Σι Τζινπίνγκ: Η δαμόκλειος σπάθη ενός σύγχρονου αυτοκράτορα

Ο κινέζος πρόεδρος κοιτάζει στα μάτια τις ΗΠΑ, σημειώνει διπλωματικές νίκες, υποδεχόμενος ηγέτες συμμάχων της Ουάσιγκτον και έχει κυριαρχήσει πλήρως στο εσωτερικό της χώρας, αλλά αποφεύγει να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στην κινεζική οικονομία

Συχνά λέγεται, ακόμα και από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα αποτελούν πλέον το «G2». Υπό αυτό το πλαίσιο, η στάση του Σι Τζινπίνγκ, κατά τη συνάντησή του με τον αμερικανό πρόεδρο, στο Πεκίνο, αυτή την εβδομάδα, για πολλούς αναλυτές σήμανε μια νέα ισορροπία ισχύος ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη.

Σε αντίθεση με τον Τραμπ, ο κινέζος ηγέτης απέφυγε τις πολλές φιλοφρονήσεις και, αφού ολοκληρώθηκαν οι τελετουργικές τιμές, έσπευσε να οριοθετήσει με σαφήνεια τις «κόκκινες γραμμές» του στις σινοαμερικανικές σχέσεις. Στο επίκεντρο, όπως αναμενόταν, βρέθηκε η Ταϊβάν. Ο Σι κατέστησε σαφές ότι οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης με την Ουάσιγκτον, μπορεί να εκτροχιαστεί, ανάλογα με την αμερικανική διαχείριση στο ζήτημα του αυτοδιοικούμενου νησιού, που η Κίνα θεωρεί δικό της. Με ψυχραιμία και μεθοδικότητα, ο κινέζος πρόεδρος «εξέπεμψε το μήνυμα ότι, παρά τα σοβαρά προβλήματα της κινεζικής οικονομίας, η στιγμή κατά την οποία η Κίνα λειτουργεί ως ισότιμη υπερδύναμη απέναντι στις ΗΠΑ έχει πλέον φθάσει», έγραψαν οι «New York Times».

Δόγμα «China First»

Η στάση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση στη στρατηγική σκέψη της Κίνας υπό τον Σι, όπως εξηγεί το βρετανικό περιοδικό «ΤΙΜΕ», η οποία περιγράφεται με τον όρο «China First». Η φράση όμως δεν έχει τον λαϊκιστικό χαρακτήρα που έχει αποκτήσει στη Δύση. Αντίθετα, συνοψίζει τον τρόπο με τον οποίο οι κινεζικές ελίτ αντιλαμβάνονται τη θέση της χώρας στον κόσμο και τις βασικές της προτεραιότητες: μείωση της εξάρτησης από εξωτερικές πιέσεις, διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας, διαχείριση (και όχι απαραίτητα επίλυση) της στρατηγικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ και εδραίωση της κινεζικής κυριαρχίας στην ευρύτερη ασιατική περιφέρεια.

Η παγκοσμιοποίηση, που υπήρξε η κινητήρια δύναμη του κινεζικού οικονομικού θαύματος, από την ένταξη της χώρας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, το 2001, δε θεωρείται πλέον μόνο ευκαιρία, αλλά και πηγή ευαλωτότητας. Οι εμπορικοί πόλεμοι, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι διαταραχές που προκάλεσε η πανδημία, έκαναν σαφή στο Πεκίνο την ευθραυστότητα των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού. Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικοί περιορισμοί στην τεχνολογία και στα προηγμένα μικροτσίπ ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι η εξάρτηση από τη Δύση μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγικό κίνδυνο.

Το αποτέλεσμα είναι ένας επαναπροσδιορισμός του τρόπου με τον οποίο η Κίνα αλληλεπιδρά με τον υπόλοιπο κόσμο. Τον περασμένο Μάρτιο, η κινεζική ηγεσία παρουσίασε το 15ο Πενταετές Αναπτυξιακό Σχέδιο, για την περίοδο 2026-2030. Είναι ενδεικτικό το γεγονός πως, σε αντίθεση με τα σχέδια των προηγούμενων ετών, που στόχευαν κυρίως στη μεγιστοποίηση της ανάπτυξης, το νέο σχέδιο δίνει σαφώς μεγαλύτερη έμφαση στην «ανθεκτικότητα» και στην τεχνολογική αυτονομία.

Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν ενίσχυσε περαιτέρω αυτή τη λογική, υπενθυμίζοντας στην Κίνα – τον μεγαλύτερο εισαγωγέα ενέργειας στον κόσμο – τους κινδύνους που συνεπάγεται η υπερβολική εξάρτηση από εξωτερικές συνθήκες, τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει. Ωστόσο, η παγκόσμια αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την εποχή Τραμπ, έχει οδηγήσει πολλούς συμμάχους των ΗΠΑ να αναζητήσουν εναλλακτικά σημεία σταθερότητας, ενισχύοντας, μεταξύ άλλων και τις σχέσεις τους με την Κίνα.

