευρωπαϊκών νομισμάτων, γεγονός που σε σχέση με την προηγούμενη εμπειρία προκαλεί αβεβαιότητα για το μέλλον και υπογραμμίζει τον τεχνητό χαρακτήρα της πολιτικής της σκληρής δραχμής».


­ Πιστεύετε ότι με την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική θα επιτύχουμε την ένταξή μας στην ΟΝΕ;


«Η ένταξή μας στην ΟΝΕ μπορεί να επιτευχθεί αλλά αυτή δεν θα είναι κατ’ ανάγκην αποτέλεσμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής ούτε αφ’ εαυτής επιτυχία, άπαξ και το πλαίσιο της ένταξης δεν διασφαλίστηκε τον περασμένο Μάιο, όταν τα άλλα κράτη διαπραγματεύονταν ελαστικούς όρους ένταξής τους. Τώρα πλέον τυχόν ένταξή μας με πολιτικά κριτήρια ενέχει τον κίνδυνο υποχωρήσεων σε άλλα θέματα, με σημαντικό κόστος για τη χώρα. Πραγματικό μέτρο επιτυχίας για την κυβέρνηση θα αποτελούσε η δημιουργία των οικονομικών εκείνων συνθηκών που θα εξασφάλιζαν την “ορθόδοξη”, τρόπον τινά, ένταξή μας στην ΟΝΕ και την επιτυχή παραμονή μας σε αυτήν.


Η κυβέρνηση θεωρούσε ως το ξέσπασμα της κρίσης ότι, αν το κρίσιμο διάστημα των επομένων σχετικά λίγων μηνών περνούσε χωρίς πιέσεις και η τάση ονομαστικής σύγκλισης των οικονομικών δεικτών συνεχιζόταν, η ένταξη θα επετυγχάνετο και η ίδια θα εκαρπούτο σημαντικά εκλογικά πλεονεκτήματα. Αλλά και σε περίπτωση αδυναμίας επίτευξης των ονομαστικών κριτηρίων, τότε η προθυμία της αποδοχής του ενιαίου νομίσματος από τις διεθνείς χρηματαγορές θα διεύρυνε τα περιθώρια πολιτικής διαπραγμάτευσης του ζητήματος, καθώς σε μια ισχυρή νομισματική ένωση οι “τυχόν” δυσμενείς επιπτώσεις από την ένταξη μιας δημοσιονομικά αδύναμης χώρας όπως η Ελλάδα αμβλύνονται σημαντικά.


Πέραν όμως του ότι η μεθόδευση αυτή δεν φαίνεται να ευνοείται πλέον από τη διεθνή συγκυρία, δεν αποτελεί και πολιτική πραγματικής εξυπηρέτησης ενός εθνικού στόχου. Και εδώ ακριβώς εστιάζονται οι αντιρρήσεις της αντιπολίτευσης που κατά τα άλλα ακολουθεί σταθερά εθνική πολιτική σε αυτό το θέμα παρά το πολιτικό κόστος που ενδεχομένως να υφίσταται.


Γιατί ακόμη και αν το πλέον αισιόδοξο σενάριο της κυβέρνησης ευοδωθεί και στο τέλος του 1999 πληρούμε τα ονομαστικά κριτήρια σύγκλισης, το κόστος προσαρμογής της χώρας μας στα νέα δεδομένα θα είναι μεγάλο. Τα συσσωρευμένα προβλήματα της πραγματικής οικονομίας, που έχουν δημιουργηθεί από τον τρόπο επίτευξης της ονομαστικής σύγκλισης, θα χρεωθούν ως ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις εγχώριες παραγωγικές μονάδες, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται για τη συνολική παραγωγή και την απασχόληση.


Δεν πρέπει επίσης να διαφεύγουν της προσοχής οι αυξημένοι περιορισμοί που θα τεθούν στην οικονομική πολιτική και ιδίως στη δημοσιονομική μετά την ένταξή μας στην ΟΝΕ. Η αδυναμία της κυβέρνησης να λάβει από τώρα μέτρα ουσιαστικής μείωσης των δημοσίων δαπανών θα αυξήσει το κόστος προσαρμογής της οικονομίας στα πλαίσια που καθορίζονται στο Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας. Σε μία περίοδο λοιπόν που οι εγχώριες επιχειρήσεις θα προσπαθούν να προσαρμοσθούν στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον της ΟΝΕ, θα επιβαρύνονται άμεσα ή έμμεσα με την προσπάθεια του δημόσιου τομέα να ανταποκριθεί στις επιταγές του Συμφώνου Δημοσιονομικής Σταθερότητας.


Υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι προφανές ότι για την επίτευξη του στόχου της ένταξης και της επιτυχούς παραμονής μας στην ΟΝΕ απαιτείται μια διαφορετική οικονομική πολιτική με κύρια έμφαση τη μείωση των δημοσίων δαπανών και την προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών. Και όπως προανέφερα, διαρθρωτική πολιτική δεν αποτελεί η αποκρατικοποίηση συμβολικού τύπου. Διαρθρωτικά μέτρα είναι η πραγματική αποκρατικοποίηση μεγάλων και σημαντικών τμημάτων της οικονομίας και ακόμη περισσότερο η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, η έναρξη επίλυσης του ασφαλιστικού προβλήματος, η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, η κατάργηση των εμποδίων στην είσοδο νέων επιχειρήσεων στην αγορά κ.ά.».


­ Μήπως ο Πρωθυπουργός ακολουθεί το παράδειγμα του Κ. Καραμανλή που θεωρούσε ότι για τη χώρα μας προείχε ο στόχος ένταξής μας στην ΕΟΚ και ότι η προσαρμογή της οικονομίας στα δεδομένα της ενιαίας αγοράς θα μπορούσε να γίνει και μετά την ένταξη;


«Αν αυτό αληθεύει, η τακτική που ακολουθεί ο Πρωθυπουργός αποτελεί κακέκτυπο της πολιτικής Καραμανλή καθώς οι συνθήκες είναι τελείως διαφορετικές και με κανέναν τρόπο δεν μπορούν να συγκριθούν με την περίπτωση της Ενωσης. Ηδη από το 1991 ήταν γνωστός, κατά προσέγγιση, ο χρόνος έναρξης του τρίτου σταδίου και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε ήδη από τότε αρχίσει την προετοιμασία για τη σύγκλιση στα κριτήρια του Μάαστριχτ, πολιτική όμως που δυστυχώς η κυβέρνηση του ΠαΣοΚ ακολούθησε μόνο ως προς το ονομαστικό σκέλος της. Επίσης είναι λάθος να θεωρούμε ότι ο Καραμανλής δεν είχε κάνει, στα μέτρα των χρονικών περιθωρίων που διέθετε, προετοιμασία για την ένταξη της χώρας μας στην Ενωση. Στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1970 και παρά τα οξυμένα προβλήματα λόγω των πετρελαϊκών κρίσεων, ελήφθησαν μέτρα που, αν το ΠαΣοΚ μετά το 1981 δεν είχε πλήρως ανατρέψει, με την αλόγιστη δημοσιονομική και την εισοδηματική πολιτική, το κόστος προσαρμογής στο νέο ανταγωνιστικό πλαίσιο της Ενωσης θα ήταν πολύ μικρότερο. Απόδειξη, τα οικονομικά στοιχεία αυτής της περιόδου, που πληρούσαν σε μεγάλο βαθμό τις προϋποθέσεις του Μάαστριχτ. Και ας μην αναφέρουμε αστειότητες όπως το περίφημο “μνημόνιο” που υποτίθεται ότι άλλαξε τους όρους ένταξης προσθέτοντας 200 εκατ. ECU ­ λιγότερο από πέντε τοις χιλίοις από ό,τι είχε ήδη εισρεύσει στη χώρα μας ­, ποσό που μάλιστα έκανε 11 (!) χρόνια για να απορροφηθεί».


­ Κατά τη γνώμη σας το κρίσιμο πρόβλημα για την προσαρμογή στην ΟΝΕ είναι το δημοσιονομικό ή ο πληθωρισμός;


«Βραχυπρόθεσμα και ως την ένταξή μας στην ΟΝΕ ο πληθωρισμός, μακροπρόθεσμα το δημοσιονομικό λόγω των περιορισμών που τίθενται στο Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας. Υπάρχει όμως και το πρόβλημα των επιτοκίων, όπου οι αποκλίσεις είναι σοβαρές, παρ’ όλη την προσπάθεια που γίνεται για χειρισμούς του “επιτοκίου αναφοράς” μέσω του περιορισμένου “βάθους” της αγοράς ορισμένων επιλεχθέντων μακροπροθέσμων τίτλων».


