Εφέτος στολίζετε καραβάκι ή δέντρο; Στήνετε έλατο ψεύτικο ή αληθινό; Τα δώρα τα δίνετε Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά; Για τους κουραμπιέδες του ζαχαροπλαστείου λέτε «με τα χεράκια μου τους έκανα» ή όχι; Και πόσα δίνετε στα πιτσιρίκια που λένε τα κάλαντα; Οσα διλήμματα φέρνει η ώρα (των γιορτών) δεν τα φέρνει ο χρόνος (που πέρασε). Μικροί γιορτινοί πονοκέφαλοι τρόπος να τους αποφύγετε δεν υπάρχει, στο προσεχές δεκαήμερο θα τους υποστείτε, και οφείλετε να τους ξεπεράσετε αξιοπρεπώς. Εν όψει επιλογής, «Το Βήμα» σήμερα σας τείνει χείρα βοηθείας. Παραθέτει τα δώδεκα διλήμματα που βρίσκονται ήδη προ των πυλών και παράλληλα σας παρουσιάζει πιθανές λύσεις, απόψεις και συμβουλές παθόντων, όπως τις κατέγραψε σε επιτόπια δημοσκόπηση στους δρόμους της Αθήνας. Διαβάστε προτού ο μικρός σάς πετάξει τη μεγάλη ερώτηση: «Μπαμπά, τελικά υπάρχει Αϊ–Βασίλης ή τόσα χρόνια μου λες ψέματα;». *
1
ΘΑ πάρετε ψεύτικο ή αληθινό δέντρο;
Ελατο, ω έλατο, αλλά… τι έλατο; Ασημόχρυσο σε στυλ σέβεντις ή ιμιτασιόν πράσινο; Με το πρώτο είσαστε εκτός μόδας, με το δεύτερο εκτός… προϋπολογισμού. Και αν η οικολογική σας συνείδηση κωφεύει και ετοιμάζεστε για αληθινό, σκεφθείτε το πανδαιμόνιο των πράσινων βελόνων κατά την… αποκαθήλωση: οι γιορτές φεύγουν, το φαράσι έρχεται. Από το τζάκι στο χαλί, από το χαλί στο καθιστικό, από το καθιστικό στο σαλόνι…
«Πάντα ψεύτικο. Το αληθινό πρέπει μετά να το κουβαλήσω και να το πετάξω εγώ, ενώ το ψεύτικο το ξεμοντάρουν τα παιδιά και το πακετάρει η γυναίκα μου».
«Ψεύτικο. Διότι το αληθινό μαδάει!».
«Ορεξη είχα με τη λιτότητα να πάρω και δέντρο. Εχουμε ένα ασημένιο από το ’80. Είναι λιγάκι μαδημένο, αλλά δεν βαριέσαι… Το παραχώνουμε πίσω από τον καναπέ, το ξεστολίζουμε και νωρίς νωρίς να μην το πολυβλέπουμε, και είμαστε μια χαρά!».
«Ε, αληθινό! Εχασε η βενετιά βελόνι αν πάρω εγώ ένα δεντράκι για το καλό του χρόνου;».
«Κάθε χρόνο παίρνω ένα αληθινό σε γλάστρα για να μην γκρινιάζει η κόρη μου πως σκοτώνω τα αληθινά. Το φυτεύω καλά καλά στον κήπο, το φροντίζω, το στολίζω, και από των Φώτων και μετά παίρνει να ξεραίνεται… Ούτε χρονοδιακόπτη να είχε· κάθε χρόνο μετά των Φώτων… Γλυτώνω την γκρίνια πριν, μας παίρνει το κλάμα μετά. Τουλάχιστον περνάμε χαρούμενες γιορτές στο ενδιάμεσο!».
