Πρόσφατα κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το εγχειρίδιο που ονειρευόταν επί σειρά ετών κάθε συνειδητοποιημένος αμερικανός ταξιδιώτης. Τίτλος του «Δεύτερα Διαβατήρια και Διπλή Υπηκοότητα», απώτερος στόχος του να ενημερώσει για τα πλείστα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται η κτήση μιας δεύτερης ιθαγένειας: από χαμηλότερα δίδακτρα για τους φοιτώντες σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού και δυνατότητα απαλλαγής από πάσης φύσεως φόρους ώς καλύτερο σέρβις σε… αεροπειρατίες. Παρ’ όλες τις παρεκκλίσεις στο εγχώριο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, κάποια από αυτά ισχύουν και για τους έλληνες υπηκόους με εναλλακτική ιθαγένεια. Ανεπισήμως βέβαια, καθώς σύμφωνα με το ΟΔ 3370/55 «περί κυρώσεως του Κώδικος Ελληνικής Ιθαγενείας» και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, όταν έχεις δύο ιθαγένειες, στο έδαφος εκάστης αγνοείται η άλλη.
Το δεύτερο διαβατήριο δεν δίνει απλώς μεγαλύτερη δυνατότητα ελιγμού στις ψυχοφθόρες ουρές διεθνών αερολιμένων (σ.σ.: προνόμιο κυρίως όσων έχουν εξασφαλίσει τα διαπιστευτήρια χώρας – μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίοι μπορούν να αποφεύγουν την ταμπελίτσα «other countries»). Αρκετά εύγλωττη η μαρτυρία της Αννας Κ., 27 χρόνων, φιλολόγου, η οποία ως κάτοχος καναδικής και ελληνικής ιθαγενείας είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει την αξία της πρώτης και τη συνεχή πτώση των μετοχών της δεύτερης.
Σε ένα ταξίδι της στο Νεπάλ, πριν από τέσσερα χρόνια, βρέθηκε αντιμέτωπη με τα συνηθισμένα προβλήματα του ντόπιου οδικού δικτύου. Το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε (ταξιδεύοντας από το Κατμαντού στην Ποκάρα) παρουσίασε κάποιο πρόβλημα και οι επιβάτες κλήθηκαν να το εγκαταλείψουν ώσπου ο δυστυχής οδηγός να αποκαταστήσει την ούτως ή άλλως εύθραυστη λειτουργία του. Η αφόρητη ζέστη και η προοπτική της βόλτας στη διπλανή… ζούγκλα (το λεωφορείο έπρεπε πάση θυσία να αποφύγει μια ριψοκίνδυνη ανηφόρα) είχαν φέρει την ίδια και τους συνταξιδιώτες της σε απόγνωση.
Εκείνη ακριβώς τη δύσκολη ώρα εμφανίστηκε ως από μηχανής θεός ένα βρετανικό τζιπ. Οι επιβαίνοντες σε αυτό δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στους ταλαίπωρους επισκέπτες των λοιπών εθνικοτήτων: το καναδικό όμως διαβατήριο ξύπνησε αμέσως τα φιλάνθρωπα αισθήματά τους. Προσφέρθηκαν αμέσως να την συνοδεύσουν στο πλησιέστερο καταφύγιό τους και να την φιλοξενήσουν όσο χρειαζόταν. Το λεωφορείο τελικά μπόρεσε να φέρει εις πέρας το προγραμματισμένο ταξίδι του, η ευγενής όμως αυτή αμιγώς αγγλοσαξονική προσφορά άφησε ανεξίτηλα τα χρώματά της στη μνήμη της ταξιδιώτισσας.
