Η λογοτεχνία, υποτασσόμενη στους όρους της αγοράς, με μόνιμο το άγχος της προβολής και της προσέλκυσης καινούργιων αναγνωστών, αμέλησε τον εαυτό της. Ηχεί λίγο ως αφορισμός, πιστεύουμε όμως ότι δεν είναι εντελώς λανθασμένος. Ενδεικτικές οι εμφανιζόμενες σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες στήλες αξιολόγησης όχι των βιβλίων αλλά των πωλήσεων. Τα τελευταία χρόνια το βιβλίο αναβαθμίστηκε στη συνείδηση ενός ευρύτερου κοινού ως πολιτιστικό αγαθό, με την καθοριστική συμβολή και του αντίστοιχου κρατικού φορέα. Η παρουσίαση μιας καινούργιας έκδοσης συνιστά πλέον είδηση αντίστοιχου ενδιαφέροντος με την τάδε θεατρική παράσταση και τη δείνα μουσική εκδήλωση ή έκθεση ζωγραφικής. Κατά συνέπεια, το αποκαλούμενο και σταρ σύστεμ άρχισε να ασχολείται και με τους συγγραφείς δίπλα στους καλλιτέχνες, τρώγοντας τον χρόνο τους σε δημόσιες σχέσεις.


Τάση που εφέτος ενισχύθηκε με την Εκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης και τη συνακόλουθη πληθύν εκδηλώσεων ανά τη Γερμανία που απλώθηκαν σε ολόκληρο το δεύτερο εξάμηνο του έτους, πέραν των συνοδευτικών εκδηλώσεων εντός του κλεινού άστεως πριν και μετά την έκθεση. Οπότε οι εμπλεκόμενοι συγγραφείς βρέθηκαν απασχολημένοι με ευχάριστες μεν αλλά δευτερεύουσες δραστηριότητες. Και στους μη μετέχοντες όμως ο θόρυβος της έκθεσης προκάλεσε συναισθήματα μειονεξίας, βλαβερά γι’ αυτή καθαυτήν τη λογοτεχνική δημιουργία.


Μία άλλη χρονοβόρα ασχολία είναι η μόδα των επετείων, η οποία ξεκίνησε πέρυσι αλλά εφέτος τείνει να πάρει διαστάσεις επιδημίας. Θεωρητικά τα εορταστικά συνέδρια και αφιερώματα εντύπων θα έπρεπε να αφορούν μόνο τους μελετητές, καθώς όμως στις ημέρες μας οι συγγραφείς συγκαταλέγονται στις διασημότητες η συμμετοχή τους πιστεύεται ότι προσδίδει αίγλη σε μια εκδήλωση. Και αυτοί, με τη σειρά τους, αποδέχονται την οιανδήποτε πρόσκληση, κι όταν ακόμη αγνοούν το έργο του παλαιότερου τιμωμένου ή και τρέφουν γι’ αυτό αισθήματα περιφρόνησης, καθώς το σταθμίζουν με μέτρο τα δικά τους επιτεύγματα, μια και βασική προϋπόθεση της προβολής είναι η αποδοχή όλων ανεξαιρέτως των προτάσεων.


Απασχολημένοι λοιπόν με αλλότρια οι συγγραφείς μας, και περισσότερο αυτοί που βρίσκονται στο άνθος της ηλικίας τους. Ισως όμως τη μεγαλύτερη ζημιά να την προκαλούν οι νουθεσίες ειδημόνων ή και αδαών παρατρεχάμενων για τη λογοτεχνία που ενδείκνυται να κάνουν οι συγγραφείς. Συνηθίζεται η έκφραση «κάνω λογοτεχνία», μάλλον κατ’ ευφημισμόν, αφού ουσιαστικά εννοούν το ευκταίο μυθιστόρημα εν όψει και των νέων ευρωπαϊκών υποχρεώσεών μας. Σύμφωνα με αυτούς τους εξωστρεφείς συμβουλάτορες, το θέμα επιβάλλεται να αντλείται από τα μεγάλα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα τον δυτικό πολιτισμό, η μορφή ενδείκνυται να έχει την πρωταρχική αρετή του ευανάγνωστου και, τέλος, όσον αφορά τη γλώσσα, οι καταστάσεις υπαγορεύουν να είναι προπαντός ευκόλως μεταφράσιμη. Ισως μάλιστα και να έπρεπε να υποκατασταθεί από την αγγλική, όπως θα παρότρυνε και η ελληνίδα επίτροπος. Αλλωστε ήδη εμφανίστηκε στην αγορά το πρώτο μυθιστόρημα γραμμένο απευθείας στα αγγλικά και ύστερα μεταφρασμένο στα ελληνικά.


