από metereologos.gr
Κυριακή 25 Ιουνίου 2017
 
 

Ο κατάσκοπος που δεν ήξερε τι έψαχνε

Το τρίτο μυθιστόρημα του Αλεχάντρο Σάμπρα είναι μια ιστορία για την τραυματική κληρονομιά της δικτατορίας του Πινοτσέτ στη Χιλή
Ο κατάσκοπος που δεν ήξερε τι έψαχνε
Ο Αλεχάντρο Σάμπρα είναι ένας από τους πλέον ελκυστικούς λογοτέχνες στη Λατινική Αμερική σήμερα
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Alejandro Zambra
Τρόποι να γυρίζεις σπίτι
Μετάφραση - Σημειώσεις Αχιλλέας Κυριακίδης.
Εκδόσεις Ικαρος, 2016,
σελ. 176, τιμή 13,50 ευρώ

Ολα (σχεδόν) τα πράγματα έχουν (τουλάχιστον) δύο όψεις, ιδίως αν είσαι ένα εννιάχρονο αγόρι και γύρω σου επικρατεί μιαν απροσδόκητη αναστάτωση. «Το βράδυ του σεισμού φοβόμουν αλλά και, κατά κάποιον τρόπο, μ' άρεσε αυτό που συνέβαινε». 3 Μαρτίου 1985. Βρισκόμαστε στο Μαϊπού, σε μια γωνιά του Δυτικού Σαντιάγο, στην πρωτεύουσα της Χιλής. Το καθεστώς του Αουγούστο Πινοτσέτ, που το 1973 είχε ανατρέψει πραξικοπηματικά τον σοσιαλιστή πρόεδρο Σαλβαδόρ Αγιέντε, έχει γεμίσει τη χώρα με «οικογένειες δίχως ιστορία». Με νεκρούς, αγνοουμένους, βασανισμένους αλλά και δήμιους. Για τον αφηγητή του τρίτου μυθιστορήματος του 41χρονου Αλεχάντρο Σάμπρα υπό τον τίτλο «Τρόποι να γυρίζεις σπίτι» («Formas de volver a casa», 2011) ο δικτάτορας υπήρξε πρώτα μια εκνευριστική τηλεοπτική περσόνα (που διέκοπτε το πρόγραμμα πάνω στο καλύτερο με αιφνιδιαστικά σόου) και αργότερα έγινε αυτό που πραγματικά υπήρξε, ένα μισητό κάθαρμα, ένας δολοφόνος. Και όταν λέμε «αργότερα» εννοούμε τη στιγμή της συνειδητοποίησης, το πλήρωμα του χρόνου, μια ενηλικίωση που σημαδεύεται από την απώλεια, μια απώλεια που διαχέεται από το ατομικό στο συλλογικό πεπρωμένο - κάτι που μπορεί να συντελεστεί και αντίστροφα.  

Διότι μπορεί τότε ο μικρός να ψυχανεμιζόταν πως κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά δεν συναισθανόταν και κάποιον φοβερό περιορισμό: ναι μεν βούιζε ο τόπος για εγκλήματα και βιαιότητες, για κατάσταση πολιορκίας και απαγόρευση κυκλοφορίας, «αλλά τίποτα απ' αυτά δε μ' εμπόδιζε να τριγυρίζω όλη μέρα έξω απ' το σπίτι». Αυτό του άρεσε: να διανύει όλο και πιο μεγάλες αποστάσεις, να περπατάει γρήγορα, να επιβεβαιώνει καθημερινά ότι ήξερε πολύ καλά πώς να γυρίζει σπίτι. Τη νύχτα του σεισμού συνάντησε για πρώτη φορά την Κλάουδια, ένα 12χρονο κορίτσι με το οποίο γίνονται φίλοι. Η ποιότητα της σχέσης τους θα αποδειχθεί πιο σύνθετη εν καιρώ, θα επισφραγισθεί από την κατοπινή αναγνώριση του κοινού τους «έρωτα για τις αναμνήσεις», όταν πλέον θα έχει μεσολαβήσει μια δύσκολη εικοσαετία και πολλές υπαρξιακές αναταράξεις. Δύο πρόσωπα (ή μήπως ένα;) διαδραματίζουν εδώ καταλυτικό ρόλο. Από τη μια πλευρά ο αφοσιωμένος ακτιβιστής Ρομπέρτο, ο φευγάτος πατέρας της Κλάουδιας, ο οποίος της αποκαλύπτεται απρόσμενα μέσα στο σκοτάδι, όταν η μικρή, με τη βοήθεια ενός φακού, αντικρίζει το πρόσωπό του στον απόηχο του σεισμού, βλέπει τα υγρά του μάτια μέσα στον πανικό. Και από την άλλη πλευρά ο μοναχικός Ραούλ, ο θείος της Κλάουδιας, το σπίτι του οποίου λειτουργεί ως ένας αντιστασιακός κόμβος. Ο μικρός της φίλος, προκειμένου να κερδίσει την εμπιστοσύνη της, θα αρχίσει να παρακολουθεί τον μυστηριώδη άνδρα και θα μετατραπεί σε έναν κατάσκοπο που δεν ήξερε ακριβώς τι έψαχνε...

