Τα δύο στρατόπεδα συμφερόντων στα ναυπηγεία

Αναστάτωση στα καρνάγια Τα δύο στρατόπεδα συμφερόντων στα ναυπηγεία Σύγκρουση για την τεράστια προμήθεια Α. Γ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗΣ «Ναυμαχίες σε εξέλιξη στον Σαρωνικό», με πρωταγωνιστές τα Ελληνικά Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και τα Ναυπηγεία Ελευσίνας και έπαθλο πάνω από ένα τρισεκατομμύριο δραχμές αλλά με τις επιπτώσεις των ναυμαχιών να «ανηφορίζουν» ως τη λεωφόρο Συγγρού, στα γραφεία της ΕΤΒΑ. Ο ανταγωνισμός

Τα δύο στρατόπεδα συμφερόντων στα ναυπηγεία

«Ναυμαχίες σε εξέλιξη στον Σαρωνικό», με πρωταγωνιστές τα Ελληνικά Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και τα Ναυπηγεία Ελευσίνας και έπαθλο πάνω από ένα τρισεκατομμύριο δραχμές αλλά με τις επιπτώσεις των ναυμαχιών να «ανηφορίζουν» ως τη λεωφόρο Συγγρού, στα γραφεία της ΕΤΒΑ.


Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγαλύτερων ναυπηγείων της χώρας εξελίσσεται σκληρότατος, με απροσδιόριστες ακόμη απολήξεις. Οι έριδες εστιάζονται μεν στο πρόγραμμα ναυπηγήσεων του Πολεμικού Ναυτικού, ουσιαστικά όμως σχετίζονται με την επικράτηση στη ναυπηγική βιομηχανία της χώρας, σε μια εποχή όπου η ανταγωνιστικότητα των μονάδων της βαριάς βιομηχανίας φαντάζει ως το βασικό ζητούμενο σε διεθνές επίπεδο. Το πρόγραμμα «άμεσης υλοποίησης» του Πολεμικού Ναυτικού αναφέρεται σε τρεις πυραυλακάτους και ένα πετρελαιοφόρο στόλου που κοστίζουν περίπου 100 δισεκατομμύρια δρχ. και παραγγέλθηκαν ήδη στην Ελευσίνα, σε 4 κανονιοφόρους που κοστίζουν περίπου 60 δισεκατομμύρια δρχ., αλλά κυρίως στη μεγάλη παραγγελία των 3 ή 4 υποβρυχίων, γερμανικής τεχνολογίας αλλά με άγνωστες ακόμη τις υπόλοιπες παραμέτρους, το κόστος των οποίων ενδεχομένως να ξεπεράσει το ένα τρισεκατομμύριο δραχμές!


Ακριβώς για να μην αποβεί καταστρεπτικός και για τα δύο μεγάλα ναυπηγεία της χώρας ο αλόγιστος ανταγωνισμός, την περασμένη Τετάρτη ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Ευ. Βενιζέλος προσπάθησε, σε κοινή σύσκεψη με τις διοικήσεις των δύο ναυπηγείων, να αμβλύνει τις αντιθέσεις και να τους καθοδηγήσει σε δρόμο πιθανής συνεργασίας. Η προσπάθεια είναι σίγουρα δύσκολη αφού από την «κόντρα» ωφελημένοι βγαίνουν συνήθως οι ιδιώτες, κυρίως τώρα που οι κρατικές ενισχύσεις σε επιχειρήσεις «ελέγχονται» με μεγάλη αυστηρότητα.


Αναγκαστικά άλλωστε ο ανταγωνισμός των ναυπηγείων είναι και «διεθνοποιημένος» αφού η ναυτιλία αλλά και η ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία δεν γνωρίζουν σύνορα, δασμούς και πατρίδες. Η σημαντική υστέρηση του Ναυπηγείου Σκαραμαγκά στο μάνατζμεντ οδήγησε την ΕΤΒΑ στην αναζήτηση συνεπίκουρου (ή ακόμη και αντικαταστάτη) της Brown and Root, η έλευση της οποίας στην Ελλάδα και στο Ναυπηγείο είχε χαιρετιστεί περίπου με… κανονιοβολισμούς.