Εχει αρχίσει κιόλας να γίνεται αντιληπτή η αλλαγή αισθητικών κανόνων στον έντεχνο πεζό λόγο. Ενδεικτικό παράδειγμα τα δύο ιστορικά μυθιστορήματα που έτυχαν κρατικού βραβείου εντός της τελευταίας πενταετίας· το 1997 Η ατέλειωτη γραφή του αίματος του Νίκου Μπακόλα (εκδόσεις Κέδρος), το 2000 Η ανατροπή του Νίκου Θέμελη (εκδόσεις Κέδρος). Η επισκόπηση της ελληνικής πεζογραφικής παραγωγής του 2001 εδραιώνει την εντύπωση αυτής της σταδιακής μετάλλαξης.


Η ποσοτική καταγραφή


Σύμφωνα με την καταγραφή του περιοδικού «Ιχνευτής», τα δύο τελευταία χρόνια (1999, 2000), σε συνολική παραγωγή που φθάνει τα 6.000 βιβλία, η ελληνική πεζογραφία παρέμεινε σταθερή στους 352 τίτλους. Από αυτούς μόλις 29 συζητήθηκαν από την κριτική επιτροπή των βραβείων τού «Διαβάζω». Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ένας αντίστοιχος αριθμός απασχόλησε και την επιτροπή των κρατικών βραβείων, και βάσει της σύμπτωσης των αποτελεσμάτων. Από μια άποψη, ο αριθμός είναι σχετικά μεγάλος, το ζητούμενο όμως είναι πόσα από αυτά θα άντεχαν μια δεύτερη ανάγνωση, ποια ­ μετρημένα ­ θα άξιζαν μια θέση στη βιβλιοθήκη μας και, τέλος, αν η ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας θα συγκρατήσει κάποια από αυτά.


Φοβόμαστε ότι εφέτος ο αριθμός είναι ακόμη μικρότερος, με σημαντική την υποχώρηση του διηγήματος, το οποίο έχει καταλήξει να γράφεται επί παραγγελία. Αν και πέρυσι, παρ’ όλο που οι συλλογές διηγημάτων κάλυπταν μόλις το 30% της πεζογραφικής παραγωγής, αυτές που τελικά επέπλευσαν ήταν σχεδόν ισάριθμες των αξιόλογων μυθιστορημάτων. Ισως και γενικότερα οι συλλογές διηγημάτων να εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή στον χρόνο χάρη σε δύο-τρία καλά διηγήματα. Το διήγημα, που λογαριάζεται σαν εκδοτική φύρα, μακροχρόνια συμβάλλει καθοριστικά στην καλή φήμη ενός εκδοτικού οίκου.


Το πρώτο ξεδιάλεγμα


Για το 2001 (από όπου αναγκαστικά εξαιρούμε τις εκδόσεις του τελευταίου σαρανταημέρου του έτους) ένα πρώτο ξεδιάλεγμα θα συγκρατούσε γύρω στα δέκα μυθιστορήματα και μετρημένες στα δάχτυλα συλλογές διηγημάτων. Στο μυθιστόρημα, η αποκαλούμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά εξακολουθεί να μας εκπλήσσει ευχάριστα. Ανατροπέας του είδους, σταθερά επί μία εικοσιπενταετία, ο Θανάσης Βαλτινός, με το δέκατο βιβλίο του, το ερωτικό Ημερολόγιο 1836-2011 (εκδόσεις Ωκεανίδα), κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του σημερινού κατακερματισμένου κόσμου, προωθεί περαιτέρω τις αισθητικές αναζητήσεις του.


Αναμενόμενο τα βιβλία του Θ. Βαλτινού να μη συγκαταλέγονται στα μπεστ σέλερ, το αξιοπαρατήρητο είναι τα ισχύοντα αισθητικά κριτήρια. Το προηγούμενο μυθιστόρημά του, το Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη. Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί – ’22, μόλις που αναφέρθηκε κατά τις βραβεύσεις του 2000. Παρεμπιπτόντως πιστεύουμε ότι πέρυσι βραβεύοντας το πρώτο μπεστ σέλερ της χρονιάς θα πρέπει να εξασφαλίσαμε ευρωπαϊκή αποκλειστικότητα.