2
ΘΑ στολίσετε δέντρο ή καραβάκι;
Συνήθεια εναντίον παράδοσης. Ως Ελλην οφείλετε να υπακούσετε στο έθιμο, άρα καραβάκι. Αλλά τι θα πείτε στον μικρό όταν με παράπονο ρωτήσει «εμάς ο Αϊ-Βασίλης πού θα μας αφήσει τα δώρα;» και «στου Γιωργάκη έχουν ένα δέντρο νααα!». Πάντως από πρακτικής απόψεως το καραβάκι συμφέρει· είναι οικολογικώς αποδεκτό, το αντέχει η τσέπη σας και δεν αφήνει και βελόνες…
«Εμείς έχουμε ένα καραβάκι που το στήνουμε κάτω από το δέντρο, το στολίζουμε σαν φάτνη και του βάζουμε επάνω τον Ιωσήφ, την Παναγία, τον Ιησού και τα πρόβατα…».
«Τι εννοείτε όταν λέτε “καραβάκι”;».
«Ξέρετε γιατί οι Ελληνες στήνουμε δέντρο κι όχι καραβάκι; Γιατί όταν έχεις ένα ωραίο, μεγάλο δέντρο με λαμπάκια, το βάζεις δίπλα στην μπαλκονόπορτα και το βράδυ που αναβοσβήνει το βλέπει ο γείτονας απέξω και ζηλεύει. Ενώ το καραβάκι άντε να το δουν πέντε επισκέπτες. Σιγά…».
«Ωραίο και παραδοσιακό είναι το καραβάκι, αλλά εμείς στο σπίτι έχουμε πέντε κούτες με χριστουγεννιάτικα στολίδια για το δέντρο. Τζάμπα να τα αφήσουμε να πάνε;».
3
ΘΑ δώσετε τα δώρα τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά;
Και αν η παράδοση της οικογένειας προστάζει Πρωτοχρονιά, θα δώσετε τα δώρα πριν από το δείπνο ή μετά; Ή μήπως το άλλο πρωί; Αν ο παππούς επιμένει «αύριο, όπως κάναμε πάντοτε» και ο μικρός ωρύεται «σέλω ο Αγιος να έρθει τώραααα», υπάρχει πάντα η σολομώντειος λύση: μισά δώρα απόψε, μισά αύριο θα έχει και σασπένς.
«Τα δώρα κανονικά τα δίνουμε την Πρωτοχρονιά, αμέσως μόλις ανοίξουμε τα φώτα. Μόνο που ως τότε τα έχουμε στο δέντρο από κάτω και τις προηγούμενες μέρες όλο και κάποιος περνάει και ψιλοανοίγει τα περιτυλίγματα, να δει τι του πήραν. Εξ ου και στην επίσημη παράδοση συλλαμβάνουμε τους ανυπόμονους από τα στραβοπατημένα περιτυλίγματα…».
«Εγώ θέλω να μου τα δίνουν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς ή και από τα Χριστούγεννα ει δυνατόν. Αλλά τι θα πούμε στην αδελφή μου που είναι 7 χρόνων και περιμένει τον Αϊ-Βασίλη; Πως ο Αγιος έκανε έκτακτο δρομολόγιο για μένα;».
«Εμένα για Πρωτοχρονιά μου παίρνουν ρούχα, τα οποία εννοείται έχω η ίδια επιλέξει και θέλω να τα φορέσω το βράδυ της παραμονής που θα βγω έξω. Ετσι μου τα δίνουν μόλις τελειώσουμε το δείπνο, και εγώ τα δικά τους τους τα δίνω την επομένη. Να διατηρούμε και την παράδοση…».
«Εγώ δώρα δεν δίνω, διότι είμαι άνεργος. Τώρα εσείς αν θέλετε να μου δώσετε κανένα, δώστε μου και ας είναι και στα Θεοφάνια!».
4
ΘΑ αφήσετε τα παιδιά να πάνε για κάλαντα;
Φωνούλες γιορτινές από τα ξημερώματα της παραμονής ως αργά το απόγευμα. Τρίγωνα κάλαντα με μελόντικα ή φλογέρα και τα πιτσιρίκια να χτυπούν κουδούνια όπου σταθούν και όπου βρεθούν. Το πνεύμα των Χριστουγέννων σε στιγμές απόλυτης δόξας. «Να τα πούμε;». Τα ξένα παιδάκια σίγουρα ναι. Αλλά τα δικά σας; Μικρά και ανυποψίαστα στο έλεος κάθε γείτονα που ανοίγει την πόρτα;
«Αν δεν τα αφήσω θα μου φάνε τα αφτιά όλη μέρα με τα τρίγωνα».
