Ο Μάλορι ξεκίνησε μαζί με τον Ιρβιν πριν από 75 χρόνια να σκαρφαλώσουν στην απάτητη κορυφή. Εκτοτε τα ίχνη τους εξαφανίστηκαν. Μαζί τους και η αλήθεια για την κατάκτηση του μυθικού βουνού. Το μεγάλο ερώτημα παραμένει και μετά την εύρεση του πτώματός του: Ηταν ο Μάλορι ο πρώτος άνθρωπος που κοίταξε τη Γη από το υψηλότερο σημείο της;




Βρέθηκε στη βορειοανατολική κορυφογραμμή του Εβερεστ. Ανατολικά από τον προεξέχοντα βράχο ονόματι First Step . Η ορειβατική σκαπάνη είχε δύο σημάδια στη λαβή της, έναν μικρό σταυρό και τρεις παράλληλες χαρακιές γεμισμένες με μελάνι. Εντοπίστηκε από τον ορειβάτη Πέρσι Γουίν Χάρις στις 30 Μαΐου 1933 και ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η αγγλική αποστολή στο Εβερεστ. Δέκα χρόνια ενωρίτερα, στην αμέσως προηγούμενη ορειβατική αποστολή που είχε πραγματοποιηθεί στις ομιχλώδεις βουνοκορφές, είχαν χαθεί τα ίχνη των Τζορτζ Μάλορι και Αντριου Ιρβιν. Ηταν στις 8 Ιουνίου 1924, όταν οι δύο άνδρες ξεκινούσαν με σκοπό να κατακτήσουν τις απάτητες τότε κορυφές.


Οταν το 1962 τα αδέλφια του Ιρβιν ξετρύπωσαν μέσα από κάποιο μπόγο μια ραβδοσκαπάνη, η οποία είχε τα ίδια σημάδια με εκείνη που βρέθηκε στο Εβερεστ, όλοι συμπέραναν ότι ιδιοκτήτης και των δύο εργαλείων δεν ήταν άλλος από τον Αντριου Ιρβιν. Αρα, αν κάποιος ήθελε να οδηγηθεί στα… απομεινάρια του άτυχου ορειβάτη, δεν είχε παρά να ψάξει στην ευρύτερη χιονισμένη επιφάνεια που απλώνεται μερικές εκατοντάδες πόδια χαμηλότερα από το σημείο όπου ήταν εγκαταλειμμένη η ορειβατική σκαπάνη.