Από τη μια πλευρά υπάρχει το ναυπηγείο του Σκαραμαγκά, μεγαλύτερο αλλά και πλέον δύσκαμπτο. Το 1996 το Ναυπηγείο έκανε το «μεγάλο άλμα» και προχώρησε σε μια πρωτότυπη ιδιωτικοποίηση, με την ΕΤΒΑ να κατέχει το 51% των μετοχών και η εταιρεία-κοινοπραξία των εργαζομένων να κατέχει το υπόλοιπο 49%. Για να εγκριθεί όμως από την Ευρωπαϊκή Ενωση η κίνηση αυτή και για να μη θεωρηθεί «καλυμμένη κρατικοποίηση», όπως την είχε χαρακτηρίσει ο κοινοτικός επίτροπος Κάρελ βαν Μιρτ, χρειαζόταν η ύπαρξη ισχυρού μάνατζερ, ο οποίος βρέθηκε στην Brown and Root, μεγάλη αμερικανική εταιρεία με ισχυρότατο γραφείο στο Λονδίνο. Από τη βρετανική πρωτεύουσα αντλήθηκαν τα στελέχη που διοικούν σήμερα τον Σκαραμαγκά. Η σύμβαση διοίκησης είναι πενταετής, άρχισε τον Αύγουστο του 1996 ύστερα από διεθνή διαγωνισμό και λήγει τον Αύγουστο του 2001.


Η ετήσια πάγια αντιμισθία της επιχείρησης είναι περίπου 600 εκατ. δρχ. (1.350.000 στερλίνες Αγγλίας) συν επίδομα παραγωγικότητας επί των κερδών. Ωστόσο, παρά τις πρώτες ενδείξεις από την παρουσία της αμερικανοαγγλικής εταιρείας στη διοίκηση, από τον περασμένο Ιανουάριο, σύννεφα σκίασαν τις σχέσεις ΕΤΒΑ-εργαζομένων-Brown and Root. Οι παραγγελίες θεωρήθηκαν λίγες, το αποτέλεσμα του 1998 θα είναι αρνητικό και η διοίκηση της ΕΤΒΑ άρχισε να βλέπει με «καχύποπτο μάτι» τους Λονδρέζους. Ας μη λησμονούμε επίσης ότι στον Σκαραμαγκά οι εργαζόμενοι είναι παράλληλα και μέτοχοι, άρα έχουν αυξημένα δικαιώματα και ο «λόγος» τους μετράει διπλά.


Αποτέλεσμα: σήμερα οι σχέσεις των οκτώ αλλοδαπών μάνατζερ με τους συνδικαλιστές βρίσκονται περίπου σε σημείο μηδέν. Οι δυσκολίες αυτές στη διοίκηση δημιούργησαν στον Σκαραμαγκά κλίμα καχυποψίας προς τους ανταγωνιστές και κυρίως προς την Ελευσίνα. Στη ναυπηγική αγορά κυριαρχεί η άποψη ότι, «αν δεν κατέχει κάποιος και τα δύο ναυπηγεία, δεν μπορεί να επιβιώσει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Ενα από τα δύο ναυπηγεία μοιραία θα κλείσει».


Ακριβώς επειδή δεν διαφαίνεται, με τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα, προοπτική κοινής ιδιοκτησίας και διοίκησης για τα δύο ναυπηγεία, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη άμβλυνσης των διαφορών και έναρξης συνεργασίας.


Το Ναυπηγείο της Ελευσίνας είναι μικρότερο σε μέγεθος αλλά πιο ευέλικτο και πλήρως ιδιωτικοποιημένο. Ανήκει από τον Ιούνιο του 1997 στην εταιρεία «Ναυπηγικές και Βιομηχανικές Επιχειρήσεις Ελευσίνας ΑΕ», η οποία έχει βασικούς μετόχους τους ίδιους μάνατζερ που διοικούν το Νεώριο Σύρου, με επικεφαλής τον κ. Νίκο Ταβουλάρη.


Στις επισκευές εμπορικών πλοίων ο ανταγωνισμός των δύο ναυπηγείων κινείται σε μάλλον λογικά επίπεδα. Αυτή την εποχή ο μεν Σκαραμαγκάς έχει υπογράψει σύμβαση κατασκευής δύο ταχύπλοων οχηματαγωγών της εταιρείας Στρίντζης, ενώ η Ελευσίνα έχει ασχοληθεί με τις επισκευαστικές εργασίες. Η Ελευσίνα το 1998 συνολικά είχε 2,5 εκατ. εργατοώρες και ο Σκαραμαγκάς περίπου 3 εκατ. Σύμφωνα με πληροφορίες, τη σύμβαση Σκαραμαγκά-Στρίντζη εγγυήθηκε η ίδια η ΕΤΒΑ, κάτι που είναι αμφιβόλου νομιμότητας αλλά δεν επιβεβαιώνεται από την ίδια την τράπεζα επίσημα.