«Οπως πάντα, θα τα πάρω με το αυτοκίνητο, θα τα πάω στον θείο και στους δύο παππούδες τους, θα τα πουν τρεις φορές, θα πάρουν πουρμπουάρ και θα τελειώσουμε».
«Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα ήθελα να αγοράσω μια κούκλα, μια Sindy. Ηταν ακριβή. Περίμενα πώς και πώς τα κάλαντα, να την πάρω με το χαρτζιλίκι. Την παραμονή αρρώστησα· 39 πυρετός! Ημουν χάλια, αλλά σκεφτόμουνα τη Sindy. Ντύθηκα και βγήκα να τα πω… Στα 25 μου εκείνη την κούκλα την έχω ακόμη. Και με ρωτάτε αν θα άφηνα τα παιδιά μου να πάνε να πουν τα κάλαντα;».
«Να τα αφήσω να πάνε να πουν τα κάλαντα; Μένω στα Εξάρχεια και τα θέλω τα παιδιά μου!».
«Γιατί να μην τα αφήσω; Είναι πολύ πρακτικά τα κάλαντα· τα λένε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και Φώτα και δεν θέλουν χαρτζιλίκι για τρεις εβδομάδες!».
5
ΤΟ βράδυ της παραμονής θα αφήσετε τα παιδιά να βγουν με τους φίλους τους μετά το δείπνο;
Αν ναι, κινδυνεύετε οι συγγενείς να σας κακοχαρακτηρίσουν, που δεν περνάτε την παραμονή όλοι μαζί σαν πραγματική ελληνική οικογένεια. Αν όχι, κινδυνεύετε τα παιδιά σας να σας καταριούνται όλο το βράδυ. Και μην ξεχνάτε την πρώτη του χρόνου οι κατάρες πιάνουν!
«Εξαρτάται. Αν στο δείπνο είμαστε εμείς κι εμείς, θα τα αφήσω να πάνε όπου θέλουν. Αν είναι και άλλοι συγγενείς, πρώτα θα τους πω πως πάμε για ύπνο, θα τους ξεπροβοδίσω, και ύστερα θα πω στα παιδιά “Καλή Χρονιά και καλή διασκέδαση”»!
«Τα παιδιά μου είναι 10 και 12 χρόνων… Σε οκτώ χρόνια μπορείτε να με ξαναρωτήσετε!».
«Πέρυσι δεν άφησα την κόρη μου και περάσαμε μια Πρωτοχρονιά μαρτύριο. Και τα «Χρόνια Πολλά» με το τσιγκέλι μου τα είπε. Κατόπιν αυτού, εφέτος θα το σκεφτώ πιο σοβαρά…».
«Το θέμα δεν είναι αν θα αφήσω εγώ, είναι αν θα με αφήσουν εκείνα! Γιατί από τότε που χώρισα με τον πατέρα τους, δεν θέλουν να ακούσουν κουβέντα για ρεβεγιόν σε κοσμικό κέντρο. “Ή όλοι μαζί θα πάμε”, λένε, “ή σπίτι. Διάλεξε και πάρε”».
(Ο κύριος με τις δύο κόρες του, περί τα 20 αμφότερες, περπατούν στη Σταδίου). «Τι να αφήσω; Μην τους δίνετε ιδέες, σας παρακαλώ!».
6
Θα πάρετε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και δίπλες από το ζαχαροπλαστείο;
Και, αν ναι, θα τα στολίσετε στην καλή πιατέλα, δήθεν πως τα κάνετε με τα χεράκια σας; Θα ζεστάνετε τις δίπλες στον φούρνο μέχρι τελικής καύσεως, ώστε οι ευρισκόμενες στην κορυφή ν’ αποκτήσουν ντεφό σπιτικού γλυκίσματος; Πόσο έξτρα μέλι θα προσθέσετε στα έτοιμα μελομακάρονα και πόση άχνη στους κουραμπιέδες, ώστε και να «δέσει» η απάτη και να μη σας υποψιασθούν οι επισκέπτες; Και, εν πάση περιπτώσει, πείτε πως τελικά εκείνοι το «χάβουν» το παραμύθι της νοικοκυροσύνης μαζί με την πρώτη γιορτινή μπουκιά. Εσείς επιτρέπεται να τους εξαπατήσετε ημέρες που είναι;
«Μια φορά πήγα να πλασάρω αγοραστά μελομακάρονα για σπιτικά το 1990. Πήγα στο ζαχαροπλαστείο, τα αγόρασα, τα στόλισα… και στο γιορτινό τραπέζι η πεθερά μου με ξεμπρόστιασε σε όλο το σόι! “Χάρμα είναι”, λέει. “Εσύ τα έφτιαξες;”. “Ναι”, λέω και εγώ δαγκωμένη. “Και αυτά που σε είδα προχτές να αγοράζεις τι τα έκανες; Κορνίζα;”»!