Κάποια στιγμή ο φοβισμένος δάσκαλός του ρωτάει τον μικρό αν είναι κομμουνιστής (!) και εκείνος του αποκρίνεται: «Εγώ είμαι παιδί». Και όταν ο κύριος Μοράλες ζητάει να μάθει για τον πατέρα του, η απάντηση είναι: «Ο πατέρας μου δεν είναι τίποτα». Για την ακρίβεια, όπως θα του εξηγήσει η μητέρα του ύστερα από κάμποσα χρόνια, όταν θα τους κατηγορήσει πως «στηρίζατε παθητικά τη δικτατορία», οι γονείς του δεν ήταν ποτέ «ούτε υπέρ ούτε κατά του Αγιέντε, ούτε υπέρ ούτε κατά του Πινοτσέτ». Πράγματι, ήταν κι αυτό μια πιθανότητα. Σε αυτόν τον διάλογο με τη μητέρα (που βιώνεται από τον αναγνώστη σαν ένα déjà vu μέσα στο ίδιο βιβλίο) ο Αλεχάντρο Σάμπρα αφήνει να αναδειχθούν τα θραύσματα της πραγματικότητας που ενσωματώνονται (διαθλασμένα κι αυτά) στη μυθοπλασία του. Ασφαλώς ο αναγνώστης έχει εγκαίρως αντιληφθεί (ήδη από το δεύτερο μέρος του βιβλίου που τιτλοφορείται «Η λογοτεχνία των γονέων») ότι, εν προκειμένω, αφηγητής και συγγραφέας δεν ταυτίζονται ακριβώς, ασχέτως αν καταλήγουν και οι δύο (εν μέρει, πάντοτε) στον ίδιο τον Αλεχάντρο Σάμπρα, έναν από τους πλέον ελκυστικούς λογοτέχνες στη Λατινική Αμερική σήμερα.

Το εύρημα εδώ είναι μεν προβλέψιμο, ένα μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, αλλά δεν συνιστά αυτοσκοπό στο όλο εγχείρημα: δεν έχουμε, δηλαδή, να κάνουμε με μία ακόμη αμήχανη μετα-μυθοπλασία που δεν βρίσκει τον τρόπο να εισχωρήσει ουσιαστικά στο παρελθόν αλλά με ένα συναρπαστικό έργο που το εναγκαλίζεται και το μετουσιώνει· έχουμε μπροστά μας την περίπτωση ενός συγγραφέα που θέλησε (και το κατάφερε) να μας πει συγχρόνως τέσσερις ιστορίες: τη δική του, της γενιάς του, της γενιάς των γονιών του και της τραυματισμένης πατρίδας του. Κι όλα αυτά μέσα από ένα πλέγμα «δευτερευόντων χαρακτήρων» της Ιστορίας οι οποίοι, όπως υπονοεί ο συγγραφέας, είναι και το μεδούλι της μυθοπλασίας. Πόσο όμορφα (και πόσο αποκαρδιωτικά) περιγράφει ο Αλεχάντρο Σάμπρα τη συνθήκη της ανελευθερίας και της καταπίεσης. «Ο μπαμπάς με αγκάλιασε, και μόλο που με κράτησε πολλή ώρα, εγώ ένιωσα πως μ' είχε αφήσει αμέσως, θαρρείς πως ακόμα κι αυτή η επαφή ήταν παράνομη» εξομολογείται σε κάποιο σημείο η Κλάουδια. Γιατί αυτό ενδιαφέρει τον συγγραφέα: όχι να καταγγείλει το προφανές αλλά να ψηλαφίσει τις κληροδοτημένες, λανθάνουσες συνέπειες της εκτροπής. «Οι γονείς μας ήταν εκεί για να μη φοβηθούμε. Αλλά εμείς δεν φοβόμασταν. Αυτοί ήταν που φοβόνταν».

Μιλάμε, εκτός των άλλων, για μια λογοτεχνία που δεν επεκτείνεται επειδή ακριβώς δύναται να πυκνώσει όχι μόνο την αφήγηση αλλά και το νόημα, να κάνει αυτά τα δύο να συγχωνευθούν μέσα στην ίδια τη φόρμα, κάτι που τείνει να ικανοποιήσει και τις μπορχεσιανές προδιαγραφές. Ο Αλεχάντρο Σάμπρα πέρασε από την ποίηση στην πεζογραφία. Το 2010 το περιοδικό «Granta» τον είχε κατατάξει μεταξύ των καλύτερων ισπανόφωνων συγγραφέων της νεότερης γενιάς και, το δίχως άλλο, δικαιώνεται. Ορισμένοι τον έχουν συγκρίνει με τον συμπατριώτη του Ρομπέρτο Μπολάνιο (πράγμα κολακευτικό μεν, παρακινδυνευμένο δε). Το πρώτο του μυθιστόρημα υπό τον τίτλο «Μπονσάι» (Bonsai, 2006) κυκλοφόρησε στη χώρα μας πριν από οκτώ χρόνια. Οι εκδόσεις Ικαρος τον επανέφεραν εφέτος στην ελληνική αγορά υπό τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις, με μεταφραστή τον Αχιλλέα Κυριακίδη. Πρόκειται για μια επιτυχημένη επιλογή και η συνέχεια κρίνεται επιβεβλημένη: είτε λ.χ. με το δεύτερο μυθιστόρημά του «Η ιδιωτική ζωή των δέντρων» (La vida privada de los arboles, 2007) είτε με τη συλλογή διηγημάτων του (Mis documentos, 2013).



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.