Τους τελευταίους μήνες, ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, ο γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και τουλάχιστον άλλοι τέσσερις ξένοι ηγέτες, από συμμαχικές με τις ΗΠΑ χώρες, έχουν επισκεφθεί το Πεκίνο. Και μπορεί «η ουσιαστική πολιτική και οικονομική βαρύτητα πολλών από αυτές τις διμερείς συναντήσεις να ήταν τελικά περιορισμένη», όπως εξηγεί ο «Economist», όμως από την κινεζική οπτική, πρόκειται για μεγάλη διπλωματική επιτυχία. «Εν μέρει ο συμβολισμός αρκεί», γράφει το βρετανικό έντυπο, καθώς οι αλλεπάλληλες διμερείς επισκέψεις εκπέμπουν, τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς, «ένα ισχυρό μήνυμα για το αναβαθμισμένο στάτους της Κίνας ως μεγάλης δύναμης, αλλά και για τη μειωμένη αξιοπιστία των ΗΠΑ ως σταθερού εταίρου».

Η αυτοπεποίθηση στην εξωτερική πολιτική της Κίνας συνδέεται άμεσα με την αναδιαμόρφωση του ίδιου του κινεζικού πολιτικού συστήματος από τον «σύγχρονο αυτοκράτορα», όπως αποκαλεί η «Washington Post» τον Σι. Με τη συνταγματική αλλαγή για την εξασφάλιση μιας τρίτης συνεχόμενης θητείας στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, το 2022, ο Σι ανέτρεψε το μοντέλο ελεγχόμενης διαδοχής που είχε θεσπίσει ο Ντενγκ Χσιαοπίνγκ. Επιπλέον, από την άνοδό του στην εξουσία, ο Σι έχει προχωρήσει σε μια αμείλικτη συγκέντρωση δύναμης – ο πρώτος κινέζος ηγέτης μετά τον Μάο Τσετούνγκ που συγκεντρώνει τόσο εκτεταμένες εξουσίες. Μέσω των εκστρατειών του «κατά της διαφθοράς», ο 72χρονος Σι απομακρύνει ή εξουδετερώνει πολιτικούς αντιπάλους.

Το BBC αναφέρει πως ο Σι μοιάζει να μην έχει κανέναν εσωτερικό αντίπαλο και καμία εμφανή αμφισβήτηση, καθώς ελέγχει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στην ιστορία της σύγχρονης Κίνας.

Η άλλη όψη της υπερδύναμης

Πίσω όμως από την εικόνα του πανίσχυρου ηγέτη, η οικονομία της χώρας εμφανίζει ολοένα και βαθύτερες ρωγμές. Αυτή είναι «η μεγάλη αντίφαση της εποχής Σι», σύμφωνα με τη «Wall Street Journal»: η Κίνα γίνεται τεχνολογικά και στρατιωτικά ισχυρότερη, ενώ ταυτόχρονα η εσωτερική οικονομική δυναμική εξασθενεί. Η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων οδήγησε στην απώλεια τρισεκατομμυρίων δολαρίων, η καταναλωτική δύναμη έχει δεχθεί σοβαρό πλήγμα και η αγορά εργασίας παρουσιάζει ανησυχητική εικόνα, ιδιαίτερα για τους νέους.

Παρ’ όλα αυτά, το Πεκίνο εμφανίζεται απρόθυμο να προχωρήσει σε μεγάλης κλίμακας μέτρα ενίσχυσης της κατανάλωσης ή σε βαθύτερες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, που θα μπορούσαν να στηρίξουν τη μεσαία τάξη. Οι συνολικές κοινωνικές δαπάνες της Κίνας παραμένουν χαμηλές για τα δεδομένα μιας οικονομίας αυτού του μεγέθους, ενώ η αβεβαιότητα για το μέλλον οδηγεί πολλά νοικοκυριά σε αποταμίευση αντί για κατανάλωση.

Την ίδια στιγμή, το πολιτικό αφήγημα του καθεστώτος συχνά συγκρούεται με την κοινωνική πραγματικότητα. Εκατομμύρια νέοι καλούνται να συμμετάσχουν στην επονομαζόμενη «εθνική αναζωογόνηση» της Κίνας, ενώ πολλοί από αυτούς δυσκολεύονται να βρουν σταθερή εργασία ή παραμένουν οικονομικά εξαρτημένοι από τις οικογένειές τους. Στο τελευταίο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του, ο Σι απέφυγε να αναφερθεί στις οικονομικές δυσκολίες. Αντίθετα, προτίμησε να αναδείξει τα επιτεύγματα της κινεζικής ισχύος: προηγμένο αεροπλανοφόρο, τεχνολογικές καινοτομίες, ακόμη και ρομπότ που εκτελούν κινήσεις κουνγκ φου.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version