Το κλάμα βγήκε απ” τον παράδεισο…

κινηματογράφος Το κλάμα βγήκε απ'' τον παράδεισο... Με την ταινία «Ο παράδεισος είναι μακριά» ο σκηνοθέτης Τοντ Χέινς στέλνει μια τρυφερή επιστολή αγάπης προς το οικογενειακό μελόδραμα της δεκαετίας του ''50, δίνοντας την ευκαιρία στη «μούσα» του, την Τζουλιάν Μουρ, να πλάσει μια αξιομνημόνευτη ηρωίδα στα ίχνη της Λάνα Τέρνερ και της Τζέιν Γουάιμαν «Το οικογενειακό μελόδραμα» λέει ο σκηνοθέτης Τοντ Χέινς

Το κλάμα βγήκε απ” τον παράδεισο…




«Το οικογενειακό μελόδραμα»
λέει ο σκηνοθέτης Τοντ Χέινς «αν και κομμάτι της αμερικανικής κινηματογραφικής ιστορίας, είναι ένα είδος που παρέμεινε στην εποχή που έλαμψε. Και καθ’ότι το εκτιμώ περισσότερο από κάθε άλλο κινηματογραφικό είδος που ξέρω, θέλησα να το ψηλαφίσω από την αρχή, αποτίοντας τον δικό μου φόρο τιμής πάνω του». Ο φόρος τιμής του σκηνοθέτη ταινιών όπως το «Safe» – ένα σχόλιο πάνω στον κρίσιμο κίνδυνο του AIDS μέσω του πορτρέτου μιας νοσόφοβης γυναίκας (Τζουλιάν Μουρ) – και το «Velvet Goldmine», όπου ο Χέινς αναβίωσε μοναδικά την εποχή της glam rock «πατώντας» πάνω στα σεναριακά θεμέλια του «Πολίτη Κέιν», λέγεται «Ο παράδεισος είναι μακριά» («Far from heaven») και προβάλλεται από αυτή την εβδομάδα στις ελληνικές αίθουσες. Αφού έγινε η πιο συζητημένη ταινία του τελευταίου φεστιβάλ της Βενετίας – όπου βρεθήκαμε με τον Χέινς – και αφού χάρισε το βραβείο ερμηνείας στη μούσα του, Τζουλιάν Μουρ, η ταινία πριν από λίγο καιρό «άνοιξε» σε σφιχτό κύκλωμα καλλιτεχνικών αιθουσών της Αμερικής και ήδη συζητείται για τις υποψηφιότητες των Οσκαρ που θα δοθούν τον ερχόμενο Μάρτιο.


Οι ρίζες του αμερικανικού κινηματογραφικού μελοδράματος βρίσκονται στη δεκαετία του ’30, αν και ως είδος το μελόδραμα είχε μεγάλη πέραση στη δεκαετία του ’50. Οπως πολλοί Αμερικανοί της γενιάς του, ο 41χρονος Τοντ Χέινς γνώρισε το μελόδραμα μέσω της αμερικανικής τηλεόρασης που επαναπρόβαλλε ταινίες σκηνοθετών όπως ο Τζον Σταλ («Leave her to heaven» / «Ας την κρίνει ο Θεός»), ο Μαξ Οφύλς («The reckless moment» / «Ψυχές χωρίς μάσκα») ο Κινγκ Βίντορ («Στέλα Ντάλας») και κυρίως ο Ντάγκλας Σερκ, που παραμένει ο σημαντικότερος εκπρόσωπος αυτού του «παρεξηγημένου» είδους στην Αμερική της δεκαετίας του ’50. Με ταινίες όπως το «Γραμμένο στον άνεμο» («Written in the wind»), «Η αγάπη είναι αμαρτία» («Interlude»), «Γραμμένο με αίμα» («The tarnished angels» και το κύκνειο άσμα του, «Αυτή είναι η ζωή μου» («Imitation of life»), ο Ντάγκλας Σερκ υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπός του, επηρεάζοντας την αισθητική μεταγενέστερων σκηνοθετών, όπως ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και ο Πέδρο Αλμοδόβαρ. Ακόμη και ο τίτλος της ταινίας του Χέινς «Far from heaven» είναι από μόνος του μια παραπομπή στο πιο χαρακτηριστικό μελόδραμα του Σερκ «All that heaven allows» («Ολα όσα οι ουρανοί επιτρέπουν») που πρώτος ο Φασμπίντερ «άγγιξε» με το δικό του, προσωπικό ύφος, παραλλάσσοντάς το στην ελεύθερη διασκευή «Ο φόβος τρώει τα σωθικά».