Ο Γιόχεν Χέμλεμπ, δεινός μελετητής του ιστορικού που αφορά τις αποστολές στο Εβερεστ, έχει να καταθέσει διαφορετική άποψη. Η υπόθεση ότι ο Ιρβιν και πιθανότατα ο Μάλορι κατακρημνίστηκαν κοντά στο σημείο όπου βρέθηκε η σκαπάνη είναι ανυπόστατη για τον Χέμλεμπ. «Η κορυφογραμμή είναι αρκετά πλατιά σε εκείνη την τοποθεσία. Δεν μοιάζει με σημείο από όπου κάποιος μπορεί να πέσει. Πολύ περισσότερο, εκεί υπάρχουν μερικά φυσικά πλαίσια ικανά να σταματήσουν πιθανή πτώση» υποστηρίζει ο ίδιος στο σύγγραμμα «Τα φαντάσματα του Εβερεστ: η αναζήτηση του Μάλορι». Τον ενοχλούσε κάτι ακόμη: η σκαπάνη βρέθηκε σε οριζόντια θέση στην πλάκα ενός βράχου που είχε ελαφρά κλίση. Δεν ήταν σφηνωμένη ούτε είχε πάθει την παραμικρή καταστροφή. «Είναι πολύ πιο πιθανόν να την είχε τοποθετήσει ηθελημένα οποιοσδήποτε στο συγκεκριμένο σημείο, παρά να κατέληξε εκεί έπειτα από ατύχημα» επιμένει ο Γιόχεν Χέμλεμπ. Σε όλα αυτά ήρθε να προστεθεί και η μαρτυρία του κινέζου ορειβάτη Γουάνγκ Χόνγκμπαο. Ο τελευταίος βρήκε κατά τη διάρκεια κινεζικής εκστρατείας στο camp 6 το 1975 και, ενώ έκανε σύντομο περίπατο στα βουνά, ένα άψυχο σώμα το οποίο περιέγραψε ως… αδιαμφισβήτητα αγγλικό. Επρεπε να περάσουν τέσσερα χρόνια και ο Γουάνγκ να πάρει μέρος στην κινεζοϊαπωνική αποστολή, προκειμένου να εξιστορήσει στον ιάπωνα ορειβάτη Ασεγκάουα Γιοσινόρι τα σχετικά με την ανακάλυψη του «νεκρού Αγγλου». Σύμφωνα δε με τα λεγόμενα του Γιοσινόρι: «Μου είπε: «8.100 μέτρα Αγγλος». Και αμέσως μετά έκανε μια χειρονομία που δήλωνε ότι ήθελε να κοιμηθεί. Επειτα, ο Γουάνγκ άνοιξε το στόμα του, έδειξε το μάγουλό του και στη συνέχεια τσιμπήθηκε στο συγκεκριμένο σημείο με τα δάχτυλά του…». Ο Γουάνγκ επέλεξε αυτό τον συμβολισμό προκειμένου να μεταφέρει πιστά στον Ιάπωνα την εικόνα που αντίκρισε και που οφειλόταν σε τσιμπήματα πουλιών. Και αυτά ήταν όλα όσα πρόλαβε να μάθει ο Ασεγκάουα. Μια χιονοστιβάδα παρέσυρε τον Γουάνγκ την επόμενη ημέρα, με αποτέλεσμα ο κινέζος ορειβάτης να χάσει τη ζωή του. Με τα νέα δεδομένα, για τον Χέμλεμπ τα πράγματα ήταν απλά. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο από να αναγνωρίσει την τοποθεσία όπου υπήρχε το 1975 το camp 6 και το πτώμα. Μόνο που ακόμη και αυτό αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη επιχείρηση, για τον λόγο ότι δεν υπήρχαν σαφείς πληροφορίες ως προς το ακριβές γεωγραφικό σημείο.


Το νεκροταφείο



Το μεσημέρι της περασμένης Πρωτομαγιάς έξι ορειβάτες ξεκίνησαν εκ νέου την επιχείρηση εντοπισμού του camp 6. Εχοντας αφετηρία τους τη βόρεια κορυφογραμμή, κατευθύνθηκαν προς το βορινό πρόσωπο του Εβερεστ. Η ώρα ήταν περασμένες 10, όταν ένα μέλος της ορειβατικής ομάδας ανακάλυψε έναν μπλε κύλινδρο οξυγόνου που έφερε τα διακριτικά της κινεζικής εκστρατείας του 1975: ένα σημάδι που πιστοποιούσε ότι η αποστολή βρισκόταν πολύ κοντά στο σημείο όπου είχε στηθεί η παλιά κινεζική κατασκήνωση. Σύμφωνα δε με τους υπολογισμούς τους, θα έπρεπε να ήταν υψηλότερα από την πλαγιά με τη μεγάλη κλίση που ορθωνόταν εμπρός τους.


