από metereologos.gr
Κυριακή 22 Ιουλίου 2018
 
 

Σε κρίσιμο σταυροδρόμι οι ελληνικές τράπεζες

Χρονιά-σταθμός από την οποία θα φανεί εάν θα επιστρέψει ο κλάδος στην κανονικότητα ή θα υποχρεωθεί σε πισωγύρισμα είναι το 2018 – Stress tests και έξοδος από το Μνημόνιο τα δύο μεγάλα στοιχήματα
Σε κρίσιμο σταυροδρόμι οι ελληνικές τράπεζες
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Χρονιά-σταθμό για το εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα χαρακτηρίζουν οι τραπεζίτες το 2018. Οπως εκτιμούν, στο επόμενο 12μηνο θα διαφανεί εάν οι τράπεζες είναι σε θέση για πρώτη φορά μετά το καταστροφικό πρώτο εξάμηνο του 2015 να πατήσουν ξανά γερά στα πόδια τους ή αν θα υπάρξει νέο πισωγύρισμα.

Δύο είναι τα μεγάλα ορόσημα για τον κλάδο την εφετινή χρονιά: πρώτον, τα stress tests στα οποία συμμετέχουν Alpha Bank, Eurobank, Εθνική και Τράπεζα Πειραιώς, τα αποτελέσματα των οποίων θα ανακοινωθούν έως και τον Μάιο, και, δεύτερον, η ομαλή έξοδος της χώρας από το Μνημόνιο τον ερχόμενο Αύγουστο, με τη μετάβαση σε ένα αυστηρό, πλην όμως χαλαρότερο πλαίσιο εποπτείας.

Θετικές εξελίξεις σε αυτά τα δύο ανοιχτά μέτωπα θα σημάνουν σημαντική βελτίωση της εμπιστοσύνης και θα συμβάλλουν καθοριστικά στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης, μετά την αναιμική άνοδο του ΑΕΠ το 2017. Πρόκειται για συνθήκες ικανές για την ταχύτερη επιστροφή του τραπεζικού κλάδου στην κανονικότητα, καθώς θα ανοίξει ο δρόμος για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των δύο βασικότερων αδυναμιών του: του θέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με την ουσιαστική αποκλιμάκωση των σχετικών δεικτών, και του ζητήματος της ρευστότητας, με την έξοδο στις αγορές και την αύξηση του υπολοίπου των καταθέσεων.


Χρονιά αναταράξεων


Τραπεζικοί κύκλοι μιλώντας στο «Βήμα» τονίζουν ότι αναμφίβολα το 2018 θα είναι ένα ακόμα έτος μεγάλης διακύμανσης για τα πιστωτικά ιδρύματα, «μια χρονιά που η θάλασσα θα είναι κατά διαστήματα φουρτουνιασμένη».

Η πρώτη πηγή ανησυχίας που θα προβληματίσει καταθέτες και επενδυτές είναι το κλίμα αβεβαιότητας που προκαλούν αναπόφευκτα τα stress tests. Οπως τονίζουν οι ίδιες πηγές, πάντοτε εν μέσω τέτοιων αξιολογήσεων οι φήμες για το αποτέλεσμά τους μπορούν να επηρεάσουν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση το κλίμα στην εγχώρια αγορά, προκαλώντας μεταβλητότητα στο Χρηματιστήριο και αυξομειώσεις στην καταθετική βάση.

Η δεύτερη εστία κινδύνου που μπορεί να προκαλέσει αναταράξεις είναι πολιτική. Σχετίζεται με την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος από την κυβέρνηση και τo επιδιωκόμενο deal με τους δανειστές για τη μετάπτωση σε ένα νέο λιγότερο αυστηρό καθεστώς, με ταυτόχρονη ρύθμιση του ελληνικού χρέους.

«Αν εξαιρέσεις την τρίτη αξιολόγηση, έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια σε διαπραγματεύσεις δύσκολες, που... τραβούν χρονικά και δεν επιτρέπουν ασφαλείς προβλέψεις για την κατάληξή τους, παρά μόνο ελάχιστο διάστημα προτού ολοκληρωθούν» υπογραμμίζει έμπειρο τραπεζικό στέλεχος.

Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμά ο ίδιος, πολύ δύσκολα το 2018 θα είναι μια... επίπεδη χρονιά από πλευράς ειδήσεων. «Θα ξεκινήσει με τα stress tests και θα ολοκληρωθεί το φθινόπωρο με την έξοδο από το τρέχον μνημόνιο, όποια μορφή κι αν έχει αυτή».


