ΘΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η πώληση ενός προϊόντος σε τιμή κάτω του τιμολογιακού κόστους. Στο σημείο αυτό κατέληξε η επιτροπή που συνεστήθη στο υπουργείο Ανάπτυξης, υπό την εποπτεία του υφυπουργού κ. Μ. Χρυσοχοΐδη, για να εξομαλύνει τις σχέσεις λιανεμπορίου και βιομηχανίας και να επιλύσει τα προβλήματα που έχουν ανακύψει μεταξύ των δύο βασικών εταίρων της αγοράς. Μετά από συζητήσεις αρκετών εβδομάδων, υπό την ευθύνη αρμοδίων παραγόντων του υπουργείου, το μόνο σημείο στο οποίο «βρήκαν επαφή» οι δύο πλευρές ήταν οι πωλήσεις των προϊόντων κάτω του κόστους.
Είναι γεγονός ότι στο διάστημα των τελευταίων έξι χρόνων, τουλάχιστον, οι πωλήσεις κάτω του κόστους «ταλαιπώρησαν» αρκετά όχι μόνο τη βιομηχανία αλλά και το λιανεμπόριο. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, πρώτον, οικονομικής αιμορραγίας αλυσίδων σουπερμάρκετ οι οποίες για να παρακολουθήσουν τον ανταγωνισμό αναγκάζονταν να πωλούν με «χασούρα» και, δεύτερον, βιομηχανικών επιχειρήσεων επί των οποίων ασκούνταν ισχυρότατες πιέσεις από αλυσίδες σουπερμάρκετ προκειμένου να μπορούν να πωλήσουν στην τιμή που πωλούσε και ο ανταγωνιστής τους.
Φαίνεται όμως ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και τόσο ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος όσο και ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων συμφώνησε στην απαγόρευση αυτού του φαινομένου, που μόνο προβλήματα και τριβές προκάλεσε στα δύο μέρη και έγινε η αιτία για «ουκ ολίγες» συγκρούσεις και παραλογισμούς στην αγορά.
Αυτό το θέμα ο ΣΕΒΤ στο υπόμνημά του το ιεραρχεί ως πρώτο, σημειώνοντας ότι «πρέπει να θεσπισθεί διάταξη που να απαγορεύσει την πώληση των βιομηχανικών τροφίμων κάτω του κόστους»· και συμπληρώνει: «Για να μπορεί να γίνει έλεγχος προτείνεται ως κόστος να υπολογίζεται η αναγραφόμενη τιμή στο τιμολόγιο προστιθεμένου του ΦΠΑ».
Για το ίδιο θέμα σε επιστολή της η διοίκηση του ΣΕΣΜΕ αναφέρει: «Στη συσταθείσα επιτροπή προς εξέταση τυχόν υπαρχόντων θεμάτων, μεταξύ βιομηχανίας και εμπορίου, όπως εξηγήσαμε ήδη προφορικώς, τόσο σε εσάς όσο και κατά τη συζήτηση στη συνεδρίαση της επιτροπής, το μοναδικό θέμα στο οποίο χρειάζεται νομοθετική παρέμβαση είναι το θέμα της τιμής πωλήσεως».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης έχει κατ’ αρχήν καταλήξει στην αναγκαιότητα απαγόρευσης των πωλήσεων κάτω του κόστους, ωστόσο όμως δεν έχει ακόμη διευκρινίσει τις προθέσεις και τις απόψεις της σχετικά με τη διαδικασία των προσφορών, αφού είναι βέβαιο ότι έχουν άμεση σχέση με το θέμα. Για το ίδιο θέμα δεν έχει γνωστοποιήσει τις απόψεις της ούτε η βιομηχανία. Μόνο ο ΣΕΣΜΕ έχει επισημάνει στο έγγραφό του ότι «η τιμή πωλήσεως δεν πρέπει να είναι κατώτερη, με κανένα τρόπο, από την τιμολογιακή τιμή χρεώσεως, οι δε τυχόν κατά περίπτωση παρεχόμενες με πιστωτικά σημειώματα εκπτώσεις αποτελούν παροχές αιτιολογούμενες, βάσει ποσότητας, χρόνου πληρωμής, ειδικών συμφωνιών προβολής και είναι ασφαλώς φυσικό να ποικίλλουν ανά περίπτωση, μέγεθος, ποσότητα και τυχόν ειδικούς όρους».