Το εφετινό μπεστ σέλερ είναι το Δυο φορές Ελληνας του Μένη Κουμανταρέα (εκδόσεις Κέδρος), ενός λογοτέχνη πάντα θαλερού, συναγωνιζόμενου επάξια τους νεότερους συγγραφείς, με τους οποίους και βρίσκεται σε αμφίδρομη σχέση επηρεασμού. Υπερπροστατευτικός απέναντι στο δημιούργημά του και εκμεταλλευόμενος τη φήμη του ο Μ. Κουμανταρέας προτίμησε τους μηχανισμούς της αγοράς για την προώθηση του βιβλίου του, ενώ η κριτική δείχνει μάλλον δίγνωμη. Θα άντεχε το Δυο φορές Ελληνας μια δεύτερη ανάγνωση, όπως Το αρμένισμα, 34 χρόνια μετά;


Ο Βασίλης Ζιώγας πρόλαβε να ολοκληρώσει μια μυστικιστική μελλοντολογία, Ο ανθισμένος άντρας (εκδόσεις Καστανιώτη), με έντονη θεατρικότητα. Ο πολυσχιδής Νίκος Χουλιαράς επανακάμπτει με Το εργαστήριο του ύπνου (εκδόσεις Νεφέλη) στους υπαρξιακούς φόβους του. Μυθιστορήματα εφησυχασμού στα κεκτημένα, από τα οποία ωστόσο δεν λείπουν οι ευρηματικές ιδέες, θα χαρακτηρίζαμε τον Λόφο του Τάσου Ρούσσου (εκδόσεις Καστανιώτη), το Ποιος σκότωσε τον Μόμπυ Ντικ; (εκδόσεις Καστανιώτη) της Ευγενίας Φακίνου, όπως επίσης και τα μυθιστορήματα δύο νεότερων, τον Παλιόκαιρο της Αμάντας Μιχαλοπούλου (εκδόσεις Καστανιώτη) και τον Μαύρο γάμο του Βαγγέλη Ραπτόπουλου (εκδόσεις Κέδρος). Τολμηρά θεματικά και πολλά υποσχόμενα τα μυθιστορήματα δύο ομηλίκων νεότερων, Το Παρτάλι του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (εκδόσεις Πατάκη) και το Aegypius monachus του Μισέλ Φάις (εκδόσεις Καστανιώτη), τελικά χάνονται αφηγηματικά μέσα στους φροϋδικούς δαιδάλους, ωστόσο επαινέθηκαν από την κριτική. Αν και κάποτε θα πρέπει να τεθεί ένα δυσάρεστο για όλους ερώτημα: Σε ποιο βαθμό ένας συγγραφέας έχει σήμερα την ευχέρεια να μεθοδεύει την κριτική υποδοχή του βιβλίου του; Θα αναφέρουμε δύο ακόμη μυθιστορήματα, μια και τα σκωπτικά αναγνώσματα λογοτεχνικής πνοής σπανίζουν, τον Τροπικό του Λέοντος του Δημήτρη Πετσετίδη (εκδόσεις Νεφέλη) και τις Περιπέτειες του Μπρέγκα (εκδόσεις Πατάκη) του Χρήστου Χαρτοματσίδη. Δύο συγγραφείς που βρήκαν φλέβα χρυσού, ήτοι ευτραπελίας, δεν επιδόθηκαν όμως στη συστηματική εκμετάλλευσή της.


Κρατούμε και τρεις συλλογές διηγημάτων, μιας νεότερης συγγραφέως και δύο ώριμων πλέον πεζογράφων: Παραλλαγές και παραφράσεις σε Ιστορίες από τις Γραφές προτείνει η Θεοφανώ Καλογιάννη (εκδόσεις Ωκεανίδα). Σε εντυπωτικές ιστορίες ενοχών καταδύεται ο Ανδρέας Μήτσου στις Σφήκες (εκδόσεις Καστανιώτη). Οσο για τον Σωτήρη Δημητρίου, με το πέμπτο πεζογραφικό βιβλίο του Η βραδυπορία του καλού (εκδόσεις Πατάκη) φαίνεται να εισπράττει μια χρωστούμενη αναγνώριση, παραμένοντας πιστός στη σύντομη φόρμα και στη βραχύλογη γραφή. Θα αναφέρουμε ακόμη την ισχνή μεν, ωστόσο γοητευτική συλλογή του πρωτοεμφανιζόμενου Θεμιστοκλή Πάνου Αιφνιδίως… και μία επιστροφή (εκδόσεις Το Ροδακιό).