Τα καλό και το κακό σενάριο


Το καλό σενάριο για την ελληνική οικονομία και τις τράπεζες προϋποθέτει την ολοκλήρωση των stress tests χωρίς νέες αυξήσεις κεφαλαίου και μια έγκαιρη και ταυτόχρονα καλή συμφωνία για την επόμενη, μετά το Μνημόνιο, ημέρα.
Από την άλλη πλευρά, το ακραία αρνητικό σενάριο μπορεί να περιλαμβάνει μια τέταρτη μετά το ξέσπασμα της κρίσης ανακεφαλαιοποίηση ή μια αποτυχία στις διαπραγματεύσεις κυβέρνησης και θεσμών, αφήνοντας τη χώρα για μία ακόμα φορά... στον αέρα.

Ενδεχόμενες νέες αυξήσεις κεφαλαίου θα προκαλούσαν νέες εκροές καταθέσεων, υπό τον φόβο ενός «κουρέματος», θα καθυστερούσαν σημαντικά την επανασύνδεση του εγχώριου πιστωτικού συστήματος με τις αγορές και τη χαλάρωση των capital controls, ενώ θα επιβάρυναν την οικονομική δραστηριότητα.
Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα έμεναν ανεπηρέαστες ούτε οι ροές μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία πάντοτε σε περιόδους αστάθειας κινούνται ανοδικά.

Δηλαδή, ο τραπεζικός κλάδος θα επέστρεφε εκεί που ήταν το καλοκαίρι του 2015, χάνοντας κάθε πρόοδο που έχει συντελεστεί την τελευταία διετία. Μόνο που αυτή τη φορά, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, θα είναι δυσκολότερο να βρεθούν ξανά επενδυτές, να πιστέψουν στις προοπτικές των τραπεζών και της χώρας.


Οι βασικές προκλήσεις


Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του προέδρου της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών (ΕΕΤ) και προέδρου της Eurobank κ. Ν. Καραμούζη σε διεθνές φόρουμ στη Νέα Υόρκη, ο οποίος υπογράμμισε ότι «οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και καλούνται να αντιμετωπίσουν μια σειρά από προκλήσεις, όπως:
n
τα υψηλά (αν και μειούμενα) επίπεδα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων,
n
το βελτιούμενο μεν αλλά υπαρκτό ακόμα πρόβλημα της ρευστότητας και την επιστροφή των καταθέσεων,
n
τους περιορισμούς στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων,
n
τη συρρίκνωση των δανειακών χαρτοφυλακίων».

Το σχέδιο για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων


Με επιθετικότερες ρυθμίσεις σε συνεργάσιμους δανειολήπτες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, κυνήγι στους στρατηγικούς κακοπληρωτές, ουσιαστική ενεργοποίηση του εργαλείου των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, μεγαλύτερες πωλήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων σε τρίτους και με διάθεση προβληματικών χαρτοφυλακίων σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης επισφαλειών, θα επιχειρήσουν οι τράπεζες να πιάσουν το 2018 τους στόχους μείωσης των ανοιγμάτων τους που βρίσκονται σε καθυστέρηση.

Το 2017 οι επιδόσεις τους ήταν σύμφωνες με τους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς για τους οποίους έχουν δεσμευτεί στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), τη νέα χρονιά ωστόσο ο επιδιωκόμενος ρυθμός μείωσης των «κόκκινων» χορηγήσεων είναι πιο φιλόδοξος. Συγκεκριμένα, το επόμενο 12μηνο τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα θα πρέπει να περιοριστούν τουλάχιστον κατά 14,4 δισ. ευρώ έναντι μείωσης κατά 7 δισ. ευρώ που προέβλεπε το πλάνο του 2017.


Αλλαγή πλάνου


Οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι προχώρησαν το φθινόπωρο σε μερική τροποποίηση του μείγματος των δράσεων που καλούνται να υλοποιήσουν, περιορίζοντας το ποσοστό των δανείων που θα ανακτηθούν μέσω των ρυθμίσεων. Και αυτό διότι οι αναδιαρθρώσεις δεν έχουν αποδώσει έως σήμερα τα αναμενόμενα, λόγω της αναιμικής ανάκαμψης της οικονομίας, αλλά και της καθυστερημένης θεσμοθέτησης από την κυβέρνηση απαραίτητων εργαλείων, όπως οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί και ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, που ενεργοποιήθηκαν μόλις στα τέλη του 2017.

Τα πιστωτικά ιδρύματα στα μοντέλα που χρησιμοποίησαν για την εκπόνηση του σχεδίου τους ενσωμάτωσαν χειρότερες μακροοικονομικές υποθέσεις σε σύγκριση με την υποβολή (ρυθμός αύξησης ΑΕΠ, διαθέσιμο εισόδημα) στοιχείων στην ΕΚΤ το 2016. Το γεγονός αυτό επηρέασε προς το χειρότερο τον αναμενόμενο ρυθμό αθέτησης ρυθμισμένων δανείων και δημιουργίας νέων επισφαλειών. Ως αποτέλεσμα, η εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων υπολοίπων την περίοδο Ιουνίου 2017 - Δεκεμβρίου 2019 αυξήθηκε κατά 1,2 δισ. ευρώ, ενώ αντίθετα η αποκατάσταση της τακτικής εξυπηρέτησης δανείων μειώθηκε κατά 2,5 δισ. ευρώ.