Ετσι λοιπόν στις προθέσεις του υπουργείου, εκτός της προαναφερόμενης νομοθέτησης, είναι η συνυπογραφή μιας συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών, στο πλαίσιο αυτής που είχε συντάξει παλαιότερα το ΕΒΕΑ, καθώς και να ρυθμισθούν οι σχέσεις λιανεμπορίου και βιομηχανίας κοινή συναινέσει.
Οπως είναι φυσικό, το κυριότερο σημείο διαφωνίας των δύο πλευρών είναι ο χρόνος πίστωσης της βιομηχανίας προς το λιανεμπόριο. Στο προαναφερθέν έγγραφο του ΣΕΒΤ αναφέρεται ότι «η βιομηχανία δεν μπορεί πλέον και δεν πρέπει να λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα δίνοντας πιστώσεις στο εμπόριο μεγαλύτερες από τις ημέρες αποθεματοποίησης των προϊόντων της και τις ανάγκες της διαχειριστικής λειτουργίας των τιμολογίων της από τα σουπερμάρκετ. Πιστεύουμε ότι πρέπει να ληφθεί μέριμνα ως προς τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια πίστωσης κατά κατηγορία προϊόντων (ευαλλοίωτα – νωπά – κατεψυγμένα – ξηρά) με πιθανή εφαρμογή τους σε δύο φάσεις ως το τέλος του 1998».
Απαντώντας ο ΣΕΣΜΕ στην παραπάνω θέση αναφέρει: «Παραδοσιακά στην Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια η βιομηχανία χρηματοδοτούσε το εμπόριο, διότι το εμπόριο δεν είχε πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενώ η βιομηχανία είχε άπλετη χρηματοδότηση από το τραπεζικό σύστημα. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούσε εξάρτηση στους πελάτες της. Το 1996 οι ισολογισμοί των 17 μεγαλύτερων αλυσίδων δείχνουν ότι μειώθηκαν οι ημέρες πληρωμής από 110 σε 100, αντίθετα από την κοινή εκτίμηση. Αν κανείς υπολογίσει το σημερινό κόστος του χρήματος, με τα αντίστοιχα χρόνια πριν, θα δει ότι ουσιαστικά οι προμηθευτικές επιχειρήσεις έχουν μικρότερο κόστος από ό,τι είχαν δύο χρόνια πριν».
Είναι προφανές λοιπόν ότι υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ των απόψεων της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου στο συγκεκριμένο θέμα και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου δεν είναι διατεθειμένη να κάνει οιανδήποτε παρέμβαση προτού εκδοθεί σχετική οδηγία από την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Εχει ήδη εκδοθεί σχέδιο οδηγίας στις 12 Μαΐου 1995 όπου, εκτός των άλλων, συνιστάται στα κράτη – μέλη ότι «πρέπει να ενθαρρυνθεί η μεγαλύτερη διαφάνεια των προθεσμιών πληρωμής που εφαρμόζονται στις εμπορικές συναλλαγές. Για τον σκοπό αυτόν τα κράτη – μέλη καλούνται: α) να ευνοούν, με τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, τον ακριβή καθορισμό στις εμπορικές συμβάσεις της προθεσμίας καθώς και της ημερομηνίας πληρωμής, π.χ. με σχετική αναφορά στο τιμολόγιο. Ελλείψει γραπτής σύμβασης ή σαφούς ένδειξης σχετικής με την προθεσμία στο τιμολόγιο, πρέπει να προβλέπεται επικουρικά ένας απλός και σαφής κανόνας που καθορίζει την προθεσμία καθώς και την ημερομηνία εκτέλεσης της πληρωμής, που θα ισχύουν εκ του νόμου για τη σύμβαση, β) να ενθαρρύνουν επίσης την αναφορά στα εμπορικά έγγραφα της έκπτωσης ή της επικαταλλαγής που θα ισχύει στην περίπτωση προεξόφλησης ή καθυστερημένης πληρωμής αντίστοιχα».