­ Πιστεύετε ότι ο νέος προϋπολογισμός θα προωθεί σημαντικά τον στόχο της ένταξης;


«Ο νέος προϋπολογισμός θα εξυπηρετεί τον στόχο της ονομαστικής βελτίωσης των δεικτών, θα υποσκάπτει όμως τις δυνατότητες πραγματικής σύγκλισης. Σε γενικές γραμμές θα κινείται στο πνεύμα των προϋπολογισμών των τελευταίων ετών. Δεν θα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά το δημοσιονομικό πρόβλημα καθώς δεν θα περιορίζει ουσιαστικά τις δημόσιες δαπάνες ενώ η αύξηση των εσόδων θα στηρίζεται σε μια σειρά αποσπασματικών, περιπτωσιακών, πραγματικά φορομπηχτικών μέτρων που υποσκάπτουν κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια.


Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα σχεδιαζόμενα μέτρα συνοπτικών ελέγχων για τις παρελθούσες φορολογικές χρήσεις. Οι όποιες θετικές επιπτώσεις στα φορολογικά έσοδα θα περιορισθούν στα στοιχεία του 1999. Ταυτόχρονα όμως η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στους ασκούντες τους ελέγχους θα έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των “δυνητικών” εσόδων του κράτους να χαθεί προς όφελος των κρινόντων και των κρινομένων. Από την άλλη πλευρά, η καθιέρωση συνοπτικών ελέγχων στερείται ηθικής βάσης, ενισχύει την αναξιοπιστία του κράτους και αποτελεί επιβράβευση όσων φοροδιαφεύγουν αφού μπορούν να τακτοποιούν τις φορολογικές εκκρεμότητές τους με μικρό σχετικά κόστος».


­ Πιστεύετε ότι η οικονομία μας χρειάζεται μια διαφορετική φορολογική πολιτική;


«Ασφαλώς. Η οικονομία μας χρειάζεται μια απλούστερη και αποτελεσματικότερη φορολογική πολιτική που δεν θα πλήττει την παραγωγική δραστηριότητα. Βασικό στοιχείο αυτής της πολιτικής δεν πρέπει να είναι η συνεχής αύξηση των συντελεστών είτε άμεσα είτε λόγω πληθωρισμού αλλά η είσπραξη του ΦΠΑ, που σε μια οικονομία αυτοαπασχολουμένων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία της απαραίτητης υποδομής που θα οδηγούσε στην αύξηση των εσόδων από τη φορολογία εισοδήματος».


­ Τον Ιούνιο του 1999 λήγει η θητεία σας ως ευρωβουλευτή. Θα επιδιώξετε την ανανέωσή της;


«Εχω ήδη εκτίσει δύο μη διαδοχικές θητείες ως ευρωβουλευτής και δεν θέλω, επιδιώκοντας μια τρίτη, να αποκτήσω την ιδιότητα του “επαγγελματία ευρωβουλευτού”. Ας πάνε άλλοι νεότεροι και οπωσδήποτε άξιοι να αποκτήσουν την πολύτιμη και απαραίτητη ευρωπαϊκή εμπειρία.


Πιστεύω ότι το μέλλον της ΝΔ είναι να μπορέσει να εκπροσωπήσει ξανά την παράταξή μας, που τώρα πλέον ­ αντίθετα από προηγούμενες εποχές ­ αποτελεί την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Είναι όμως διασκορπισμένη σε όλο το κομματικό φάσμα. Πιστεύω ότι η επάνοδος των οπαδών μας και η ταύτισή τους ξανά με ένα παραταξιακό κόμμα με συνεπή και εφαρμόσιμη ιδεολογία όπως είναι η ΝΔ θα αποτελέσει στοιχείο ανανέωσης και σταθεροποίησης της πολιτικής ζωής του τόπου και αυτόν τον σκοπό θα ήθελα να υπηρετήσω από οποιαδήποτε θέση».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version