«Κόφτης»


Συγκεκριμένα, μέχρι και το 2019 προβλέπεται ότι θα δημιουργηθούν νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ύψους 20,1 δισ. ευρώ και την ίδια περίοδο θα θεραπευτούν χορηγήσεις της τάξης των 21,1 δισ. ευρώ.
Εξάλλου, βάσει των εποπτικών κανόνων, για να «πρασινίσει» μια οφειλή θα πρέπει να περάσουν 12 - 24 μήνες ομαλών αποπληρωμών, χρονικό διάστημα που δεν επιτρέπει την άμεση αποτύπωση επιτυχών ρυθμίσεων στους δείκτες καθυστερήσεων. Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ έχει βάλει «κόφτη» στις διαγραφές δανείων, τις οποίες οι τράπεζες κατά κόρον χρησιμοποίησαν το 2017 για να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματά τους.
Ετσι, το βάρος των προσπαθειών των πιστωτικών ιδρυμάτων αναγκαστικά θα πέσει στις εισπράξεις από την εκποίηση ενεχύρων, κυρίως ακίνητα, αλλά και στην πώληση δανείων σε funds, ελαφραίνοντας με αυτόν τον τρόπο τους ισολογισμούς τους από προβληματικά χαρτοφυλάκια. Στόχο των τραπεζών αποτελεί η διενέργεια τουλάχιστον 15.000 πλειστηριασμών ακινήτων μέσα στο 2018, αλλά και η ρευστοποίηση δανειακών υπολοίπων άνω των 6 με 7 δισ. ευρώ.


Αισιοδοξία για τα stress tests


Οι τραπεζικές διοικήσεις δηλώνουν αισιόδοξες για το αποτέλεσμα των stress tests που ξεκινούν τον Φεβρουάριο. Εκτιμούν ότι οι επιπτώσεις από τη συγκεκριμένη άσκηση προσομοίωσης ακραίων συνθηκών θα είναι διαχειρίσιμες και δεν θα προκαλέσουν συστημικές διαταραχές, ιδίως εάν δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στις τράπεζες να μειώσουν αποτελεσματικά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και να καλύψουν την όποια μείωση στην κεφαλαιακή τους θέση μέσω εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίου.

Αλλωστε, η ΕΚΤ έχει τοποθετηθεί επίσημα για τη φύση της δοκιμασίας του 2018, σημειώνοντας ότι δεν θα επιβάλει στις τράπεζες που θα μείνουν... μετεξεταστέες νέες αυξήσεις κεφαλαίου άμεσα, αλλά θα επιχειρήσει να καταλήξει, από κοινού με τη διοίκηση κάθε ομίλου, σε μια κοινώς αποδεκτή λύση, χωρίς να απολεσθεί η εμπιστοσύνη καταθετών και μετόχων, εφόσον αυτό είναι δυνατόν.


Τα καλά νέα



Η αλήθεια είναι ότι ο κλάδος βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση σε σχέση με το 2015, όταν τα stress tests είχαν διαγνώσει κεφαλαιακές ανάγκες 14,4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με διευθύνοντα σύμβουλο συστημικού ομίλου, οι θετικές προοπτικές επιβεβαιώνονται από τα εξής:

n Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, παρά το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος τους περιλαμβάνει τον αναβαλλόμενο φόρο, που εξαρτάται από την κερδοφορία των επόμενων χρήσεων, είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, φτάνοντας σε επίπεδο συστήματος το 17%. Αρα οι τράπεζες ξεκινούν από πολύ καλύτερη βάση.
n Το μακροοικονομικό περιβάλλον είναι πολύ καλύτερο τόσο σε σχέση με το 2015 όσο και σε σύγκριση με τις υποθέσεις του βασικού σεναρίου των ασκήσεων της ίδιας χρονιάς.
n Το νομοθετικό πλαίσιο για τη διαχείριση των επισφαλειών είναι σχεδόν ολοκληρωμένο, δίνοντας τη δυνατότητα στις τράπεζες μέσω πλειστηριασμών, πωλήσεων χαρτοφυλακίων και ρυθμίσεων με το εργαλείο του εξωδικαστικού συμβιβασμού, να μειώσουν ταχύτερα τους δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων.
n Οι τράπεζες μέχρι στιγμής κινούνται εντός των στόχων ανάκτησης των προβληματικών χορηγήσεων, ενώ ορισμένες από αυτές έχουν συμφωνήσει με τον εποπτικό βραχίονα της ΕΚΤ, τον SSM, για πιο φιλόδοξες επιδόσεις, σε σχέση με αυτές που είχαν αρχικώς καθοριστεί.
n Οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι έχουν εκτελέσει με επιτυχία το μεγαλύτερο μέρος των σχεδίων αναδιάρθρωσης για τα οποία έχουν δεσμευθεί στον SSM, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτόν περαιτέρω τους δείκτες κεφαλαιακής τους επάρκειας.
n Εχουν ήδη ξεκινήσει την επανασύνδεσή τους με τις αγορές, με τις πρώτες εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων και τιτλοποιήσεις δανείων, αλλά και με το άνοιγμα της αγοράς των repos από το φθινόπωρο του 2016.



