Εμοιαζε ουτοπία. Οι Ελληνες όμως τη μετέτρεψαν σε μια σκληρή για τους ανταγωνιστές τους πραγματικότητα, δημιουργώντας μάλιστα μιαν επίδοση που ενισχύει το κύρος της χώρας μας σε διεθνές επίπεδο. Μέσα σε δέκα χρόνια οι έλληνες επιχειρηματίες που αποφάσισαν να δραστηριοποιηθούν στον τομέα των ιχθυοκαλλιεργειών δεν δημιούργησαν απλώς ένα νέο παραγωγικό κλάδο στην ελληνική βιομηχανία. Κατόρθωσαν να αποσπάσουν το 40% ολόκληρης της μεσογειακής ιχθυοκαλλιέργειας, κερδίζοντας τον σεβασμό φίλων και εχθρών. Μπήκαν, έτσι «με το σπαθί τους», στο πανίσχυρο ευρωπαϊκό επιχειρηματικό λόμπι του κλάδου που ως χθες ελέγχονταν από τους Σκανδιναβούς, κατορθώνοντας μάλιστα να αλλάξουν το όνομα και το καταστατικό του! Αδιάψευστος μάρτυρας της επιτυχίας των ελλήνων επιχειρηματιών κυρίως των κκ. Γιάννη και Βασίλη Στεφανή, και Αριστείδη Μπελλέ είναι ότι μετά την είσοδο των Ελλήνων στο πανευρωπαϊκό επιχειρηματικό λόμπι του κλάδου αναθάρρησαν και οι άλλοι μεσογειακοί παραγωγοί Ισπανοί, Ιταλοί και Πορτογάλοι που έκαναν σχετικές αιτήσεις για να γίνουν ισότιμα μέλη.
Στη διάρκεια των τελευταίων 5 ετών (1992 – 1996) η ελληνική παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού αυξήθηκε περίπου 3,5 φορές. Οι ρυθμοί ανάπτυξης μάλιστα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας επιτρέπουν στους εκπροσώπους των επιχειρήσεων να αισιοδοξούν ότι σύντομα η ελληνική παραγωγή θα ξεπεράσει τους 35.000 τόνους. Και ο στόχος αυτός δείχνει εφικτός αν λάβει κανείς υπόψη ότι η Ελλάδα διαθέτει ήδη μια πανίσχυρη παραγωγική υποδομή που συνθέτουν οι 230 επιχειρήσεις του κλάδου, οι 25 ιχθυογεννητικοί σταθμοί, οι 5.000 εργαζόμενοι και οι επενδύσεις συνολικού ύψους 50 δισ. δραχμών που έχουν γίνει από τις αντίστοιχες επιχειρήσεις.
Οι αυξημένες επιδόσεις στον παραγωγικό τομέα «μεταφράστηκαν» σε αντίστοιχες επιδόσεις στα οικονομικά αποτελέσματα των επιχειρήσεων. Αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι οι δέκα πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις του κλάδου εμφάνισαν συνολικά καθαρά κέρδη 4,5 δισ. δραχμές ενώ οι 3 πρώτες παρουσίασαν συνολικά κέρδη 3,2 δισ. δραχμές. Δεν ήταν βεβαίως λίγοι αυτοί που παρουσίασαν μείωση κερδών ή ακόμη και ζημίες, συνολικά όμως ο κλάδος είχε δυναμική παρουσία. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες κερδοφόρες αύξησαν τα καθαρά τους κέρδη με ρυθμό πολύ υψηλότερο του πληθωρισμού. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Σελόντα της πλέον κερδοφόρου εταιρείας του κλάδου η οποία αύξησε τα καθαρά της κέρδη κατά 60% για να φτάσει το 1,3 δισ. δραχμές (!). Ποιος θα μπορούσε άραγε να φανταστεί κανείς πριν από 10 χρόνια ότι μπορεί να κερδίσει από ιχθυοκαλλιέργειες ανάλογα ποσά ή ακόμη ότι ελληνικές εταιρείες θα δημιουργούσαν μια παγκόσμια πρωτοτυπία που θέλει τις μετοχές ιχθυοπαραγωγικών επιχειρήσεων να διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών;
Ανάλογες επιδόσεις στη βελτίωση των οικονομικών τους αποτελεσμάτων εμφάνισαν αρκετές επιχειρήσεις μεταξύ των οποίων και οι: Ελληνικές Τροφές Θαλάσσης ΑΕΒΕ (αύξηση κερδών 630%), Sea Farm Ionian (50%), Εύριπος ΑΕ (39%), Γαλαξείδι Θαλάσσιες Καλλιέργειες ΑΕ (24%), Ιχθυοκαλλιέργειες Πόρου (50%) και Ιχθυοκαλλιέργειες Σύμης ΕΠΕ (350%). Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην επιχείρηση Νηρεύς Ιχθυοκαλλιέργειες Χίου ΑΕ η οποία αύξησε τα καθαρά της κέρδη κατά 9% για να φτάσει το 1,1 δισ. δραχμές. Η επιχείρηση αυτή που διευθύνεται από τον κ. Αρ. Μπελλέ κατέκτησε τη δεύτερη καλύτερη θέση στον κατάλογο των πιο κερδοφόρων εταιρειών ιχθυοκαλλιέργειας.
