«Η Πυριτιδαποθήκη» ενός Βαλκάνιου
Ενδεκα σκηνές. Ενδεκα νεκροί ή βαριά τραυματισμένοι. Ενδεκα εικόνες αποσπασματικές γεμάτες γέλιο και θάνατο, θραύσματα μιας και μοναδικής ιστορίας βαλκανικής ή παγκόσμιας δεν έχει σημασία. Ενας συγγραφέας μόλις 28 ετών, με σπουδές στον χώρο του κινηματογράφου, του θεάτρου και της φιλοσοφίας. Ντέιαν Ντούκοφσκι: ανερχόμενος στη χώρα του και στη Δυτική Ευρώπη, άγνωστος προς το παρόν στην Ελλάδα.
Ενα έργο σπονδυλωτό, πρωτανεβασμένο στο μεγαλύτερο θέατρο της πόλης του, στο Εθνικό Θέατρο των Σκοπίων, βραβευμένο στο Φεστιβάλ Bitef του Βελιγραδίου, μεταφρασμένο ήδη στα αγγλικά, στα γερμανικά και στα πολωνικά. Ενα έργο που προέρχεται από μια χώρα γειτονική, κομμάτι κάποτε της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Το όνομα της χώρας αυτής; Εδώ ίσως να έχουμε μερικές διαφωνίες. Δεν έχει όμως τόση σημασία για την κουβέντα μας. «Η τέχνη άλλωστε», όπως σημειώνει η Βαρβάρα Μαυρομμάτη, η οποία σκηνοθετεί το έργο που ανεβαίνει την Τετάρτη στο θέατρο «Αμόρε», «στηρίζεται ευτυχώς στις ομοιότητες και όχι στις διαφορές».
Γιατί υπάρχει τόση βία στο έργο σας, κύριε Ντούκοφσκι;
«Ο στόχος μου ήταν να γράψω ένα έργο για τη βία μέσα στη ζωή μας, έτσι όπως την έχει κυκλώσει τα τελευταία χρόνια. Οταν το έγραφα ζούσα στη Μόσχα, και εκεί όμως ήμουν μάρτυρας ενός επιθετικού τρόπου ζωής. Οι ήρωες βεβαίως της “Πυριτιδαποθήκης” δεν είναι εγκληματίες αλλά καθημερινοί άνθρωποι. Δεν ήθελα να κάνω ένα νέο “Pulp fiction” ή ένα νέο “Γεννημένοι δολοφόνοι” αλλά να μιλήσω για ανθρώπους: για ανθρώπους που τσακώνονται, για ανθρώπους που θυμώνουν, για ανθρώπους που ζηλεύουν…».
Τα πρόσωπά σας βρίσκονται ένα βήμα πριν ή ένα βήμα μετά τον πόλεμο;
«Οταν ξεκίνησα να γράφω το έργο, το 1994, ο πόλεμος δεν είχε ακόμη ξεσπάσει. Υπήρχε όμως μια ένταση στον αέρα, μια αβεβαιότητα. Οι ήρωές μου ζουν επομένως καταστάσεις που οδηγούν σε πόλεμο, αν και στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου τα γυρίσματα μόλις ξεκίνησαν τροποποίησα λίγο τις σκηνές ανάγοντας τον θεατή στον καιρό της ειρήνης που ακολουθεί έναν πόλεμο».
Στο σενάριο υπάρχει και πάλι αυτή η απαισιόδοξη οπτική;
«Δεν νομίζω ότι είσαι απαισιόδοξος όταν λες την αλήθεια. Αν δεν τη λες, μπορεί να μην είσαι απαισιόδοξος αλλά είσαι ψεύτης. Ο θεατής πρέπει να αναγνωρίζει στη σκηνική πραγματικότητα τη δική του και πιστεύω πως σε αυτό μπορεί να τον βοηθήσει το γέλιο».
Το γέλιο ως μια μορφή αυτοσαρκασμού;
«Ως μια μορφή συμμετοχής, θα έλεγα, στα πάθη των χαρακτήρων· σαν μια μαχαιριά στο στομάχι».
Για τον λόγο αυτόν οδηγείτε τις καταστάσεις στα άκρα;
«Το θέατρο για μένα είναι νεκρό αν δεν είναι γενναίο, αν δηλαδή δεν πειραματίζεται. Και στην προσωπική μου ζωή λειτουργώ πάντα στα όρια. Δεν μου αρκεί το ενδιάμεσο».
Είδαμε όμως αρκετές σκηνές φρίκης στην τηλεόραση κατά τη διάρκεια του πολέμου. Για ποιον λόγο πιστεύετε ότι πρέπει να τις δούμε και πάνω στη σκηνή;
«Κοιτάξτε, δεν με ενέπνευσαν τα τηλεοπτικά πλάνα. Αποτέλεσαν απλώς το ρεαλιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτούργησε το έργο μου. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δημιουργώ κάθε φορά ατμόσφαιρες με όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις έτσι ώστε να γίνομαι περισσότερο άμεσος. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να εξηγούμε τα πάντα τόσο πολύ… Στο τελευταίο μου έργο, το “Η σιωπή που πονά Ποιος τα άρχισε όλα αυτά, ρε γαμώτο;”, έχω γίνει ακόμη πιο ελλειπτικός».
Αυτή η ελλειπτική γραφή θυμίζει βεβαίως αρκετά Πίντερ, Μάμετ…
«Αγαπώ τις σιωπές στο θέατρο. Είναι ίσως ο μόνος χώρος όπου αποκτούν νόημα… Εχω επηρεασθεί, βεβαίως όχι μόνο από τον Μάμετ ή τον Πίντερ αλλά και από τον Ντε Σαντ, το θέατρο του παραλόγου…».
