«Κοιτάζοντας αυτόν τον έναν χρόνο, νομίζω ότι η μεγάλη εικόνα δείχνει πως ο Τραμπ υπήρξε πολύ πιο ανατρεπτικός στη γεωπολιτική απ’ όσο στη γεωοικονομία. Ο θόρυβος είναι περίπου συγκρίσιμος, η δημόσια συζήτηση επίσης, όμως ο αντίκτυπος είναι πολύ διαφορετικός» λέει ο Πασκάλ Λαμί. Ο γάλλος οικονομολόγος, πρώην επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, μιλά στο «Β» για την επιστροφή της πολιτικής τής ισχύος στο επίκεντρο των διεθνών σχέσεων, τα όρια της αμερικανικής οικονομικής στρατηγικής, την Ευρώπη και την Κίνα.
Πώς βλέπετε το παγκόσμιο σκηνικό έναν χρόνο μετά την έναρξη της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ;
«Είτε μιλάμε για το Ιράν, τη Γάζα ή τη Βενεζουέλα, ο Τραμπ έχει σαφώς δημιουργήσει νέες καταστάσεις. Τα σημάδια ανατροπής είναι εκεί και, παρεμπιπτόντως, η δημοσιευμένη νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ περιλαμβάνει πολλά από όσα βλέπουμε. Πιθανώς να είναι ακόμη νωρίς για να κρίνουμε αν όλα αυτά οδηγούν προς το καλό ή το κακό, αλλά προσωπικά πιστεύω προς το κακό, αφού επιστρέφουμε σε έναν κόσμο ισχύος και όχι δικαίου. Βλέπουμε ένα παιχνίδι εξουσίας, με ένα μεγάλο ερωτηματικό να παραμένει, ίσως το σημαντικότερο για εμάς τους Ευρωπαίους: την Ουκρανία. Αυτό έχει άμεση επίδραση στη σχέση ΗΠΑ – Ευρώπης, καθώς ο Τραμπ μπορεί, κατά κάποιον τρόπο, να μας εκβιάζει. Η αμερικανική στάση απέναντι στην Ουκρανία λειτουργεί σαν όπλο στον κρόταφό μας, με την ΕΕ και τους ευρωπαίους ηγέτες παγιδευμένους ανάμεσα στην ανάγκη να διασφαλίσουν ότι οι ΗΠΑ δεν θα εγκαταλείψουν την Ουκρανία, αποδεχόμενοι έτσι να “καταπιούν φίδια”, όπως λέμε στα γαλλικά, και στην επίγνωση ότι πρέπει, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, να προωθήσουν τη στρατηγική τους αυτονομία, δεδομένων των αβεβαιοτήτων γύρω από το ΝΑΤΟ».
Στην παγκόσμια οικονομία υπήρξε αντίκτυπος;
«Οπως είπα, και στη γεωοικονομία υπήρξε ασφαλώς πολύς θόρυβος, με αποκορύφωμα τους λεγόμενους ανταποδοτικούς δασμούς – οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, μόνο ανταποδοτικοί δεν είναι, αλλά έτσι διαστρεβλώνεται η πραγματικότητα. Αν όμως εξετάσουμε τους αριθμούς αυτής της τόσο διαφημισμένης δασμολογικής σταυροφορίας του Τραμπ, δεν διαπιστώνουμε μεγάλο πραγματικό αντίκτυπο. Η εφαρμογή των δασμών είναι περίπλοκη και χρονοβόρα και, λόγω της ανάγκης περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων, έχει ήδη μετριαστεί σημαντικά μέρος όσων είχε εξαγγείλει – λαμβάνοντας υπ’ όψιν και την ανησυχία των Αμερικανών εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Σε κάθε περίπτωση, ο παγκόσμιος καπιταλισμός της αγοράς έχει μέχρι στιγμής αποδείξει ότι μπορεί να προσαρμοστεί. Υπάρχει πράγματι μια χαμηλότερη οικονομική διασύνδεση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, όμως αυτή περιορίζεται σε αγαθά και υπηρεσίες που σχετίζονται με τον γεωστρατηγικό ανταγωνισμό. Σε αντίθεση με όσα διακηρύσσουν ο Τραμπ και οι άνθρωποί του, δεν έχει συντελεστεί κάποια επανάσταση στην παγκοσμιοποίηση. Φυσικά, όλα αυτά βρίσκονται σε εξέλιξη και αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη καθώς ο Τραμπ είναι απρόβλεπτος, θεωρώντας ότι αυτό αποτελεί ισχυρό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Το είχε γράψει και στο βιβλίο του Η Τέχνη της Συμφωνίας ότι αυτή η τακτική αποσταθεροποιεί τους αντιπάλους. Πάντως, μέχρι στιγμής, βλέπουμε πολλές συνέπειες στη γεωπολιτική, αλλά ελάχιστες στη γεωοικονομία, όπου βραχυπρόθεσμα θεωρώ ότι το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι το εμπόριο, αλλά το αμερικανικό χρέος και το δολάριο. Εκεί εντοπίζεται ο πραγματικός κίνδυνος: το χρέος των ΗΠΑ έχει αυξηθεί υπερβολικά και το δολάριο έχει υποτιμηθεί».