Αξίζει εξάλλου να σημειωθεί ότι η αύξηση της κερδοφορίας αρκετών επιχειρήσεων ιχθυοκαλλιέργειας συνδυάστηκε με μια σειρά σημαντικά γεγονότα. Μεταξύ αυτών είναι: πρώτον, και κατά το παρελθόν έτος συνεχίστηκε η διαδικασία των εξαγορών και συγχωνεύσεων των εταιρειών του κλάδου. Ο τομέας της ιχθυοκαλλιέργειας συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο σε λιγότερα χέρια ενώ οι μονάδες οργανώνονται σε πολύ σύγχρονες επιχειρηματικές οντότητες ικανές να ανταγωνιστούν άλλες μεγάλες επιχειρήσεις του εξωτερικού.
Δεύτερον, ορισμένες επιχειρήσεις μεταξύ αυτών και ο Νηρεύς μετατρέπονται σταδιακά από εταιρείες του πρωτογενούς τομέα σε μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων, μετασχηματίζοντας το πρωτογενές προϊόν σε άλλα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας: ψάρια καπνιστά, ψάρια στο λάδι κλπ., γίνονται με δύο λόγια καθετοποιημένες επιχειρήσεις.
Τρίτον, τα ερευνητικά τμήματα των μεγάλων αυτών επιχειρήσεων παράγουν ήδη σε παγκόσμια πρωτοπορία μια σειρά άλλων προϊόντων όπως φαγκριά, συναγρίδες, λυθρίνια και χιόνες. Ιδιαίτερη αναφορά στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει στον κ. Χρήστο Γιαννόπουλο, που χρόνια τώρα παλεύει στη Riopesca να πετύχει το σωστό χρώμα του φαγκριού, το σωστό βάρος του λυθρινιού και ολοένα περισσότερες νέες ποικιλίες ψαριών.
Τέταρτον, οι δύο ισχυρότεροι παραγωγικοί όμιλοι του κλάδου Σελόντα – Riopesca και Νηρεύς πέτυχαν ήδη να έχουν μια σημαντική παρουσία στο εξωτερικό, ελέγχοντας είτε διευθύνοντας παραγωγικές επιχειρήσεις ιχθυοκαλλιέργειας στην Ιταλία, στη Μέση Ανατολή και στην Απω Ανατολή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η συμφωνία που έκλεισε πρόσφατα ο όμιλος Σελόντα – Riopesca με τον κρατικών συμφερόντων όμιλο ιχθυοκαλλιέργειας της Σιγκαπούρης. Ο τελευταίος, αναγνωρίζοντας το επίπεδο τεχνογνωσίας του ομίλου Σελόντα – Riopesca, ανέθεσε στη διοίκησή του τη διοίκηση ενός φιλόδοξου επενδυτικού σχεδίου που προβλέπει την ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας με τοπικά ψάρια. Η συγκεκριμένη συμφωνία χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως το «άνοιγμα της πόρτας» για τη μεγάλη αγορά της Απω Ανατολής.
