Είναι ευρέως διαδεδομένη η άποψη ότι η σχέση θρησκείας και επιστήμης είναι άκρως αντιθετική και εχθρική και ότι ο θρησκευτικός λόγος και το θρησκευτικό συναίσθημα όχι μόνο δεν συμβαδίζουν με την επιστημονική σκέψη αλλά αποτελούν ουσιαστικά και τροχοπέδη της. Μια τέτοια άποψη δεν είναι ασφαλώς αβάσιμη ούτε και ιστορικά ατεκμηρίωτη. Παρουσιάζει ωστόσο, όπως θα προσπαθήσω στη συνέχεια να δείξω, τη μία πλευρά της αλήθειας, που τελικά αποδεικνύεται, ως συνήθως, περισσότερο πολύεδρη και πολυεδρική.


Βέβαια, οι «στιγμές» ρήξης στις σχέσεις χριστιανικής θρησκείας και επιστήμης ­ που εκ των πραγμάτων αφορούν την καθολική και προτεσταντική Εκκλησία ­ δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν κοινωνικά ή ιστορικά ασήμαντες ή αδιάφορες. Η ηλιοκεντρική θεωρία του Κοπέρνικου, η δίκη του Γαλιλαίου, η μαρξιστική θεωρία του διαλεκτικού υλισμού, η θεωρία της φυσικής επιλογής του Δαρβίνου ή ακόμη και η θεωρία του Φρόιντ, για τα ανθρώπινα ορμέμφυτα και το ασυνείδητο, αποτελούν κορυφαία χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων ρηγμάτων που για μακρύ χρονικό διάστημα έχουν ταλανίσει τον δυτικό πολιτισμό.


Ωστόσο η σχέση θρησκείας και επιστήμης είναι πολύ βαθύτερη, πιο ουσιαστική και οπωσδήποτε περισσότερο παραγωγική από όσο τα παραπάνω παραδείγματα αφήνουν να εννοηθεί. Είναι μια σχέση που φαίνεται πως υπακούει σε κάποιους άδηλους, μυστηριακούς κανόνες, σε κάποια υπόγεια ρεύματα που πηγάζουν από τα βάθη των αιώνων. Το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της Margaret Wertheim «Το παντελόνι του Πυθαγόρα» (μετάφραση Φώντας Κονδύλης, επιμέλεια μετάφρασης Ανέστης Μ. Αναγνωστάκης, εκδόσεις Π. Τραυλός – Ε. Κωσταράκη, 1998) αναφέρεται στις πυθαγόρειες ρίζες της σχέσης αυτής, στη θρησκευτική όσο και ιερατική τάση που παρατηρείται στον χώρο της φυσικής επιστήμης, αλλά και στον παρεπόμενο ουσιαστικά αποκλεισμό του γυναικείου φύλου από την επιστήμη της Φυσικής.


Παραδείγματα εναρμόνισης


Δεν θα σταθώ στα ζητήματα αυτά αλλά θα προσπαθήσω πολύ σύντομα να φωτίσω το θέμα και από άλλες, συμπληρωματικές πλευρές, εμμένοντας πάντοτε στη θετική ­ παραγωγική, θα την έλεγα ­ πλευρά της σχέσης, που αν και ιστορικά τεκμηριωμένη χάνεται μάλλον μέσα στις αντιπαραθέσεις, στις εχθρότητες και στις αντιπαλότητες· μέσα στις βίαιες ρήξεις και στον πόνο που η αρνητική πλευρά αυτής της σχέσης έχει ιστορικά επιδείξει στη Δύση.