Η μεγάλη σύγκρουση όμως έχει ξεσπάσει για το εξοπλιστικό πρόγραμμα του Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο θα ξεπεράσει μάλλον το 1 τρισ. δρχ. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, ο μεν Σκαραμαγκάς θα πρέπει να κατασκευάσει τρία ή τέσσερα υποβρύχια γερμανικής τεχνολογίας και τέσσερις κανονιοφόρους, ενώ η Ελευσίνα θα κατασκευάσει τρεις πυραυλακάτους και ένα πετρελαιοφόρο στόλου. Ηδη ο μεν Σκαραμαγκάς παρέδωσε στο ΠΝ τρεις φρεγάτες τύπου ΜΕΚΟ («εμπρόθεσμα και χωρίς καμία απόκλιση από τον προϋπολογισμό» λένε με υπερηφάνεια οι άνθρωποι του ναυπηγείου), ενώ η Ελευσίνα ολοκληρώνει την παράδοση των αρματαγωγών «Λέσβος» (που παραδόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου), «Ικαρία», που θα παραδοθεί τον Σεπτέμβριο του 1999, και «Ρόδος», που θα παραδοθεί τον Φεβρουάριο του 2000, δηλαδή από πέντε ως οκτώ μήνες νωρίτερα.


Το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα απετέλεσε μήλον της έριδος αφού οι άνθρωποι της Brown and Root υποστηρίζουν ότι ουσιαστικά δεν έχουν λάβει καμία ανάθεση: «Οσον αφορά τα υποβρύχια, γνωρίζουμε ότι υπάρχει απόφαση του ΚΥΣΕΑ αλλά πέραν τούτου ουδέν» δηλώνει προς «Το Βήμα» ο εκπρόσωπος της αμερικανοαγγλικής εταιρείας στην Ελλάδα κ. Στάθης Κορμέντζας. «Για τις τέσσερις κανονιοφόρους από τον Φεβρουάριο του 1998 περιμένουμε το Πολεμικό Ναυτικό να υπογράψει σύμβαση κατασκευής με το Ναυπηγείο μας αλλά δεν έχουμε δει ανταπόκριση. Και για όσους μας κατηγορούν ότι αργοπορούμε, ερωτώ: Γνωρίζετε κάποιο ναυπηγείο που να μην επιθυμεί να υπογράψει σύμβαση με πελάτες;» συμπληρώνει.


Αξίζει να σημειωθεί ότι ο εκάστοτε υπουργός Εθνικής Αμυνας έχει εκ του νόμου το δικαίωμα να προβαίνει σε αναθέσεις κατασκευής αμυντικών έργων, ανάλογα με το συμφέρον των Ενόπλων Δυνάμεων. Υποχρέωση να αναθέτει σε ένα και μόνο ναυπηγείο προφανώς δεν υπάρχει, αν και οι εκπρόσωποι του Σκαραμαγκά υποστηρίζουν ότι το εταιρικό σχήμα εγκρίθηκε ώστε η Ελλάδα να διαθέτει ένα κρατικά ελεγχόμενο ναυπηγείο το οποίο θα εκτελεί όλες τις παραγγελίες του Πολεμικού Ναυτικού. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι ο προγραμματισμός του ναυπηγείου είναι περίπου 60% του τζίρου προσανατολισμένο σε παραγγελίες του Πολεμικού Ναυτικού και 40% σε εμπορικές δουλειές.


«Τίποτε τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει» απαντούν οι ανταγωνιστές του Σκαραμαγκά. «Η λειτουργία των ναυπηγείων βασίζεται στην 7η κοινοτική οδηγία που προβλέπει έλεγχο ενός μόνο ναυπηγείου από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα στην Ελλάδα, αρκεί οι δουλειές του Δημοσίου σε αυτό να μην επιδοτούν τις ανταγωνιστικές εμπορικές εργασίες του». Και συμπληρώνουν: «Οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εμπίπτει ευθέως στην παραβίαση ανταγωνισμού της Ενωσης, άρα ουδείς μπορεί να την επικαλείται».