Η συμπεριφορά της ποίησης


Οπως φαίνεται, η ποίηση δεν υποφέρει τόσο από την αγοραία συμπεριφορά. Υποθέτουμε πως διαβάζεται λιγότερο από ό,τι παλαιότερα, όμως συνεχίζει να γράφεται μάλλον στην ίδια έκταση, αν και οι στατιστικές την αφήνουν ­ ευτυχώς ­ στην ησυχία της. Από την εφετινή σοδειά, εμείς θα τοποθετήσουμε στο ράφι της βιβλιοθήκης τρεις συλλογές πρεσβύτερων και τρεις νεότερων, στοιχηματίζοντας και με τον χρόνο: το Ακαρεί του υπερρεαλιστή Εκτορα Κακναβάτου (εκδόσεις Αγρα), το νοσταλγικό Σαλκίμ της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου (εκδόσεις Νεφέλη) και τον ειρωνικό Ηχο απομακρύνσεων της Κικής Δημουλά (εκδόσεις Ικαρος). Και από την εύρωστη γενιά του ’70, τις Σκοτεινές Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα του Νάσου Βαγενά (εκδόσεις Κέδρος), που έτυχαν θερμής υποδοχής από την κριτική, την Κίτρινη όχθη Β’ του Γιώργου Χρονά (εκδόσεις Οδός Πανός) και Στα ξένα του Γιάννη Βαρβέρη (εκδόσεις Κέδρος).


Το δοκίμιο


Τέλος, παραγκωνισμένα δείχνουν τα δοκίμια και οι μελέτες γύρω από τη λογοτεχνία. Λίγοι οι θεράποντες και από αυτούς οι περισσότεροι αφορμώνται μάλλον από χρησιμοθηρία, προσβλέποντας στα πανεπιστημιακά έδρανα, παρά από τέρψη. Λίγοι όμως και οι αναγνώστες δοκιμίων ­ ούτε καν οι κριτικοί δεν φαίνεται να τα διαβάζουν. Ελάχιστες οι σχετικές βιβλιοπαρουσιάσεις, και αυτές συχνά χωρίς αυθορμησία, με αποτέλεσμα αξιόλογες μελέτες να μένουν αφανείς. Παράδειγμα, το βιβλίο του προηγούμενου έτους Η καθαρή ποίηση στην Ελλάδα. Από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη: 1833-1933 της Αγορής Γκρέκου (εκδόσεις Αλεξάνδρεια), το οποίο υποθέτουμε ότι ούτε καν συζητήθηκε από την επιτροπή κρατικών βραβείων.


Οπως κι αν έχει, και εφέτος υπερτερούν οι μελέτες που αφορούν την ποίηση έναντι της πεζογραφίας. Αυτό όμως δεν οφείλεται στα επετειακά έτη, τα οποία εγκαινιάσαμε πέρυσι και, προσώρας, ενθάρρυναν λιγοστά μόνο βιβλία. Ξεχωρίζουμε πέντε βιβλία περί την ποίηση. Δύο από αυτά συναντιούνται σε κοινό τόπο· το Μετασολωμικά. Μορφές και ιδέες στα Επτάνησα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα του Γ. Λυκιαρδόπουλου (εκδόσεις Ερασμος) και το Οι Επτανήσιοι και ο Σολωμός. Οψεις μιας σύνθετης σχέσης (1820-1950) του Ευριπίδη Γαραντούδη (εκδόσεις Καστανιώτη). Με «τη νεωτερική ποίησή μας» ασχολείται ο Κώστας Στεργιόπουλος στην πολύτιμη σειρά του, δίκην γραμματολογίας, Περιδιαβάζοντας (εκδόσεις Κέδρος). Μάλλον η περιπέτεια της ποίησης παρά οι ποιητές προβληματίζει τον Βύρωνα Λεοντάρη και στα Κείμενα για την ποίηση (εκδόσεις Νεφέλη). Ενώ, ο Ξ. Α. Κοκόλης, σε ένα από τα δύο εφετινά βιβλία του, Σε τι βοηθά λοιπόν… (εκδόσεις Νεφέλη), συγκεντρώνει μελέτες και σημειώματα γύρω από την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, με έντονα προσωπικούς τόνους.


Εν κατακλείδι, στο ξεκίνημα του καινούργιου αιώνα, οι συγγραφείς μας, ιδιαίτερα οι μυθιστοριογράφοι, εμφανίζονται επαναπαυμένοι στους λαβυρίνθους του μεταμοντερνισμού και η λογοτεχνία πάσχουσα.