Η κάλυψη των δανείων


Ιδιαίτερα θετικό είναι επίσης το γεγονός ότι τα «κόκκινα» δάνεια καλύπτονται με προβλέψεις σε ποσοστό της τάξης του 50%, ενώ μαζί με τις εγγυήσεις που έχουν οι τράπεζες, κυρίως ακίνητα, το ποσοστό προσεγγίζει το 100%.
Παράλληλα, οι τράπεζες εμφανίζουν υψηλή οργανική κερδοφορία, περί τα 4,2 δισ. ευρώ, μέσω της οποίας μπορούν να αμυνθούν σε περίπτωση που χρειαστεί να διενεργήσουν επιπλέον προβλέψεις, χωρίς να ρισκάρουν να εμφανίσουν αρνητικό αποτέλεσμα σε ετήσια βάση.

Εξάλλου, ο πιστωτικός κίνδυνος θα μειώνεται όσο η οικονομία ανεβάζει ρυθμούς. Στο πλαίσιο αυτό, οι περισσότεροι αναλυτές αναμένουν αύξηση των καθαρών κερδών των τραπεζικών ομίλων τη διετία 2018 - 2019.
Τέλος, δεν υπάρχει έντονη ανησυχία για την επίπτωση στην κερδοφορία από τα αυστηρότερα λογιστικά πρότυπα που θα ενεργοποιηθούν από τη νέα χρονιά σε όλη την ευρωζώνη, καθώς αυτές θα εφαρμοστούν σε βάθος 5ετίας. Τραπεζικές πηγές αναμένουν ότι η επιβάρυνση σε προβλέψεις από αυτές τις αλλαγές δεν θα ξεπεράσουν τα 5 δισ. ευρώ, ποσό που θεωρείται απορροφήσιμο.


«Κούρεμα» στα στεγαστικά


Μεγάλη σημασία δίνουν οι τράπεζες στην αντιμετώπιση των «κόκκινων» στεγαστικών δανείων. Πρόκειται για το μοναδικό χαρτοφυλάκιο που εμφανίζει τάσεις επιδείνωσης τους τελευταίους μήνες, παρά τις ρυθμίσεις που προωθούνται και τη βελτίωση του κλίματος στην οικονομία.

Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες διευθύνσεις των τραπεζών είναι διατεθειμένες να προωθήσουν από τη μία πλευρά ρυθμίσεις με «κούρεμα», αλλά και λύσεις οριστικής διευθέτησης, που θα προβλέπουν ακόμη και ολική διαγραφή χρέους, εάν ο δανειολήπτης παραδώσει το ακίνητό του.

Η μερική απαλλαγή της οφειλής γίνεται μέσω του διαχωρισμού του υπολοίπου σε δύο μέρη. Το πρώτο αντιπροσωπεύει τη σημερινή εμπορική αξία του ακινήτου και εφόσον αυτό εξοφλείται κανονικά, θα «σβήνεται» σταδιακά το εναπομένον ποσό.



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Οικονομία περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (2)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.
     
    Αντε παιδια τι καθεστε? | 02/01/2018 12:44
    Βαλτε τα λεφτα σας στο τραπεζικο συστημα για να δωσουν οι ανθρωποι δανεια! Εγω προσωπικα θα τα επιστρεψω οταν δω να μαπινουν φυλακη με βαριες καταδικες οι τραπεζιτες που εδωσαν δανεια ΧΩΡΙΣ εγγυησεις και σε φιλους και σε οποιον βλαχο ηθελε γκλαμουρια να κανει Χριστουγεννα στο Γκστααντ.
    AZAZEL
    απάντηση00
     
     
    ελληνικές τράπεζες | 02/01/2018 00:12
    Να τελειώσουν τα ψέματα και η βλακεία της κάθε Αγνής. Δεν υπάρχουν Ελληνικές τράπεζες. Ούτε και η τράπεζα της Ελλάδος ήτανε ποτέ Ελληνική από την εποχή της δημιουργίας της.
    dimitris
    απάντηση10