Τώρα έχει κέρδη


Είναι το δεύτερο σε μέγεθος ελληνικό ναυπηγείο και ιδρύθηκε το 1962 από τον Στρατή Ανδρεάδη ως θυγατρική της Εμπορικής Τραπέζης. Το 1977 περιήλθε στο Δημόσιο μαζί με όλο το συγκρότημα της Εμπορικής. Το 1992 αγοράστηκε από τον όμιλο Περατικού, ο οποίος όμως απεσύρθη αιφνιδιαστικά τον Αύγουστο του 1995. Μετά από διεθνή διαγωνισμό, τον Ιούνιο του 1997, εξαγοράστηκε από τον «όμιλο Ταβουλάρη» όπως σχηματικά αποκαλείται η ομάδα των έμπειρων μάνατζερ που διοικούσαν ήδη το Νεώριο Σύρου.


Σε μόνιμη βάση στο ναυπηγείο απασχολούνται περίπου 1.100 εργαζόμενοι από τους οποίους οι 750 υποχρεωτικά αορίστου χρόνου. Η υποδομή του ναυπηγείου περιλαμβάνει 3 πλωτές δεξαμενές συνολικής δυναμικότητας 22.000, 70.000 και 120.000 τόνων, μεγάλη ναυπηγική κλίνη, προβλήτες, μηχανουργεία και τη μεγαλύτερη γερανογέφυρα της χώρας. Ο τζίρος του 1998 ήταν περίπου 22 δισεκατομμύρια δρχ., τα κέρδη 2,5 δισ. και τη δεκαετία 1997 – 2006 οι επενδύσεις θα είναι της τάξεως των 14 δισ. τουλάχιστον. Πρόεδρος της Ελευσίνας είναι ο κ. Νίκος Ταβουλάρης.


Μεγάλος, αλλά…


Ιδρύθηκε από τον Σταύρο Νιάρχο, με την επωνυμία Ελληνικά Ναυπηγεία, το 1956. Είναι το μεγαλύτερο σε δυναμικότητα ελληνικό ναυπηγείο και έχει τη δυνατότητα κατασκευών και επισκευών. Διαθέτει πέντε μεγάλες δεξαμενές, από τις οποίες οι δύο μόνιμες, τεράστιες προβλήτες και εκτεταμένα κρηπιδώματα. Στα 38 χρόνια ενεργού λειτουργίας του το ναυπηγείο επισκεύασε περίπου 8.000 πλοία, συνολικού εκτοπίσματος 350 εκατ. τόνων. Το συγκρότημα έχει τη δυνατότητα ταυτόχρονης επισκευής μέχρι και 18 πλοίων ενώ παράλληλα έχει ναυπηγήσει εμπορικά και πολεμικά πλοία κάθε είδους και έχει εκτελέσει σημαντικά βιομηχανικά έργα, με εξειδίκευση στις μεταλλικές βιομηχανικές κατασκευές. Στον Σκαραμαγκά απασχολούνται περίπου 2.000 εργαζόμενοι, πολλοί από τους οποίους θεωρούνται άριστα εκπαιδευμένοι στις ειδικότητές τους.


Τη δεκαετία του ’80 αντιμετώπισε σημαντικά προβλήματα λόγω της παρατεταμένης ναυτιλιακής κρίσης, διέκοψε τη λειτουργία του το 1985 και λίγο αργότερα πέρασε στον έλεγχο του Δημοσίου μέσω της ΕΤΒΑ. Το 1992 τέθηκε εκ νέου σε καθεστώς εκκαθάρισης εν λειτουργία ενώ ως το 1995 διεξήχθησαν τρεις άκαρποι διαγωνισμοί πώλησης. Τελικά την περίοδο 1995-96 υλοποιήθηκε το σχέδιο 51%-49% με ΕΤΒΑ και εργαζομένους. Το σχέδιο εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τον όρο να εκπονηθεί επιχειρηματικό σχέδιο που να καταδεικνύει τη βιωσιμότητα του ναυπηγείου.


Το 1998 ο τζίρος του ναυπηγείου κυμαίνεται περί τα 30-33 δισ. δρχ. και το αποτέλεσμα θα είναι μάλλον αρνητικό, αφού επίσημα στοιχεία δεν έχουν ακόμη δημοσιευτεί. Πρόεδρος του ναυπηγείου είναι ο πρόεδρος της ΕΤΒΑ κ. Γεώργιος Κασμάς.