«Με τις δίπλες και τα μελομακάρονα πιάνει. Αλλά με τους κουραμπιέδες αφήστε το καλύτερα. Των ζαχαροπλαστείων έχουν πολύ λίγο αμύγδαλο και αν τους σερβίρεις για δικούς σου, ή τσιγκούνη θα σε πουν ή θα σε καταλάβουν».
«Μα για όνομα του Θεού! Στη γέννηση του Χριστού θα εξαπατήσω εγώ την οικογένειά μου;».
«Μελομακάρονα και κουραμπιέδες; Σιγά μην αγοράσω! Κάθε χρόνο όλο και κάποιος βρίσκεται να μου στείλει. Τώρα αγοραστά είναι, σπιτικά; Σάμπως με νοιάζει; Νόστιμα να είναι και εντάξει!».
7
ΘΑ στείλετε χειρόγραφη ή έτοιμη κάρτα στο αφεντικό;
Τις καρτούλες σας τις αγοράσατε από της Αγίας Αννης εφέτος. Τις γράψατε, τις βάλατε στα γαλάζια φακελάκια… Ολα καλά. Μόνο που στον δρόμο προς το ταχυδρομείο, μια ιδέα σας τριβελίζει το μυαλό. Μήπως η κάρτα που στέλνετε στον κύριο διευθυντή είναι ίδια με εκείνη που του στείλατε πέρυσι; Μήπως είναι καλύτερο να μην το διακινδυνεύσετε, και να στείλετε τις ευχές σας ιδιοχείρως; Και αν ναι, τι να του γράψετε που το «Καλή Χρονιά» είναι τετριμμένο και το «Ευτυχές το Νέον Ετος» πολυφορεμένο; Ο Σνούπι, ο Γκάρφιλντ και ο Mordillo σίγουρα έχουν μια καλή λύση με κάποιο αστειάκι – κονσέρβα παραπλεύρως… Αλλά μήπως ο εργοδότης σας στερείται χιούμορ; Και αν του στείλουν την ίδια κάρτα άλλοι τρεις του γραφείου; Και τελικά μήπως εφέτος είναι προτιμότερο να του πείτε τις ευχές σας προφορικά;
«Να στείλω κάρτα στο αφεντικό μου; Αυτός μου έστειλε ποτέ;».
«Με τη χειρόγραφη κάρτα έχεις περισσότερες πιθανότητες προαγωγής!».
«Αυτές οι καρτούλες με τα αρκούδια και τους σκύλους με εκνευρίζουν απίστευτα. Κάθε χρόνο μου στέλνουν καμιά δεκαριά ίδιες… Βλέπετε, στην εταιρεία μου είμαι εγώ το αφεντικό!».
«Ενα “Χρόνια Πολλά” σε μια κάρτα πάντα του το στέλνω. Οχι ότι σημαίνει τίποτε, αλλά να… Ξέρω πως όλοι στέλνουν, γι’ αυτό».
«Είναι πολύ υποκριτικό να στέλνεις καρτούλα στο αφεντικό και να γράφεις “Ευτυχισμένο το 1997”. Ποιος Ελληνας θέλει το αφεντικό του να είναι ευτυχισμένο;».