Η δεύτερη εμπειρία της στάθηκε αντιθέτως καθ’ όλα επώδυνη «από τις χειρότερες της ζωής μου», λέει χαρακτηριστικά. Ενα ταξίδι στο Παρίσι πριν από επτά χρόνια συνέπεσε με την είδηση του θανάτου του πατέρα της και ως εκ τούτου έπρεπε να επισπευσθεί η αναχώρησή της. Εισιτήριο υπήρχε για την επόμενη ημέρα στο όνομα κάποιας φίλης και επειδή τα γραφεία της Ολυμπιακής ήταν κλειστά (ήταν Σαββατοκύριακο) κατέφυγε στην ελληνική πρεσβεία των Παρισίων. Εξηγώντας πώς είχε η κατάσταση και προτάσσοντας βεβαίως την ανάγκη να επιστρέψει το συντομότερο προκειμένου να παρευρεθεί στην κηδεία του πατέρα της, ζήτησε να την βοηθήσουν να βγάλει το εισιτήριο στο δικό της όνομα. Η απάντηση από την πρεσβεία ήταν ενδεικτική της σημασίας που απέδωσαν οι αρμόδιοι στο αίτημα της ελληνίδας υπηκόου: δυστυχώς δεν μπορούσαν την εξυπηρετήσουν διότι ήσαν όλοι απορροφημένοι με τις προετοιμασίες μιας δεξίωσης. Το αποτέλεσμα ήταν να επιστρέψει στην Ελλάδα πολύ αργά πλέον, πέντε ημέρες μετά, αφού δεν κατάφερε να βρει άλλο εισιτήριο.
Η Μάρθα Σ., 24 χρόνων, αρχιτέκτων, κάτοχος ελληνικής και φινλανδικής υπηκοότητας έχει επανειλημμένως «εκμεταλλευθεί» τη διττή ταυτότητά της, κυρίως όσον αφορά τις συναλλαγές της με τελωνειακούς. Σε ένα ταξίδι της από την Αθήνα στη Στοκχόλμη, συντροφιά με τον ελληνικής ιθαγενείας πατέρα της, φρόντισε να αξιοποιήσει δεόντως τον υποβόσκοντα ρατσισμό των υπαλλήλων του αεροδρομίου Arlanda. Γνωρίζοντας την καχυποψία τους απέναντι σε όλους τους… μελαψούς επιβάτες (αποκαλούν μάλιστα «svartskalle» = «μαυροκέφαλο» όποιον κατάγεται από τη Νότια Ευρώπη) και έχοντας εμφανώς μαζί με το φινλανδικό διαβατήριο τα ανοιχτά χρώματα της «Βόρειας», φρόντισε να τοποθετήσει στη δική της βαλίτσα όλα τα «τιμαλφή» που για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν ήταν φρόνιμο να δηλωθούν στο τελωνείο. Ο πατέρας της, ως svartskalle, υπέστη την εξονυχιστική εξέταση των αποσκευών του, η ίδια εισέπραξε ένα φιλικό μειδίαμα.
Ως γνωστόν η αμερικανική ιθαγένεια δεν αποτελεί πάντοτε ταξιδιωτικό προνόμιο, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη οι εμμονές των απανταχού αεροπειρατών. Ο Στέλιος Μ., 30 ετών, δικηγόρος, προτιμά να «ζυγίζει» κάθε φορά τη χώρα του προορισμού του προκειμένου να κρίνει ποιο από τα διαβατήριά του θα του εξασφαλίσει το πιο αναίμακτο ταξίδι. Ετσι, όταν πηγαίνει για διακοπές στην Αίγυπτο, στο Μαρόκο ή οπουδήποτε άλλου εκτός Ευρώπης και Αμερικής προβάλλει την ελληνική του υπηκοότητα διά παν ενδεχόμενο. «Θυμάμαι πριν από μερικά χρόνια, που είχαν γίνει μια σειρά αεροπειρατίες εις βάρος αμερικανών τουριστών, με είχαν προειδοποιήσει να μην ταξιδεύω ποτέ με το δεύτερο διαβατήριό μου», λέει.