Τι προγραμματίζουν τα νέα αφεντικά Brown and Root και Σωτ. Εμμανουήλ: βίος ανθόσπαρτος ή πρόωρο διαζύγιο;



Την περασμένη εβδομάδα άρχισαν οι συνομιλίες μεταξύ της Brown and Root και του κ. Σωτήρη Εμμανουήλ, για να καθοριστεί ως το τέλος του μήνα ο τρόπος συνεργασίας στη διοίκηση των Ελληνικών Ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Οι συνομιλίες αφορούν το εύρος των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο επιχειρήσεων και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο θα αμείβονται οι Ελληνοαμερικανοί του κ. Εμμανουήλ. Είναι πολύ πιθανό να εκχωρηθούν από την BR στην εταιρεία ΜΗΙ (ή στη θυγατρική της, η οποία θα ιδρυθεί στην Αθήνα αν όλα πάνε καλά) του κ. Εμμανουήλ όλα τα μπόνους παραγωγικότητας που απορρέουν από τη σύμβαση με τα ναυπηγεία.


Οπως είναι γνωστό, αργά το βράδυ της 15ης Απριλίου επιτεύχθηκε στη Φραγκφούρτη συμφωνία για την είσοδο στη διοίκηση των Ελληνικών Ναυπηγείων Σκαραμαγκά ομάδας ελληνοαμερικανών και ελλήνων μάνατζερ, υπό τον κ. Σωτήρη Εμμανουήλ, πρώην μάνατζερ του Νεωρίου Σύρου, την περίοδο 1990-92.


Στη γερμανική πόλη συναντήθηκαν ο διοικητής της ΕΤΒΑ κ. Γεώργιος Κασμάς, ο οποίος πήρε τη σχετική πρωτοβουλία αναλαμβάνοντας και την ευθύνη των διαπραγματεύσεων, ο διευθύνων σύμβουλος της Brown and Root κ. Τ. Noble και ο κ. Εμμανουήλ, εκπροσωπώντας την εταιρεία ΜΗΙ με έδρα τη Βοστώνη, η οποία σύμφωνα με πληροφορίες είναι ιδιοκτήτρια ναυπηγείου στη Μασαχουσέτη, που ασχολείται μεν με παραγγελίες του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, αλλά παραμένει ανενεργό εδώ και αρκετό καιρό, ευρισκόμενο «στη φάση των επενδύσεων».


Οι συμβαλλόμενοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση να βρουν mondus vivendi ως το τέλος Απριλίου ή τις αρχές Μαΐου, ώστε να ανακοινωθεί από την ΕΤΒΑ η συμφωνία και να ικανοποιηθούν και οι εργαζόμενοι-μέτοχοι που είναι δυσαρεστημένοι με τους βρετανούς μάνατζερ. Οι άνθρωποι της BR δεν εξέφρασαν σημαντικές αντιρρήσεις, αφού και οι ίδιοι επιζητούσαν τον εμπλουτισμό της διοίκησης με περισσότερο προσωπικό. Θέλησαν απλώς να διασφαλίσουν τις αρμοδιότητες και τις αμοιβές τους, σημείο που θα αποτελέσει και τον «κόμβο» (ή και το βασικό πρόβλημα) στις διαπραγματεύσεις με τον κ. Εμμανουήλ. «Είχαμε πρόβλημα προσωπικού, αφού είμαστε μόνο οκτώ στη διοίκηση και θέλαμε τουλάχιστον άλλους 10-12 μάνατζερ» τόνισαν εκπρόσωποι της επιχείρησης. «Απομένει τώρα να συντονιστούμε με τους νέους συνεργάτες» προσέθεταν.


Από το ειδύλλιο στον χωρισμό Οι συνεταίροι και ο μάνατζερ


Ηταν ένα ρομαντικό ειδύλλιο, οδήγησε σε ένα φαινομενικά ευτυχισμένο γάμο και καταλήγει, όπως φαίνεται, σε ένα ταραγμένο διαζύγιο! Η σχέση ΕΤΒΑ – Ναυπηγείου Σκαραμαγκά – Brown and Root (BR) πέρασε από τις φάσεις που περιγράψαμε. Πέρυσι το καλοκαίρι, όταν ο πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης επισκέφθηκε τη μονάδα, όλοι έσταζαν μέλι με τους Βρετανούς, και ιδίως ο κ. Κασμάς. Τι συνέβη και άλλαξαν δραματικά τα δεδομένα;