«Του έστειλα πέρυσι μια κάρτα χειρόγραφη. Ωρες σκεφτόμουνα τι να του γράψω. Τελικά κατέληξα στο “Σας εύχομαι το 1996 να είναι ένα ευτυχισμένο όσο και δημιουργικό έτος”. Την άφησα στο γραφείο μαζί με την αλληλογραφία του… Και τρεις ώρες αργότερα, όταν με φώναξε να δακτυλογραφήσω κάτι, την είδα πεταμένη στο καλάθι των σκουπιδιών! Κανένας δεν γίνεται αφεντικό τυχαία, ξέρετε!».
8
ΤΙ θα ευχηθείτε στους μη χριστιανούς;
Οταν πια το έχετε εκστομίσει, είναι πολύ αργά: «Καλά Χριστούγεννα». «Είμαι βουδιστής!». Ουδόλως ενδιαφέρεται για τα δώρα του Γκασπάρ, του Μελχιώρ και του Βαλτάσαρ, ή για τα χνώτα των αγελάδων που Τον ζέσταναν. Μην προσπαθήσετε να μπαλώσετε την γκάφα λέγοντας ανέμελα «… τότε Καλή Χρονιά». Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος του «είμαι και παλαιοημερολογίτης!».
«Θα τους ευχηθώ κατά το 1997 να τους φωτίσει ο Κύριος!».
«Παλιά στο σπίτι είχαμε τη Λίτσα, μια υπηρέτρια μάρτυρα του Ιεχωβά. Μια χρόνια την ημέρα των Θεοφανίων ήρθε ο παπάς να κάνει αγιασμό στο σπίτι. Η Λίτσα μισάνοιξε την πόρτα και του έκανε νόημα με το χέρι “φύγε”! Ο παπάς μας πήρε για αλλόθρησκους σταμάτησε και να μας μιλάει στον δρόμο! Ωσπου μια ωραία πρωία ήρθε η παπαδιά και μου είπε τα καθέκαστα… Η Λίτσα “πήρε πόδι” και από τότε κατά τη διάρκεια των εορτών αποφεύγω συναναστροφές με άλλες θρησκείες…».
«Κάθε φορά που μου λένε “Καλά Χριστούγεννα”, λέω “ευχαριστώ”. Στην πραγματικότητα είμαι άθεος. Δεν πιστεύω στον Θεό. Αλλά όταν ο άλλος μου μιλάει με καλοσύνη, όταν κάνει μια ευχή από την καρδιά του για μένα, πείτε μου εσείς: έχω κανέναν λόγο να τον φέρω σε δύσκολη θέση;».
9
ΠΟΣΑ θα δώσετε στα παιδιά που λένε τα κάλαντα;
Θα κόψετε ταρίφα ανά κεφάλι ή θα απαιτήσετε καλλίφωνη εκτέλεση και θα ανοίξετε το πορτοφόλι μόνο αν βγάλουν το «κι ααααρχή κι αρχή καλός μας χρόνος…» απνευστί; Αν στα τρία πιτσιρίκια με τα τρίγωνα αξίζει να δώσετε πεντακοσάρικο, τότε στην ορχήστρα με την κιθάρα και το ακορντεόν θα βγάλετε χιλιάρικο; Στα Αλβανάκια με το «αρκιμηνιά κι αρκικρονιά» τι θα δώσετε; Και πόσο άραγε να αξίζει ο κόπος των 18άρηδων που βγάζουν το χέρι από την τσέπη και το τείνουν όλο απαίτηση στην πρώτη στροφή του «Καλήν ημέρα άρχοντες»;
«Σε αυτούς που έρχονται στις 7 το πρωί δεν ανοίγω, γιατί εκνευρίζομαι που με ξυπνάνε. Επίσης δεν δίνω στους αργοπορημένους του απογεύματος, γιατί μου έχουν τελειώσει τα ψιλά. Τώρα στους ενδιάμεσους, ανάλογα με τις ικανότητές τους. Αν σου παίξουν τα κάλαντα σαν τη Φιλαρμονική του Λονδίνου, να μην τους δώσεις και εσύ κάτι;».
«Μικρός τα έλεγα και εγώ, και θυμάμαι πόσο με εκνεύριζαν κάτι καρμίρηδες που δίνανε ένα μελομακάρονο ή μου πέταγαν ένα εικοσάρικο κάτω από την πόρτα… Γι’ αυτό και εγώ σε όποιον και αν έρθει δίνω από 300 το κεφάλι και πάνω· να μη με βρίζει, ημέρες που είναι…».