Η στρατιωτική θητεία είναι ένα ακόμη φλέγον θέμα που καλούνται να λάβουν υπόψη τους οι άρρενες κάτοχοι διπλής ιθαγενείας. «Εγώ υπηρέτησα κανονικά στον ελληνικό στρατό, ο αδελφός μου όμως κατάφερε να πάρει απολυτήριο αφού υπηρέτησε για τέσσερα χρόνια στον αμερικανικό ο οποίος θεωρείται συμμαχικός στρατός λόγω ΝΑΤΟ», αντλεί ο ίδιος από την ενδοοικογενειακή εμπειρία του. «Στην περίπτωση όμως όπου είχαμε, επί παραδείγματι, ελληνική και ισραηλινή ιθαγένεια θα ήμασταν αναγκασμένοι να υπηρετήσουμε δύο στρατιωτικές θητείες».
Οι μικρής εμβελείας κομπίνες είναι βεβαίως από τις πιο προσφιλείς πρακτικές των διττών υπηκόων. Ο Ελληνοαυστραλός Γιώργος Κ., 30 ετών, σερβιτόρος, θυμάται ένα ταξίδι που πραγματοποιούσε οδικώς ανά την Ευρώπη συντροφιά με τον πατέρα του, επίσης Ελληνοαυστραλό και τον θείο του, ο οποίος για κακή του τύχη δήλωνε αποκλειστικώς έλλην υπήκοος. «Ηταν το 1986, ερχόμασταν από τη Γερμανία και θέλαμε να περάσουμε ένα αυτοκίνητο στην Ελλάδα. Στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία μάς σταμάτησαν για έλεγχο και η διπλή υπηκοότητα μας έσωσε από μια μεγάλη περιπέτεια. Ο θείος μου όμως μπλέχτηκε στα δίχτυα μιας αφόρητης γραφειοκρατίας: τον έβαλαν να συμπληρώσει καμιά δεκαριά αιτήσεις και τον βομβάρδισαν με ερωτήσεις για το πού και τι».
Δεν πρέπει όμως να παραβλέπονται και οι ευκολίες με τις βίζες. «Πριν από μερικά χρόνια», λέει ο ίδιος, «είχα πάρει την απόφαση να κάνω τον γύρο της Ευρώπης με το Interail. Για κάποιο λόγο είχα ξεχάσει την ύπαρξη του ελληνικού διαβατηρίου μου και στενοχωριόμουν που θα αναγκαζόμουν να αποκλείσω το Παρίσι από το πρόγραμμά μου» (σ.σ.: η Γαλλία ήταν μέχρι πρότινος η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που ζητούσε από τους αυστραλούς υπηκόους την έκδοση βίζας). Κάποια στιγμή όμως βγήκε από το συρτάρι η ως τότε αδρανής ελληνική ιθαγένεια και ο Πύργος του Αϊφελ συμπεριελήφθη στο άλμπουμ με τις αναμνηστικές φωτογραφίες.
Η πρώτη επαφή της Ελένης Κ., 35 χρόνων, καθηγήτριας της Ιστορίας, με τις πλείστες ευκολίες που συνεπάγεται διεθνώς η πολυϊθαγένεια έγινε σε μια εκδρομή όταν η ίδια είχε μόλις κλείσει τα 14. «Από τα πρώτα μου ταξίδια συνήθιζα να κουβαλώ το ελληνικό και το αγγλικό μου διαβατήριο για περίπτωση ανάγκης», λέει. Και φαίνεται ότι η προνοητικότητά της την έβγαλε ασπροπρόσωπη. «Μετά από μια οικογενειακή συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε πανηγυρικά σε ένα χωριό της Βόρειας Ιταλίας αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο Λονδίνο οδικώς. Σε μια στάση που κάναμε σε ένα ταβερνάκι σε γερμανικό χωριό κρέμασα την τσάντα με το διαβατήριό μου στη ράχη της καρέκλας. Αντελήφθην την απουσία της πολύ αργά, όταν πια είχαμε φθάσει στο Στρασβούργο». Το αγγλικό διαβατήριο που ήταν φυλαγμένο στο αυτοκίνητο έσωσε την κατάσταση, «αλλά και οι γερμανοί εστιάτορες δεν παρέλειψαν να της στείλουν το… αδικοχαμένο».