Επειτα από μισής ώρας πορεία τρεις εκ των ορειβατών ­ ο Ταπ Ρίτσαρντς, ο Κόνραντ Ανκερ και ο Τζέικ Νόρτον ­ έπεσαν επάνω σε ένα νεκροταφείο με κατακρεουργημένα παγωμένα πτώματα. «Εμοιαζε με ζώνη περισυλλογής των ορειβατών που έχασαν τη ζωή τους ύστερα από μια μοιραία πτώση. Οταν είσαι στο βορινό πρόσωπο του Εβερεστ, ο θάνατος είναι κάτι σαν ομίχλη που ξεπροβάλλει στην ατμόσφαιρα. Πραγματικά, η εικόνα που είδα με σόκαρε» δήλωσε αργότερα ο Ρίτσαρντς για τους έξι νεκρούς ορειβάτες που, από ό,τι φάνηκε, είχαν σκοτωθεί σχετικά πρόσφατα. Ο Ανκερ είχε ακολουθήσει για καλή του τύχη το ένστικτό του. Είχε κοιτάξει χαμηλά. «Ενα λευκό κομμάτι το οποίο γινόταν περισσότερο φωτεινό, ακόμη και από τον βράχο που το περιτριγύριζε, ακόμη και από το χιόνι» ήταν όλα όσα είδαν τα μάτια του. Φτάνοντας κοντά, πρόσεξε ότι το λευκό που έβλεπε δεν ήταν παρά ένα ακόμη άψυχο κορμί. Μόνο που ήταν διαφορετικό από τα προηγούμενα. «Ηταν ένα σώμα που έμοιαζε να έχει ξεμείνει στο συγκεκριμένο σημείο από πολύ παλιά. Φοβάμαι ότι δεν ήμουν ιδιαίτερα εύγλωττος. Απλά κάθησα σε έναν βράχο δίπλα στον Κόνραντ και το μόνο που έκανα ήταν να θαυμάζω εκείνο το τέλειο αλαβάστρινο σώμα. Δεν πίστευα ότι θα βρίσκαμε κάτι ήδη από την πρώτη ημέρα. Είχαμε προετοιμαστεί για μια απλή αναγνώριση εδάφους. Ηταν εκπληκτικό. Δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι κοιτάζαμε το άψυχο κορμί ενός άνδρα που είχε κολλήσει στα βουνά επί 75 χρόνια. Τα ρούχα του είχαν ξεφτίσει και το δέρμα του είχε αποχρωματιστεί. Ηταν ολότελα λευκό. Ενιωθα λες και αντίκριζα ένα ρωμαϊκό ή ελληνικό μαρμάρινο άγαλμα» παρατηρεί ο Τζέικ Νόρτον, ο πρώτος που έφτασε κοντά στον Ανκερ.


Η εικόνα του παρελθόντος


Το σώμα βρέθηκε ξαπλωμένο σε μια εντελώς χαλαρή στάση. Θα πίστευε κανείς ότι η πτώση είχε συμβεί λίγα λεπτά ενωρίτερα. Το κεφάλι και ο άνω κορμός ήταν παγωμένα σε σημείο που είχαν γίνει ένα με τα χαλίκια, τα οποία στο πέρασμα των δεκαετιών είχαν κολλήσει επάνω στα ακινητοποιημένα μέλη. Οι έντονα μυώδεις ώμοι κατέληγαν σε δύο δυνατά χέρια που έμοιαζαν να έχουν γραπώσει το βουνό, καθώς τα λυγισμένα δάχτυλα είχαν σκάψει βαθιά στο έδαφος. Τα πόδια βρίσκονταν σε κατηφορική θέση. Το ένα ήταν σπασμένο και το άλλο ήταν περασμένο προστατευτικά επάνω από το χτυπημένο άκρο. «Δεν βλέπαμε απλά και μόνο ένα κουφάρι αλλά μια ολόκληρη εποχή που γνωρίζαμε μόνο μέσα από τα βιβλία. Τα φυσικά ινώδη ρούχα, το δερμάτινο κράνος με τις γούνινες λεπτομέρειες, το σχοινί που ήταν δεμένο επάνω του… Ολα είχαν να πουν κάτι» λέει ο οδηγός της ορειβατικής ομάδας Ντέιβ Χαν. Δεν υπήρχε αμφιβολία, το άψυχο κορμί ήταν ό,τι απέμεινε από τον Αντριου Ιρβιν. Ολοι συμφώνησαν σε αυτή την υπόθεση, όταν ο Νόρτον γρατσουνίζοντας μια επιμνημόσυνη πέτρα διάβασε: «Αντριου Ιρβιν 1902-1924». Ο μόνος που είχε ενστάσεις ήταν ο Αντι Πόλιτζ.