Η εξήγηση είναι απλή αλλά και… διπλή: από τη μία πλευρά τα αποτελέσματα του Ναυπηγείου είναι μάλλον απογοητευτικά, κυρίως λόγω των αναμενόμενων ζημιών για το 1998. Από την άλλη πλευρά όμως, είναι η επιμονή των βρετανών μάνατζερ, με επικεφαλής τον κ. D. Groves, να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές αλλαγές στο προσωπικό, η οποία τους έφερε σε ευθεία αντιπαράθεση με τους συνδικαλιστές.


Το κόστος εργασίας ανά εργατοώρα στον μεν Σκαραμαγκά είναι περίπου 40 δολάρια, στο Νεώριο περίπου 29 δολάρια και στην Ελευσίνα σχεδόν 27 δολάρια! Η διαφορά ανταγωνιστικού κόστους είναι κάτι περισσότερο από εμφανής. Οι Βρετανοί το γνώριζαν αυτό και ειδοποίησαν εγκαίρως την ΕΤΒΑ για το πρόβλημα. Το πραγματικό ζήτημα συνίσταται στην ανομοιογενή διάρθρωση του εργατικού δυναμικού του Σκαραμαγκά. Από τους 2.000 εργαζομένους περίπου οι μισοί βρίσκονται ουσιαστικά εκτός παραγωγικής διαδικασίας, σε διοικητικές θέσεις. Η αντίστοιχη παρουσία παραγωγικών – διοικητικών εργαζομένων στις ανταγωνιστικές μονάδες είναι τρία προς ένα και τέσσερα προς ένα, φυσικά υπέρ των εργαζομένων παραγωγής! Οι Βρετανοί πρότειναν σειρά εσωτερικών μετακινήσεων με επανεκπαίδευση, κατά το πρότυπο των βασιλικών ναυπηγείων του Devonport στο Portsmouth, όπου κατασκευάζονται και τα πυρηνοκίνητα υποβρύχια. Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή. Το αδιέξοδο ήταν ήδη ορατό. Από τον περασμένο Δεκέμβριο ο κ. Κασμάς άρχισε να αναζητά εναλλακτική λύση, χωρίς όμως να ενημερώσει ούτε καν προφορικά τους Βρετανούς! Η κατάσταση εξελίχθηκε σε τραγέλαφο, αφού όλοι γνώριζαν ότι αναζητούνται αντικαταστάτες των Βρετανών εκτός από τους ίδιους!


Μείωση προσωπικού κάτω από τα 2.000 άτομα δεν επιτρέπεται, με βάση τη συμφωνία ιδιωτικοποίησης (15 Σεπτεμβρίου 1995), αλλά πολλοί υποστηρίζουν ότι σε αντάλλαγμα κάποιοι υποσχέθηκαν δουλειές στο Ναυπηγείο που δεν ανατέθηκαν ποτέ, επειδή κάτι τέτοιο παραβίαζε τον ανταγωνισμό. Οι Βρετανοί γκρίνιαξαν και γι’ αυτό («μας έταξαν δουλειές που ουδέποτε είδαμε») αλλά σε ποιον να το πουν, αφού κάτι τέτοιο δεν ήταν απόλυτα σύμφωνο προς τους κανόνες ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ενωσης.


Αρα το πρόβλημα θα παραμείνει και με άλλον μάνατζερ, όποιος και αν είναι αυτός, αφού σχετίζεται με τη διάρθρωση προσωπικού και το πραγματικό κόστος. Οι Βρετανοί είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως (και εγγράφως) την ΕΤΒΑ για το βάθος και τη διάρκεια του προβλήματος. Και βεβαίως η λύση δεν είναι ο οποιοσδήποτε νέος μάνατζερ, ιδιοκτήτης άλλου ναυπηγείου που «αυτοπαρουσιάζεται ως σωτήρας».