Πόσο παράλογη έγινε η καθημερινότητά σας στη διάρκεια ενός τόσο κοντινού πολέμου;
«Ξέρετε, δεν ήταν μόνο η Γιουγκοσλαβία αλλά όλα τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης που ξαφνικά έχασαν την ιδεολογία τους, την τάξη στη ζωή τους… Οταν γεννιούνται νέες αξίες, πολλοί αποπροσανατολίζονται. Παύουν να ζουν μια κανονική ζωή και δεν είναι λίγες οι φορές που ο φόβος και η αγωνία τους μετατρέπονται σε επιθετικότητα».
Πώς επηρέασαν αυτές οι αλλαγές τον χώρο του θεάτρου;
«Ξαφνικά βρεθήκαμε σε μια περίοδο όπου το θέατρο δεν είχε χώρο να απλωθεί κανένας δεν γράφει για τη γειτονιά του ή για την πόλη του… Οταν λοιπόν οι πολιτιστικές ανταλλαγές διεκόπησαν βίαια, οι καλλιτέχνες βρέθηκαν στο κενό».
Σε ένα κενό που προσπαθεί τώρα να γεμίσει η νέα γενιά των δημιουργών;
«Προσπαθούμε στο μέτρο του δυνατού να ξαναχτίσουμε τις γέφυρες με την Ευρώπη, με τον υπόλοιπο κόσμο, να απαλλαγούμε από την πνευματική απομόνωση λειτουργώντας ξανά συλλογικά… Η χώρα μου είναι πολύ μικρή, υπάρχουν όμως 10-12 ηθοποιοί, π.χ., που συμμετέχουν σε διεθνείς παραγωγές. Από την άλλη, αρχίσαμε πάλι τα ταξίδια, τις συμμετοχές σε φεστιβάλ… Θα έλεγα ότι ένα σημείο κοινό στη νέα αυτή γενιά των συγγραφέων, των ηθοποιών και των σκηνοθετών είναι η ενέργεια».
Στη διάρκεια του εμφυλίου βρεθήκατε ποτέ στην πρώτη γραμμή;
«Ημουν εκεί πνευματικά, συναισθηματικά, όχι σωματικά. Οι φίλοι μου, βλέπετε, ήταν και Κροάτες και Μουσουλμάνοι και Σέρβοι…».
Τα πρόσωπα της «Πυριτιδαποθήκης» έχουν εθνικότητα;
«Οχι. Δεν έχει σημασία η καταγωγή, όπως δεν έχει σημασία και ο συγκεκριμένος τόπος ή χρόνος. Σημασία έχουν οι άνθρωποι. Γι’ αυτούς μιλάω· για τις ιστορίες τους, που για μένα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μικροί κύκλοι ενός άλλου μεγαλύτερου. Αρκεί να σας πω ότι στην ταινία η δράση θα ολοκληρώνεται σε μια νύχτα, σε έναν εφιάλτη. Αρχικά υπήρχε μάλιστα η ιδέα κάθε πρωταγωνιστής να μιλά μια διαφορετική γλώσσα, ακριβώς για να φανεί η ανάγκη υπέρβασης των όποιων ταυτοτήτων».
Τα Βαλκάνια επανέρχονται σε τρία έργα σας. Εχετε γράψει τον «Βαλκανικό δρόμο», τον «Βαλκανικό βρικόλακα» και «Τα Βαλκάνια δεν έχουν πεθάνει». Πρόκειται για κάποια εμμονή;
«Η επιλογή των Βαλκανίων ως χώρου δραματικού δεν ήταν αποτέλεσμα ενσυνείδητης απόφασης. Προέκυψε από την παρατήρηση όσων συμβαίνουν γύρω μου. Είναι κάτι σαν αίσθηση θα έλεγα παρά σαν έμμονη ιδέα».
Πώς «μεταφράζονται» στη χώρα σας τα Βαλκάνια;
«Τα τελευταία χρόνια νιώθω ότι έχει εκλυθεί πολλή αρνητική ενέργεια. Τα Βαλκάνια είναι ένας τόπος γεμάτος πάθος· πλούσιος και αυτοκαταστροφικός ταυτόχρονα, δεμένος σε μια μοίρα κοινή, είτε το θέλει είτε όχι. Και αυτό είναι κάτι που λειτουργεί θετικά στο θέατρο».
Γιατί το λέτε αυτό;
«Γιατί για μένα το θέατρο είναι ένας αγώνας, μια αντίφαση, μια έλλειψη τάξης περισσότερο· ένα πρόβλημα, όχι μια λύση».
Το θέατρο κατά τη γνώμη σας είναι υποχρεωμένο να ασχολείται με την πολιτική ζωή;
«Δεν είναι υποχρεωμένο· απλώς δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτήν. Η πολιτική είναι μέρος της ζωής μας και το θέατρο είναι ζωή. Δεν μπορεί να μένει σιωπηλό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να είναι στρατευμένο».
Σε αυτή την περίπτωση βεβαίως θα ήταν δύσκολο να μεταβληθεί σε γέφυρα μεταξύ δύο κρατών με πολιτικές διαφορές όπως είναι το δικό μας και το δικό σας.
«Μα, αντιθέτως, πιστεύω ότι το θέατρο μπορεί να αποτελέσει τον πιο έξυπνο τρόπο για να ενώσει δύο λαούς. Οι πολιτικοί, βλέπετε, θα περάσουν, οι γείτονες όμως θα μείνουν…».