«Στους κατατρεγμένους της ζωής Αλβανάκια και λοιπά κάτι δίνω, να κάνουν Χριστούγεννα και αυτά τα έρμα, και ας μην ανοίξουν το στόμα τους. Τώρα σε κάτι Ελληνάκια με Timberland, δεν το συζητώ: δύο κατοστάρικα και πολύ τους».
«Αν σταματήσουν στο “εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος”, παίρνουν το… καινούργιο διακοσάρι. Αν συνεχίσουν ως το “δες κι εμέ το παλικάρι”, δίνω στάνταρ πεντακοσάρικο. Αν φτάσουν στο “και ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει”, ε, τότε πέφτει και χιλιάρικο»!
«Εμείς έχουμε σκύλο και ουδείς με τρίγωνο τολμάει να χτυπήσει το κουδούνι!».
10
ΤΗΝ επομένη θα μοιράσετε δωράκια στο γραφείο;
Ως τώρα έχετε ξοδέψει λεφτά για το δέντρο ή το καραβάκι, για να πάρετε τρίγωνο, μελόντικα ή φλογέρα στον μικρό, για τις δίπλες, τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες, για την κάρτα του αφεντικού και των άλλων, για τα παιδιά που λένε τα κάλαντα, για το δείπνο των Χριστουγέννων, για τη στολή του Αϊ-Βασίλη, για τα δώρα της οικογένειας, για να βγουν τα παιδιά έξω μετά το δείπνο της παραμονής, για το δικό σας ρεβεγιόν την Πρωτοχρονιά, ίσως για κλήση κορναρίσματος και αλκοτέστ… Ε, όχι και για δωράκια στο γραφείο!
«Αν θα μοιράσω δώρα; Ανάλογα με το τι άνθρωποι βρίσκονται στο γραφείο. Αν είναι προϊστάμενοι, φυσικά και θα τους μοιράσω δώρα».
«Οχι!».
«Αν μου υποσχεθούν αύξηση, ίσως…».
«Δωράκια στο γραφείο; Δεν σκορπάω χιλιάρικα σε άπορα παιδάκια καλύτερα;».
«Αυτό το κάναμε μόνο στο σχολείο, που ανταλλάσσαμε δώρα με κλήρο ο ένας με τον άλλον. Και θυμάμαι στην έκτη δημοτικού η μαμά μου είχε αγοράσει μια όμορφη κούκλα, που πολύ θα ήθελα να την κρατήσω. Στον κλήρο μου έπεσε ένα κουκουνάρι, που κάποιος είχε κόψει από το δέντρο της αυλής και το είχε βάψει χρυσό… Οσο για την κούκλα… την έβαλα στον κλήρο και την κέρδισε ένας συμμαθητής μου. Ως το σχόλασμα της είχε κουρέψει τα μαλλιά και την είχε βάψει κίτρινη. Ηταν ΑΕΚ, βλέπετε…».
11
ΘΑ αποκαλύψετε στο παιδί ότι ο Αϊ-Βασίλης
είναι φανταστικό πρόσωπο;
Ακουσε στο σχολείο τις φήμες περί ανυπαρξίας Αγίου και εκστομίζει τη μεγάλη ερώτηση το βράδυ της παραμονής: «Μπαμπά, υπάρχει;». Ηρθε η ώρα! Αν διαιωνίσετε τον μύθο του γενειοφόρου εκ Καισαρείας, ένας ακόμη παραμυθιασμένος 10χρονος θα πιστεύει πως ένας χοντρός 80άρης χωράει να περάσει από την καμινάδα. Αν πάλι ακολουθήσετε την οδό της αλήθειας, πρέπει να ομολογήσετε πως εσείς ήσασταν που πέρυσι του φέρατε ένα playmobil αντί για τον Action Man, λόγω οικονομικής στενότητας… Στη δεύτερη περίπτωση, πάντως, θα έχετε δημιουργήσει κατάλληλο κλίμα για να του επισημάνετε πως εκτός από Αγιο που φέρνει δώρα, ούτε πελαργός που φέρνει μωρά υφίσταται…
«Να παραδεχτώ στον γιο μου πως ο Αϊ-Βασίλης δεν υπάρχει; Μα… εσείς είστε βέβαιη πως δεν υπάρχει;».