Η πραγματική λύση είναι η ουσιαστική συνεργασία των δύο ναυπηγικών κολοσσών της χώρας και όχι ο ανταγωνισμός τους. Συνεργασία σημαίνει κοινό σχέδιο εξειδίκευσης, ώστε να μην υπάρξει «επικάλυψη τεχνολογιών» και να γίνουν οι απαραίτητες οικονομίες κλίμακας. Τη λύση αυτή επιθυμούν διακαώς στο Ναυπηγείο Ελευσίνας, υπάρχει άλλωστε σχετική επίσημη πρόταση του κ. Ταβουλάρη από το 1997. Στον Σκαραμαγκά παρατηρείται σκεπτικισμός (μήπως και μια δόση υπεροψίας;), που πάντοτε χαρακτηρίζει τη μεγαλύτερη από τις δύο «υπό συνεργασία» επιχειρήσεις. Προς την κατεύθυνση του συντονισμού αλλά και της αποφυγής άσκοπου ανταγωνισμού κινήθηκαν την περασμένη εβδομάδα και αφού διαπιστώθηκε το αδιέξοδο το υπουργείο Ανάπτυξης και ο κ. Βενιζέλος προσωπικά.


Παρέμβαση Βενιζέλου


Τεταμένη ήταν η ατμόσφαιρα το πρωί της περασμένης Τετάρτης στον διάδρομο του τετάρτου ορόφου στην οδό Μιχαλακοπούλου 80. Εξω από το γραφείο του κ. Ευ. Βενιζέλου, και παρά το… ηλιόλουστο της ημέρας, υπήρχε «συννεφιά» από την αναμονή της σύσκεψης στην οποία έλαβαν μέρος οι διοικήσεις του Ναυπηγείου Σκαραμαγκά και Ελευσίνας και η υφυπουργός κυρία Αννα Διαμαντοπούλου. Ηταν η μοναδική συνάντηση του κ. Κασμά και του κ. Ταβουλάρη ύστερα από περίπου δύο χρόνια και ύστερα από την πρώτη εκ των έξι «σκληρών» επιστολών που είχαν ανταλλάξει οι δύο άνδρες από τον Νοέμβριο του 1997. Τότε ο κ. Ταβουλάρης με επιστολή του είχε ζητήσει τον «συντονισμό δράσης» των δύο ναυπηγείων ώστε και οικονομίες κλίμακος να υπάρξουν αλλά και να αποφευχθούν οι περιττές αντιπαλότητες. Η πολυπόθητη συμφωνία ειρήνης ουδέποτε υπεγράφη, γι’ αυτό και τον ρόλο των πυροσβεστών ανέλαβαν τόσο ο κ. Βενιζέλος όσο και η κυρία Διαμαντοπούλου, ώστε να μειωθούν τα προβλήματα που έχουν ανακύψει μεταξύ των δύο μεγαλύτερων ναυπηγείων της χώρας. Οι τόνοι μέσω των επιστολών ανέβηκαν αρκετές φορές, με επίκεντρο τον δημόσιο (και άρα προνομιακό;) χαρακτήρα του Ναυπηγείου Σκαραμαγκά, με αποκορύφωμα την τελευταία απάντηση του κ. Κασμά τον περασμένο Ιανουάριο, με την οποία εζητείτο να πάψει η Ελευσίνα να ζητεί δουλειές που ανήκουν στο «κρατικό ναυπηγείο».


Οταν όλοι εισήλθαν στο υπουργικό γραφείο, ο κ. Βενιζέλος ζήτησε από τις διοικήσεις των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και Ελευσίνας να «επιβληθεί συνεργασία», όπως ακριβώς έταζε η λογική και όπως ακριβώς υποστήριζαν όλοι οι παράγοντες της αγοράς, πολιτικοί και οικονομικοί.


Τα επίμαχα σημεία ήταν η εξειδίκευση του κάθε ναυπηγείου σε τομείς δραστηριότητας ώστε να αποφεύγονται οι «περιττές κόντρες», η μεταφορά τεχνογνωσίας ώστε να μη γίνονται «παράλληλες και δυσβάστακτες» επενδύσεις σε τεχνολογία και η κοινή εκπαίδευση και μετεκπαίδευση προσωπικού για καλύτερες οικονομίες κλίμακος.


Μετά παρέλευση δίωρης επίπονης συζήτησης και αφού χρειάστηκαν οι αλλεπάλληλες παρεμβάσεις των δύο παρισταμένων υπουργών, οι κκ. Κασμάς και Ταβουλάρης έδωσαν τα χέρια και συμφώνησαν να συνεχίσουν τις επαφές σε ανώτατο επίπεδο και σε βελτιωμένο κλίμα ώστε «το κοινό μέλλον να γίνει… λιγότερο αόρατο».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version