Παρά το κραυγαλέο στυλιζάρισμά τους – η έντονη χρήση του Technicolor, τα ντεκόρ που παρέπεμπαν σε κουκλόσπιτα ή σε ροζ πακέτα ζαχαρωτών, το υπερβολικό παίξιμο των ηθοποιών -, τα μελοδράματα του Σερκ πλησίασαν το αμερικανικό όνειρο από τη σκιερή πλευρά του. Πίσω από την ειδυλλιακή εικόνα που παρουσίαζαν, οι τυπικές αμερικανικές οικογένειες του Σερκ κινούνταν σε μολυσμένους διαδρόμους όπου η τραγωδία άφηνε πάντα το αποτύπωμά της. «Ο Σερκ ήταν ένας γερμανός διανοούμενος που ήξερε πολύ καλά τον Μπρεχτ και το ευρωπαϊκό θέατρο των δεκαετιών του ’20 και του ’30» λέει ο Χέινς. «Ηταν επίσης εχθρός του ναζισμού, ένας από τους λόγους για τους οποίους μετανάστευσε στην Αμερική, όπου κάποια στιγμή προσελήφθη από τη Universal για να σκηνοθετεί διηγήματα που δημοσιεύονταν σε έντυπα όπως το “Ladies Home Journal”. Αυτές οι ταινίες έμελλε να λατρευτούν και αργότερα να γίνουν “αντικείμενα μελέτης” από νεότερους σκηνοθέτες. Τοποθετούνταν στην αμερικανική ύπαιθρο, είχαν ηρωίδες νοικοκυρές και μιλούσαν για την καταπιεστική φύση της αμερικανικής μπουρζουαζίας».


Υποκρισία και ομοφυλοφιλία


Στο «All that heaven allows» του Σερκ, η Τζέιν Γουάιμαν παίζει τη μεσοαστή, καλοπαντρεμένη, αμερικανίδα νοικοκυρά της υπαίθρου που πέφτει θύμα του απρόσμενου έρωτα. Τον ανακαλύπτει στο πρόσωπο ενός κηπουρού ο οποίος έχει τη μορφή του Ροκ Χάντσον.


Στο «Ο παράδεισος είναι μακριά», που τοποθετείται στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ από το φθινόπωρο του 1957 ως τον χειμώνα του 1958, η Τζουλιάν Μουρ σε έναν παρόμοιο ρόλο στον οποίο παλαιότερα θα βλέπαμε τη Γουάιμαν, την Τζιν Τίρνεϊ, τη Λάνα Τέρνερ ή την Ντόρις Ντέι, επίσης ερωτεύεται έναν κηπουρό, μόνο που το χρώμα του δέρματός του είναι μαύρο (Ντένις Χέισμπερτ). Δεν χρειάζεται και πολύ για να καταλάβουμε ότι ο Χέινς «παίζει» με το καυτό ζήτημα του φυλετικού ρατσισμού, έναν παράγοντα τον οποίο η αμερικανική λογοκρισία δεν θα επέτρεπε ποτέ να δώσει το «παρών» σε ταινία της εποχής του Σερκ. Οπως και ο παράγοντας της ομοφυλοφιλίας τον οποίο ο Χέινς προσθέτει πικάντικα στο σενάριό του καθώς ο σύζυγος (Ντένις Κουέιντ) και πατέρας των δύο παιδιών της ηρωίδας της Μουρ είναι ομοφυλόφιλος.


Και σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που ο Χέινς πετυχαίνει διάνα. Αγγίζοντας θέματα ταμπού όπως η σεξουαλικότητα και ο ρατσισμός, που συνεχίζουν να απασχολούν την αμερικανική κοινωνία «σπέρνοντας τη διχόνοια στην κουλτούρα μας» όπως ο ίδιος αναφέρει, δίνει στην ταινία έναν αέρα επικαιρότητας. «Πριν από τη δεκαετία του ’60» λέει ο Χέινς «η ομοφυλοφιλία εθίγετο γραφικά στον κινηματογράφο, μέσω δευτεραγωνιστικών ρόλων, κυρίως κωμικών. Την ίδια ώρα στο παρασκήνιο των ταινιών, το φαινόμενο όχι μόνον ήταν πολύ έντονο αλλά διαμόρφωνε ταυτοχρόνως την αισθητική “γυναικείων” ταινιών πολλών σκηνοθετών, όπως ο Τζορτζ Κιούκορ και ο Βινσέντε Μινέλι. Ο Ρος Χάντερ, στενός συνεργάτης του Σερκ και παραγωγός που διέπρεψε στα μελοδράματα, ήταν ανοιχτά ομοφυλόφιλος».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version