Είναι η Ευρώπη έτοιμη να διαχειριστεί την αλλαγή που βλέπουμε από πέρυσι στην αμερικανική πολιτική;
«Η απάντηση είναι ναι και όχι. Ναι, σε διανοητικό και ιδεολογικό επίπεδο. Οχι, όμως, ως προς την πραγματική της ικανότητα να αντιδράσει σε πιέσεις από τις ΗΠΑ που αντιβαίνουν τα συμφέροντά μας, εξαιτίας του εκβιασμού γύρω από την Ουκρανία. Οσο βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση, δεν βλέπω λόγο να σταματήσει σύντομα ο πόλεμος. Πιστεύω ότι ο Πούτιν παίζει με τον χρόνο και ότι οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται πως αυτό τους δίνει μοχλό πίεσης έναντι της ΕΕ. Αυτό ταιριάζει και με τη στάση της Κίνας, η οποία μπορεί έτσι να κρατά τη Ρωσία υπό έλεγχο».
Η Κίνα αναδεικνύεται περισσότερο «νικήτρια» ή «ηττημένη» ύστερα από αυτόν τον έναν χρόνο;
«Η Κίνα βγαίνει σαφώς περισσότερο νικήτρια. Κέρδισε την εμπορική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να κάνουν πίσω λόγω της εξάρτησής τους από τις σπάνιες γαίες. Η αποσταθεροποίηση της διεθνούς τάξης από τον Τραμπ ωφελεί την Κίνα, η οποία μπορεί να εμφανιστεί στον υπόλοιπο κόσμο ως δύναμη σταθερότητας. Γεωπολιτικά, λοιπόν, οι κινήσεις του Τραμπ ωφελούν την Κίνα. Το αν θα οδηγηθούμε τελικά σε μια συμφωνία ΗΠΑ – Κίνας που θα έλυνε τα χέρια της Κίνας αναφορικά με την Ταϊβάν παραμένει ασαφές – χωρίς να λέω ότι αυτό θα συμβεί».
Πιστεύετε ότι θα δούμε σύντομα εξελίξεις στο ζήτημα της Ταϊβάν;
«Δεν νομίζω ότι η Κίνα βιάζεται. Εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Ταϊβάν για προηγμένα τσιπ και εργάζεται συστηματικά για τη δική της αυτονομία. Η σχέση Τραμπ – Κίνας υπήρξε ανταγωνιστική στο εμπόριο, αλλά σχετικά σταθεροποιημένη. Γεωπολιτικά, η στάση του Τραμπ παραμένει ασαφής. Δεν έχει παρεκκλίνει ρητά από τις προηγούμενες αμερικανικές θέσεις για την Ταϊβάν, όμως η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας μιλά για σταθεροποίηση της σχέσης ΗΠΑ – Κίνας, όρος ανοιχτός σε πολλές ερμηνείες. Δεν αναμένω βραχυπρόθεσμες επικίνδυνες εξελίξεις, παρά τους στρατιωτικούς ελιγμούς γύρω από την Ταϊβάν που απευθύνονται και στην Ιαπωνία».
Πώς κρίνετε τις διεκδικήσεις του Τραμπ για τη Γροιλανδία;
«Είναι κάτι πολύ περίεργο. Από εκεί και πέρα, η Ευρώπη πρέπει να δει τι θα κάνει. Υπάρχουν διάφορα σενάρια: από την απόπειρα αγοράς της Γροιλανδίας, που δύσκολα θα γινόταν αποδεκτή, μέχρι την ενίσχυση της άμυνάς της στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ενα άλλο σενάριο είναι η χρήση βίας από τις ΗΠΑ εναντίον της Δανίας, δηλαδή εναντίον μέλους του ΝΑΤΟ, κάτι παράλογο. Για να αποτραπεί αυτό, πιστεύω ότι απαιτείται επαρκής ευρωπαϊκή στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία, ώστε να αυξηθεί η αποτροπή – με το ρίσκο φυσικά να χτυπηθούν Ευρωπαίοι. Παράλληλα, μεγάλο μέρος του παιχνιδιού παίζεται εντός των ΗΠΑ, όπου αρκετοί Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές έχουν δηλώσει αντίθετοι σε μια τέτοια ενέργεια. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο παιχνίδι κλιμάκωσης – καμιά φορά πρέπει να απαντάς στην κλιμάκωση με κλιμάκωση. Το κρίσιμο ερώτημα μετά είναι πώς θα υπάρξει αποκλιμάκωση».