Ο Ρίτσαρντς και ο Νόρτον άρχισαν να ελευθερώνουν το σώμα από τα ρούχα: πολλά βαμβακερά στρώματα υφάσματος, ένα φανελένιο πουκάμισο, μάλλινο πουλόβερ και παντελόνι, μεταξωτά εσώρουχα και ένα εξωτερικό ένδυμα από υλικό που θύμιζε λινάτσα. Η έκπληξη ήρθε από το κολάρο στο πουκάμισο. Εκεί υπήρχε μια ετικέτα πλυντηρίου με το όνομα Τζ. Μάλορι. Οπως ήταν αναμενόμενο, οι ορειβάτες έμειναν άφωνοι και αμέσως μετά συνειδητοποίησαν ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος ο Ιρβιν να είχε φορέσει το πουκάμισο του Μάλορι. Επιπλέον, ακολούθησε η αποκάλυψη από άλλες δύο επιγραφές με το ίδιο όνομα. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί ήμουν σίγουρος ότι δεν είχαμε βρει τον Ιρβιν. Κάτι δεν μου πήγαινε καλά με τη στάση του σώματος. Με άλλα λόγια, ήταν πεσμένο μπρούμυτα και η εικόνα του δεν συμφωνούσε με την περιγραφή του Γουάνγκ. Τέλος, βρισκόταν αρκετά μακριά από το κινεζικό camp 6 και άρα δεν ήταν λογικό να είχε εντοπιστεί από κάποιον κατά τη διάρκεια μιας κοντινής περιήγησης» εξήγησε αργότερα ο Πόλιτζ.


Τα ευρήματα που μιλούν


Από τις τσέπες του πτώματος ξετρύπωσαν διάφορα μικροαντικείμενα, όπως ένα ψαλίδι νυχιών, ένα μικρό μολύβι, έναν σουγιά. Το ζευγάρι των γυαλιών που βρέθηκε επίσης μέσα στην τσέπη του Μάλορι πιστοποιεί ότι την ώρα της πτώσης ο αλπινιστής δεν το χρειαζόταν, αφού ο ήλιος είχε δύσει. Το δε ρολόι χειρός ερευνάται από τους ειδικούς, προκειμένου να εκτιμηθεί αν σταμάτησαν να γυρίζουν οι δείκτες λόγω πτώσης στη 1.25 ή αν αυτό συνέβη απλώς επειδή το ρολόι ξεκουρδίστηκε. Επιπλέον, δεν υπήρχε πουθενά η φωτογραφική κάμερα της Kodak, η οποία θα λειτουργούσε ως αδιάσειστο τεκμήριο για το αν οι άτυχοι ορειβάτες είχαν προλάβει ή όχι να κατακτήσουν την κορυφή του Εβερεστ. Οπως και να είχε, το σίγουρο είναι ότι το ορειβατικό δίδυμο είχε σκαρφαλώσει στην οροσειρά υψηλότερα από οποιονδήποτε άλλον ως τότε. Την 8η Ιουνίου 1924, όντας στην τελική ευθεία της προσπάθειάς τους, ο Μάλορι και ο Ιρβιν είχαν έρθει αντιμέτωποι με τρία εμπόδια: τον καιρό, το οξυγόνο και τον χρόνο. Σύμφωνα με υπολογισμούς των ειδικών, οι ορειβάτες δεν έδωσαν τέλος στην αναρρίχησή τους ούτε όταν χάθηκε το φως του ήλιου. Συνέχισαν να σκαρφαλώνουν στο σκοτάδι, ενώ οι καιρικές συνθήκες χειροτέρευαν ώρα με την ώρα. Τέλος, είχαν ξεμείνει από οξυγόνο, γεγονός που αποδεικνύεται από την απουσία των ειδικών κυλίνδρων. Αλλά και τα λαστιχάκια τα οποία στήριζαν τη μάσκα για τη χορήγηση του αερίου βρέθηκαν φυλαγμένα στην τσέπη του Μάλορι. Αραγε ο Αντριου Ιρβιν και ο Τζορτζ Μάλορι έφτασαν στο ύψιστο σημείο της οροσειράς πριν από τους Χίλαρι και Τένζινγκ;


Τελικά, μόνο ένα στοιχείο φαίνεται ότι μπορεί να οδηγήσει στην αλήθεια. Είναι γνωστό ότι ο Μάλορι σκόπευε να εγκαταστήσει στη βουνοκορφή του Εβερεστ τη φωτογραφία της γυναίκας του, Ρουθ· φυσικά στην περίπτωση όπου έβγαινε αληθινό το όνειρό του να αγναντέψει τον κόσμο από την απάτητη άκρη της Γης. Μέσα στο σακουλάκι που είχε κρεμασμένο ο Μάλορι γύρω από τον λαιμό του βρέθηκαν αρκετά γράμματα. Ωστόσο κανένα γράμμα και κανένα πορτρέτο της συζύγου του δεν υπήρχε ανάμεσά τους.