Είναι ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς κατ’ αρχάς ότι η προσπάθεια εναρμόνισης του θρησκευτικού και του ορθού λόγου που επιχειρήθηκε κατά τον Μεσαίωνα μέσα στους κόλπους της χριστιανικής Εκκλησίας, με βάση την αριστοτελική σκέψη, προετοίμασε το έδαφος για τον επιστημονικό τρόπο παρατήρησης. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας τέτοιας προσπάθειας θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον 8ο αιώνα, στην ορθόδοξή μας Εκκλησία, και τον Θωμά τον Ακινάτη, τον 13ο αιώνα, στην καθολική Εκκλησία. Ετσι δεν είναι καθόλου παράλογο να υποστηριχθεί ότι η χριστιανική θεολογία και η σχολαστική φιλοσοφία είχαν επίσης ­ με τον αριστοτελισμό τους ­ και τη θετική τους συνιστώσα στην εδραίωση και ανάπτυξη της επιστήμης. Αλλά και ακόμη παραπέρα: η ουμανιστική ανανέωση της αρχαίας ελληνικής επιστήμης, σε όλη την Αναγέννηση, και η άνθηση της φυσικής επιστήμης, στην οποία αυτή τελικά οδήγησε, δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αν η χριστιανική Εκκλησία, με τη σχολαστική φιλοσοφία της, την εργατικότητα και την αφομοιωτική δύναμή της, δεν διέσωζε ­ κατά τον Μεσαίωνα, όταν τα γερμανικά φύλα κατέστρεψαν και υπέταξαν το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ­ τα υψηλά επιτεύγματα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Μέσω της θρησκευτικής διαπαιδαγώγησης η χριστιανική θρησκεία, σε Ανατολή και Δύση, προετοίμασε το έδαφος για την επιστημονική μόρφωση και ανάπτυξη των λαών της Ευρώπης.


Σημαντική θα μπορούσε άλλωστε να θεωρηθεί και η συμβολή του πυθαγόρειου-νεοπλατωνικού φιλοσοφικού ρεύματος που παρ’ όλο τον μυστικισμό του κατόρθωσε, με τα αφομοιωμένα πάντως από τη χριστιανική Εκκλησία στοιχεία του, να εδραιώσει και να γονιμοποιήσει τη φυσική επιστήμη.


Σε ένα περισσότερο θεωρητικό επίπεδο θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η προσδοκία της προόδου τον 19ο και τον 20ό αιώνα, τόσο στον κοινωνικό όσο και στον επιστημονικό και τεχνολογικό τομέα, έχει και χριστιανικές ρίζες, αφού ουσιαστικά εκφράζεται στη βάση ενός μεταμορφωμένου μεσσιανισμού. Χριστιανικές επίσης ρίζες θα μπορούσε κανείς να αναγνωρίσει και στην επιστημονική έννοια της απόλυτης αλήθειας. Οσο παρακινδυνευμένες και αν είναι πάντως οι θέσεις αυτές, σίγουρα μπορούμε να συμφωνήσουμε στην άποψη ότι η απόλυτη αλήθεια είναι πράγματι ο πυρήνας του ενδιαφέροντος τόσο της θρησκείας όσο και της φυσικής επιστήμης.


Η επιστήμη βρίσκεται καθ’ οδόν όσον αφορά την αλήθεια αυτή, καθώς απεγνωσμένα προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από το φαίνεσθαι και να ταυτιστεί με το είναι· καθώς προσπαθεί δηλαδή να προσεγγίσει το Απόλυτο, το πλατωνικό όντως ον. Η θρησκεία, από το μέρος της, δηλώνει με τον εσχατολογικό λόγο της ότι βρίσκεται ήδη ­ θα λέγαμε εξ αρχής ­ στο τέρμα αυτής της αναζήτησης, αφού η απόλυτη αλήθεια ταυτίζεται με τη χριστιανική έννοια της Τριαδικής Θεότητας.


Η αρχή και το τέλος


Ο επιστημονικός άλλωστε λόγος ποτέ δεν θα μπορέσει να αποφανθεί με ουσιαστική ακρίβεια για τις οριακές συνθήκες της ύπαρξης, την αρχή δηλαδή και το τέλος. Ο θρησκευτικός λόγος, αντίθετα, παρουσιάζει μια δική του αλήθεια, την οποία όμως καμία επιστημονική σκέψη ή μέθοδος δεν μπορεί να επαληθεύσει ή να απορρίψει. Δεν είναι εξάλλου λίγες οι φορές που η θρησκευτική ενόραση χρησίμευσε ως καταλύτης σημαντικών επιστημονικών υποθέσεων και ανακαλύψεων. Επιστημονικός και θρησκευτικός λόγος δεν αλληλοαναιρούνται επομένως αναγκαστικά· μπορούν να δράσουν και συμπληρωματικά.


Ο σύνθετος λόγος που αναπόδραστα προκύπτει από την άποψη αυτή συμβάλλει ίσως πιο αποτελεσματικά στην πολύπλευρη προσέγγιση της αλήθειας αλλά και στην οικοδόμηση ενός μέλλοντος με περισσότερη φρόνηση και αισιοδοξία.


Ο κ. Ι. Ν. Μαρκόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής της Χημικής Μηχανικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.