«Θυμάμαι στα 9 μου την απογοήτευση, όταν ρώτησα το μπαμπά μου αν υπάρχει Αγιος. Αρχισε “κοίταξε να δεις, Γιώργο, είσαι μεγάλο παιδί πια…”. Σκέφτηκα, αν δεν υπάρχει Αγιος, ποια η ουσία να πάρω δώρα την Πρωτοχρονιά; Ας μου τα φέρνανε και αύριο, ποια η διαφορά; Λοιπόν, το έχω αποφασίσει: Αν με ρωτήσει η κόρη μου που είναι 6, απλώς θα πω ψέματα!».
Εμένα με ξεσκεπάσανε πέρυσι! Είχαν κρυφτεί και οι δύο κάτω από το τραπέζι και με πιάσανε στα πράσα στις 3 τα ξημερώματα να βάζω τα δώρα στο δέντρο. Πετάχτηκαν, με τρομοκράτησαν και μετά αρχίσανε και οι δύο μαζί, ο ένας 8 και ο άλλος 7 χρόνων, “μας κοροϊδεύεις”, “ψεύτη”, “εσύ δεν είσαι ο Αϊ-Βασίλης”»… Τουλάχιστον εφέτος δεν έχω να περάσω τα ίδια»!
«Τώρα η κόρη μου είναι 20. Ποτέ δεν της είπα πως Αϊ-Βασίλης δεν υπάρχει. Στα 8 της με ρώτησε. Είπα “υπάρχει”. Στα 9 της ξανά. Είπα πάλι “υπάρχει”. Στα 10 δεν με ρώτησε. Πρώτη φορά δεν του έστειλε και γράμμα… Είχε καταλάβει. Αλλά δεν ήθελε να είναι και βέβαιη. Φοβόταν πως αυτή τη φορά θα της πω “δεν υπάρχει”, και έτσι δεν με ρώτησε».
12
ΑΝ είστε στον δρόμο τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς, θα πατήσετε την κόρνα χάριν εθίμου;
Αυτή τη φορά έχουμε παράδοση εναντίον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Διότι ο Κώδικας το απαγορεύει: ουδείς δικαιούται να κορνάρει άνευ λόγου. Αλλά ποιος αστυνομικός θα σας κόψει κλήση πάνω στην αλλαγή του έτους; Πάντως, καλού κακού, αν έχετε πιει τίποτε ποτηράκια παραπάνω, αποφύγετέ το το παρατεταμένο κορνάρισμα μπορεί να σας προδώσει…
«Αν είμαι στη μέση του δρόμου στις 12 τα μεσάνυχτα, σημαίνει πως έχω πέσει σε μποτιλιάρισμα. Αρα είμαι εκνευρισμένη, γιατί σκέφτομαι πως οι άλλοι τώρα κάπου με περιμένουν τρώγοντας και πίνοντας. Ο μόνος λόγος για να κορνάρω, είναι για να προχωρήσει ο μπροστινός κανένα μέτρο…».
«Αν θα την πατήσω; Μωρέ, θα της δώσω να καταλάβει!».
«Αν η Αστυνομία έκοβε κλήσεις σε όσους κορνάρουν την Πρωτοχρονιά, θα έκλεινε τη μαύρη τρύπα του προϋπολογισμού!».
«Πριν από καμιά δεκαριά χρόνια, Πρωτοχρονιά, πήγαινα με την νταλίκα μου Θεσσαλονίκη. Είχα κολλήσει στο φανάρι, και ξαφνικά ακούω τον από πίσω να μου κορνάρει. Ε, βγάζω το χέρι μου και του πατάω μια μούντζα! Οπότε βλέπω να “δένει” χειρόφρενο, βγαίνει έξω ήταν μια καλοντυμένη κυρία περί τα 45 έρχεται στο τζάμι μου και λέει: “Τι με μουντζώνεις, βρε; Πρωτοχρονιά! Καλή χρονιά, ηλίθιε!”, και φεύγει».
